Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση, σκέψεις) του Μπάμπη Ράλλη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κοντά δυο χρόνια

 

Καθόμασταν στην προβλήτα του λιμανιού. Δεν καταλάβαινα αν η όψη της έκρυβε ηρεμία ή απάθεια. Δε μιλούσε. Ούτε απάντησε όταν τη ρώτησα με ποιο πλοίο είχε έρθει – γιατί νόμιζα ότι δεν είχε πιάσει κανένα πλοίο στο νησί από προχθές. Το τσάι της είχε κρυώσει άθικτο στο τραπέζι. Σκέφτηκα πως θα ‘ταν καλό να της δείξω τα αξιοθέατα του τόπου, μιας και ερχόταν πρώτη φορά να με επισκεφτεί. Ξεκινήσαμε να περπατάμε στο ανηφορικό μονοπάτι που, όσο στένευε προς την κορυφή του λόφου, διακλαδιζόταν σε πολλά άλλα μικρότερα. Αλλά η αδελφή μου έδειχνε να ξέρει καλά τον δρόμο, προχωρώντας μπροστά, χωρίς να κουράζεται καθόλου, ενώ εγώ την ακολουθούσα λαχανιασμένος, κουβαλώντας για λίγο ακόμη στην πλάτη μου το βάρος της ύπαρξης.

Στο πιο ψηλό σημείο της πορείας μας είδαμε τα απομεινάρια ενός μικρού, εγκαταλειμμένου νεκροταφείου. Οι περισσότεροι σταυροί ήταν σπασμένοι, παράλληλοι με το έδαφος. Την είδα να τους σκεπάζει προσεχτικά με το λιγοστό χώμα που υπήρχε τριγύρω, κάνοντας αργές κινήσεις με τα πόδια της. Αποξεχάστηκα παρατηρώντας την. Κι έπειτα μια αστραπή. Έπειτα κι άλλη. Κι άλλη. Κι έπειτα ο κεραυνός. Ένα πεύκο πήρε φωτιά. Γρήγορα όλη η κορυφή λαμπάδιασε. Οι φλόγες πηδούσαν ψηλά στον ουρανό, αγγίζοντας τα πρώτα τρεμουλιαστά αστέρια της βραδιάς.

Όταν η φωτιά έσβησε η αδελφή μου δεν ήταν εκεί. Ξεκίνησα να κατεβαίνω το μονοπάτι. Έβγαλα από την τσέπη μου μια μικρή αυτοσχέδια φλογέρα, δώρο ενός φίλου. Άρχισα να παίζω νότες στην τύχη. Κι ήταν όλες τους μνήμες μπερδεμένες, θολές, σβησμένες.

Είναι κοντά δυο χρόνια κιόλας χωρίς τόπο διαμονής.

Στη μέση του δρόμου


Δίστασε, ωστόσο η απόλυτη ερημιά του δρόμου τον έπεισε για το παράτολμο εγχείρημα να τον διασχίσει. Έκανε το πρώτο βήμα, μετά το δεύτερο, το τρίτο. Κόντευε να φτάσει στη μεσαία διαχωριστική λωρίδα όταν ένιωσε τα πόδια του να μην τον υπακούν, νικημένα από ένα αόρατο βάρος που τα κρατούσε κολλημένα στην άσφαλτο. Κοίταξε αγχωμένος στο βάθος του δρόμου. Διέκρινε μια μικρή κουκκίδα που όλο μεγάλωνε. Χοντρές στάλες ιδρώτα από το πρόσωπό του κύλησαν χάμω. Έκανε μια νέα, απεγνωσμένη προσπάθεια να κινηθεί. Τα πόδια του ζύγιζαν τόνους. Η μικρή κουκκίδα είχε τώρα το σχήμα και τον ήχο μιας νταλίκας που τον πλησίαζε με το γκάζι πατημένο στο τέρμα. Σήκωσε τα χέρια για να τον δει έγκαιρα ο οδηγός και να τον αποφύγει. Κι ας ήξερε ότι δεν θα τον έβλεπε, δεν θα τον απέφευγε, ότι θα τον έκοβε χίλια κομμάτια.

Διαλυμένος πια, καταματωμένος, σηκώθηκε και περπάτησε χωρίς δυσκολία προς την κατεύθυνση της νταλίκας που μίκραινε μετά τη μέγιστη μεγέθυνσή της.

Γιατί έπρεπε να πρωταγωνιστήσει και στον επόμενο εφιάλτη.

Στην αρχή ένας ήχος ανθρώπινων φωνών χωρίς να ξεχωρίζουν λόγια. Έπειτα ένα πλήθος ανθρώπων που βάδιζε αργά προς το μέρος του καλύπτοντας όλο το μήκος του δρόμου. Σύντομα μπόρεσε να ξεχωρίσει τα πολύχρωμα ρούχα τους, τα μακριά μαλλιά τους, τα αδύνατα σώματά τους, τα σηκωμένα ψηλά χέρια τους. Τώρα ξεχώριζε και τα λόγια τους. Δυο συνεχώς επαναλαμβανόμενοι, αντιφατικοί μεταξύ τους στίχοι που τους τραγουδούσαν σε κατάσταση έκστασης αργά, μία μία συλλαβή.

«Μια ζωή αδικημένοι.
Όλα ήταν δικά μας».

Όταν πλησίασαν αρκετά πρόσεξε τα κουρασμένα, κάτασπρα, αδυνατισμένα πρόσωπά τους. Τον έφτασαν και τον προσπέρασαν χωρίς να του δώσουν σημασία, χωρίς να καταλάβει αν τον είχαν δει. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι νεκροί», σκέφτηκε τρομαγμένος. Κι ύστερα, μια σπίθα σκέψης. «Εγώ τι είμαι;»

 

(Πρώτη δημοσίευση: diastixo, 12/6/25)


Χωρίς όνομα

 

Όλα ήταν άσκοπα. Το λιγότερο άσκοπο ήταν να περπατούσε κανείς στον δρόμο δίχως προορισμό. Κι έτσι πέρασα, κείνο το ηλιόλουστο πρωί, μην ξέροντας πού βρισκόμουν, από το μικρό σου σπίτι με τον μικρό του κήπο και με το άσπρο ποδήλατο ακουμπισμένο στον τοίχο. Σε είδα να ποτίζεις τα λουλούδια σου με ένα διάφανο ποτιστήρι. Φορούσες μακρύ, άσπρο φόρεμα. «Μου δανείζεις το ποδήλατό σου;» σε ρώτησα. Άφησες το ποτιστήρι κάτω. Κοίταξες τον άγνωστο άνδρα στα μάτια μισοκλείνοντας τα βλέφαρα. «Δεν το δανείζω ποτέ», είπες. «Αλλά ευχαρίστως θα το μοιραζόμουν μαζί σου για μια μακρινή βόλτα σε δρόμους που δεν έχω περπατήσει ποτέ».

Ήσουν αδύνατη σαν φυλλαράκι. Κι εγώ δεν πήγαινα πολύ πίσω. Θα βολευόμασταν στο άσπρο ποδήλατο. Έπιασες το τιμόνι και το έβγαλες στον δρόμο. Κάναμε τις πρώτες ορθοπεταλιές για να ισορροπήσουμε. Δεν σε ρώτησα ποτέ γιατί φεύγοντας άφησες την πόρτα του σπιτιού σου ορθάνοιχτη.

Σύντομα χαθήκαμε στην ερημιά της πόλης. Καμιά φορά, για να διασκεδάσουμε, αναποδογυρίζαμε τους φυσικούς νόμους. Για παράδειγμα, καθόσουν σ’ ένα παγκάκι παριστάνοντας τον πυρήνα ενός ατόμου κι εγώ έκανα κύκλους με το ποδήλατο γύρω σου, παριστάνοντας το ηλεκτρόνιο. Κι έπειτα καθόμουν εγώ στο παγκάκι κι εσύ ποδηλατούσες γύρω μου, κι έτσι ο πυρήνας έκανε βόλτες γύρω από το ηλεκτρόνιο.

Ή, άλλοτε, ξεχνούσαμε τα ονόματά μας, καταργώντας, με την εξυπνάδα αυτή, τη βία του κόσμου. Στεκόμασταν σε μια πλατεία και λέγαμε στους περαστικούς: «Κυρίες, κύριοι και μικρά παιδιά, κοιτάξτε μας. Είμαστε άνθρωποι χωρίς όνομα». Μας παρατηρούσαν με έκφραση μέτριας απορίας και μερικοί πετούσαν χάλκινα κέρματα στα πόδια μας.

Κι ούτε θυμόμασταν κανένα άλλο όνομα.

(Πρώτη δημοσίευση: fractalart, 8/4/25)

Έχουμε ακόμη χειμώνα

     

Μπήκε στο ξενοδοχείο ψιλοτρέμοντας απ’ την παγωνιά. Ζήτησε δωμάτιο από τον ηλικιωμένο υπάλληλο στην υποδοχή. Εκείνος του έδωσε σιωπηλός το κλειδί του. «Σε ποιον όροφο;» ρώτησε. «Μα, στον τελευταίο, κύριε». Έκανε ένα βήμα. Κοντοστάθηκε. «Είναι μακριά από εδώ το ταχυδρομείο;» ρώτησε. «Έχουμε ακόμη χειμώνα, κύριε», του απάντησε ο υπάλληλος.

Άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Από μια άγνωστη πηγή άκουσε ένα ηχητικό μήνυμα που διαχεόταν σε όλο τον χώρο. «Έχουμε ακόμη χειμώνα». Συνέχισε να ανεβαίνει. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουσε πάλι. Σε κάθε όροφο που ανέβαινε άκουγε το ίδιο μήνυμα με την ίδια ένταση, σα να τον ακολουθούσε εκείνο το ακαθόριστο σημείο απ’ όπου πήγαζε. Στον πέμπτο ή έκτο όροφο, είδε την κοντή σερβιτόρα του σιδηροδρομικού σταθμού με τα κατσαρά μαλλιά να κατεβαίνει τις σκάλες. Τη χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», του είπε με ήρεμη, αργή φωνή και συνέχισε να κατεβαίνει. Αυτός συνέχισε να ανεβαίνει.

Ένιωσε κουρασμένος. Στάθηκε. Είχε ιδρώσει. Έβγαλε το μαύρο παλτό του και το άφησε να πέσει χάμω. Κοίταξε ψηλά. Οι σκάλες των ορόφων στριφογύριζαν μέχρι την άκρη της ματιάς του. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακουγόταν το επίμονο ηχητικό. Συνέχισε να ανεβαίνει. Είχε χάσει το μέτρημα και δεν ήξερε σε ποιον όροφο βρισκόταν. Είδε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια η κοντή σερβιτόρα του σταθμού με τα κατσαρά μαλλιά. Τη χαιρέτησε ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», του είπε με την ήρεμη φωνή της. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε το μήνυμα. Συνέχισε να ανεβαίνει.

Πιανόταν τώρα από την κουπαστή της σκάλας για να στηρίζει το κουρασμένο βήμα του. Έπαιρνε ακανόνιστες, κοφτές αναπνοές. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακουγόταν πάντα η ηχογραφημένη φωνή. «Είναι γυναικεία ή ανδρική;» αναρωτήθηκε. Δεν καταλάβαινε. Ανέβαινε με αργά, βαριά βήματα. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουγε. «Έχουμε ακόμη χειμώνα». «Είναι ανθρώπινη;»

Στάθηκε για να πάρει μερικές ανάσες. Είδε την κοντή σερβιτόρα του σταθμού με τα κατσαρά μαλλιά να κατεβαίνει τις σκάλες. Την κοίταξε αμίλητος. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», του είπε με την ήρεμη φωνή της. Απομακρύνθηκε. Την έβλεπε να κατεβαίνει σκυφτή με το σταθερό, προσεχτικό της βήμα.

Έπιασε κι αυτός να ανεβαίνει πάλι τα σκαλιά. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε το μήνυμα. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του. Έβγαλε το μαύρο σακάκι του και το άφησε στα σκαλοπάτια. Συνέχισε να ανεβαίνει. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουσε. Δεν κοιτούσε πια ψηλά να δει αν τα σκαλιά τέλειωναν κάπου. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουσε ξανά.

Έκανε με μεγάλη προσπάθεια άλλα δύο ή τρία βήματα. Ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Αφέθηκε στο βάρος του. Κάθισε σε ένα σκαλοπάτι. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. Έριξε μια ανέκφραστη ματιά στην έρημη, ατέλειωτη σειρά σκαλοπατιών που κατηφόριζαν. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. Έβγαλε το γκρίζο πουκάμισό του, σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο, τον λαιμό και τα χέρια και το άφησε δίπλα του. Είχε μείνει με το άσπρο φανελάκι.

Κοίταξε με απορημένο βλέμμα τα γυμνά μπράτσα του. Άνοιξε ασύνειδα το στόμα του και πρόφερε αργά, σιγανά, σαν μικρό παιδί που μαθαίνει απ’ έξω το μάθημά του: «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη». «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», ψέλλισαν τα χείλη του. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε ανάλλαχτη η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε ακουμπώντας το κουρασμένο του κεφάλι στην κουπαστή της σκάλας. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε δυνατότερα. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε με μια ανεπαίσθητη νότα χαράς στη φωνή του. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε χαμογελώντας.

(Πρώτη δημοσίευση: fractalart, 4/2/25)

Άννα (Κυριακάτικη επίσκεψη)

Ερχόταν σπίτι μου πάντα Κυριακή. Άκουγα τον επίμονο χτύπο του κουδουνιού. Της άνοιγα. Έμπαινε φοβισμένη, με σκυφτό κεφάλι, ψιθυρίζοντας γεια. «Γεια», της έλεγα. Αμφιταλαντευόταν αν θα έπρεπε να βγάλει το κόκκινο μπουφάν της, μέχρι που τα μικροσκοπικά της δάχτυλα αποκτούσαν την ελάχιστη βεβαιότητα που χρειάζονταν για να το κάνουν. Καθόταν σε μια καρέκλα με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα. Της έφτιαχνα τσάι. Με φωνή που μόλις ακουγόταν, χωρίς διακυμάνσεις, μου μιλούσε για τα παιδιά της που δεν ήταν καλοί μαθητές. Για τον πρώην άντρα της που δεν την άφηνε να τα βλέπει συχνά. Για τη δουλειά της στη μεταφορική εταιρία που τη βαριόταν ανυπόφορα. Για ένα ποντικάκι που, κάθε βράδυ, όταν έπλενε τα δόντια της, την κοιτούσε ακίνητο στα μάτια. Για τη μακριά σειρά τεράστιων σε μέγεθος μυρμηγκιών  ανάμεσα στο ασανσέρ και την είσοδο του σπιτιού μου που έπρεπε να περάσει από πάνω της πολύ προσεχτικά, γιατί αλλιώς τα μυρμήγκια θα ταράζονταν, θα χαλούσαν τη σειρά τους και, τρέχοντας προς κάθε κατεύθυνση, μερικά ασφαλώς θα σκαρφάλωναν πάνω της και τότε αυτή θα ούρλιαζε πανικόβλητη.

Έπινε την τελευταία γουλιά τσάι. Τα χέρια της αποκτούσαν σταδιακά ζωή και κινούνταν σε ευθεία γραμμή από τα γόνατα προς τα πάνω και πάλι προς τα γόνατα. Ξαφνικά σηκωνόταν. Άρχιζε να γδύνεται με βιασύνη. Έβγαζα κι εγώ τα ρούχα μου χωρίς να νιώθω ίχνος ερωτικού πόθου. Με αγκάλιαζε ολόγυμνη, με φιλούσε με ένα πάθος ουρανοκατέβατο. Τα άχρωμα μάγουλά της, στη διάρκεια του φιλιού, βούλιαζαν προς τα μέσα. Το αδύνατο κορμί της δεν άφηνε ούτε ένα κοκαλάκι αφανέρωτο. Τα στήθη της ίσα που σχημάτιζαν δυο ανεπαίσθητες καμπύλες. Πέφταμε στο κρεβάτι χωρίς μια λέξη, ούτε καν ένα χαμόγελο. Μόνο, κάποιες φορές, έβλεπα τα λεπτά χείλη της να σχηματίζουν βουβά το όνομα του πρώην της. Τα μαύρα, σγουρά, μακριά μαλλιά της κάλυπταν το μαξιλάρι και χύνονταν άτακτα πίσω απ’ το κρεβάτι. Το βλέμμα της μου ξέφευγε συνεχώς. 

Σε πέντε λεπτά είχαμε τελειώσει. Σηκωνόταν τότε αμίλητη κι έπιανε να ντύνεται με αφηρημένες κινήσεις. Εγώ έμενα ξαπλωμένος. Όταν ετοιμαζόταν μου έλεγε ένα σβησμένο γεια κι έφευγε ατημέλητη και αχτένιστη. Καμιά φορά, από την πόρτα, με λίγο πιο δυνατή φωνή, έλεγε: «Μην ξανατηλεφωνήσεις». Δεν τηλεφωνούσα ποτέ. Πάντοτε αυτή τηλεφωνούσε. 


Καλλιτέχνης μεγάλων επιφανειών


Κάποιο πρωί τον είδαν στο μπαλκόνι τού έκτου ορόφου να φοράει ένα παλιό, καφέ, κοτλέ πουκάμισο, μια πράσινη, λερωμένη με χρώματα βερμούδα, ένα μαύρο υφασμάτινο καπέλο λερωμένο κι αυτό με άσπρη μπογιά, και μαύρα, υπερμεγέθη γυαλιά ηλίου.

Τράβηξε τις λίγες γλάστρες από την άκρη του μπαλκονιού και τις ακούμπησε πρόχειρα δίπλα στον τοίχο. Έπειτα βάλθηκε να τρίβει τα σκουριασμένα κάγκελα με ένα κομμάτι γυαλόχαρτο. Λίγα υπολείμματα του αρχικού μαύρου χρώματος παρέμεναν στη θέση τους. Ήταν σε κακή κατάσταση. Το ήθελαν το βάψιμό τους.

Για να μην πέφτει η σκόνη στο μπαλκόνι του κάτω ορόφου που εξείχε από το δικό του κάνα μέτρο, είχε φτιάξει μια πρόχειρη κατασκευή. Είχε κολλήσει με χάρτινη ταινία μια μεγάλη, διάφανη πλαστική σακούλα σε δυο σκουπόξυλα και είχε βγάλει τις άκρες τους στο κενό για να μαζεύουν τη σκουριά. Κι όσο προχωρούσε το τρίψιμο μετακινούσε τα κοντάρια. Όλο το μήκος της σιδεριάς ήταν περίπου πέντε ή έξι μέτρα.

Ο θόρυβος από το τρίψιμο τράβηξε την προσοχή των ενοίκων στις απέναντι πολυκατοικίες. Φαινόταν μια ο ένας μια ο άλλος να ξεμυτίζουν και να κοιτάζουν τον άγνωστο σε όλους γείτονα.

- Έλα Χριστέ κι απόστολε, μεγάλο Σάββατο βρήκε ο ευλογημένος να κάνει αυτή τη δουλειά; μουρμούρισε μια κυρία.

- Θα ‘ναι ξένος. Δεν ξέρουν αυτοί από Χριστούγεννα και Πάσχα, της είπε ο άντρας της που είχε ρίξει νωρίτερα μια ματιά και άκουσε το μουρμουρητό της γυναίκας του.

Το σχολαστικό τρίψιμο ολοκληρώθηκε σχετικά σύντομα. Χωρίς διακοπή άρχισε να περνάει στα κάγκελα  το γκρίζο αστάρι. Και πάντα δεν ξεχνούσε να μετακινεί την πατέντα με τα σκουπόξυλα για να μην πέσει καμιά σταγόνα χρώματος στο μπαλκόνι του πέμπτου. Επειδή πλέον δεν προκαλούσε θόρυβο δεν τραβούσε την προσοχή των γειτόνων του. Αν κάποιος, όμως, αργόσχολος τον παρατηρούσε, θα πρόσεχε ότι οι κινήσεις του δεν ήταν τυχαίες, ούτε ενός ατζαμή. Έβαφε πρώτα την εξωτερική πλευρά τεσσάρων πέντε κάγκελων, έπειτα την εξωτερική βάση, έπειτα την κουπαστή και στο τέλος, γονατίζοντας, το εσωτερικό. Στη συνέχεια τραβούσε τα σκουπόξυλα παραπέρα και έβαφε άλλα πέντε κάγκελα.

Όταν ολοκλήρωσε το βάψιμο με το αστάρι, έκανε έναν έλεγχο και διαπίστωσε πως το σημείο από όπου είχε ξεκινήσει ήταν κιόλας στεγνό. Χωρίς να χάσει χρόνο έπιασε να βάφει με το κανονικό, μαύρο χρώμα. Και πάντα τα σκουπόξυλα τον ακολουθούσαν.

Την επόμενη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, η απέναντι κυρία είδε με έκπληξη,  σχεδόν με αγανάκτηση,  ότι ο παράξενος τύπος με τα τεράστια μαύρα γυαλιά περνούσε στα κάγκελα το δεύτερο χέρι μαύρου χρώματος.   

- Θεέ μου μεγαλοδύναμε! Άθεος είναι ο άνθρωπος σίγουρα. Πασχαλιάτικα βάφει. Μεγάλη αμαρτία!  

Τη Δευτέρα του Πάσχα, η ίδια κυρία, βγαίνοντας να ποτίσει τον μαραμένο φίκο της, αντίκρυσε την ίδια σκηνή.

- Μωρέ ο ίδιος είναι πάλι ή τον είδε ο από κάτω ή ο από πάνω του και ζήλεψε; Πόσα χέρια περνάνε τα κάγκελα μιας σιδεριάς;

Αλλά και την Τρίτη, τα μάτια της αντίκρυσαν την ίδια εικόνα. Το είπε στον άντρα της.

- Παλαβός θα είναι. Τέσσερα χέρια τα κάγκελα; Παλαβός είναι, συμπέρανε αυτός.

Το γεγονός είχε τραβήξει την προσοχή κι άλλων γειτόνων. Κάποιοι απλά κοίταζαν με περιέργεια. Κάποιοι σχολίαζαν μεταξύ τους και κρυφογελούσαν.

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, τίποτα δεν άλλαξε στο μπαλκόνι του τύπου με τα μεγάλα μαύρα γυαλιά. Με τις ίδιες πάντα προσεχτικές κινήσεις κι ακολουθώντας απαράλαχτα την ίδια μεθοδολογία, περνούσε κάθε μέρα κι από ένα χέρι μαύρο χρώμα τη σιδεριά του. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν η κατάσταση στα μπαλκόνια των απέναντι πολυκατοικιών. Γιατί πλέον το πράγμα είχε ξεφύγει από την απλή περιέργεια. Τι έκανε αυτός ο άνθρωπος; Άλλη δουλειά δεν είχε;

- Δε θα βαρεθεί επιτέλους ο κερατάς; έλεγε ένας παππούς που το θέμα είχε αρχίσει να του δίνει στα νεύρα.

Και πού να ήξερε. Γιατί, ύστερα από δυο συμπληρωμένες βδομάδες, ο Μεγάλα Μαύρα Γυαλιά περνούσε το δέκατο τέταρτο χέρι μαύρου χρώματος στη σιδεριά του. Φαινόταν πάντα ατάραχος, σα να μην καταλάβαινε το πόσο είχε επηρεάσει η ασχολία του όλα τα σπίτια της γειτονιάς με θέα στο δικό του. Και δεν ήταν λίγα, καμιά τριανταριά, ίσως και περισσότερα. Κι ούτε ήταν εύκολο να μην πάρει είδηση την απορία, τον εκνευρισμό ή την ειρωνεία των καλών του γειτόνων. Γιατί πλέον πολλοί από αυτούς κάθονταν στα μπαλκόνια τους και τον έκαναν χάζι, όπως κάνουμε χάζι τα κόλπα ενός πλανόδιου ταχυδακτυλουργού στον δρόμο. Και τα γέλια τους, οι ειρωνείες τους, δεν τηρούσαν πλέον καμιά προφύλαξη, ώστε ήταν αδύνατο να μην τα άκουγε όλα αυτά.

Στον ένα μήνα συνέχιζε απτόητος να βάφει καθημερινά τα κάγκελά του. Μόνο που τώρα το μπαλκόνι του ήταν μια θεατρική σκηνή και οι απέναντι πολυκατοικίες ήταν τα θεωρεία για τους θεατές μιας παράστασης με δωρεάν είσοδο. Βολεύονταν όσο πιο αναπαυτικά μπορούσαν, έπιναν τον καφέ τους ή τις μπύρες τους και παρακολουθούσαν γελώντας τον …«τρελό» να βάφει κάθε μέρα, με το ίδιο μαύρο χρώμα,  τα ίδια κάγκελα. Κάποιοι δεν δίσταζαν πλέον να του απονείμουν τα εύσημα, φωνάζοντας για να τους ακούσει.

- Μπράβο, μαλάκα!  Καλή δουλειά!

- Μπράβο, καραγκιόζη! Μη σταματάς! Θέλει πολλά χέρια ακόμα!

- Είσαι πολύ γελοίος!

Και σίγουρα τους άκουγε. Αλλά δεν αντιδρούσε. Συνέχιζε απτόητος, με σταθερό χέρι, το έργο του, χωρίς ποτέ να σηκώνει το βλέμμα του για να κοιτάξει απέναντι.

Ώσπου, μια μέρα, δεν βγήκε να βάψει. Ούτε άνοιξε την μπαλκονόπορτα για να δει και να θαυμάσει το έργο του. Το βράδυ δεν άναψαν φώτα στο δωμάτιό του. Δεν ακούστηκε μουσική. Και την επόμενη μέρα το ίδιο. Κανένα σημάδι ζωής. Οι γείτονές του κάθονταν στις ψάθινες ή πλαστικές πολυθρόνες τους για να παρακολουθήσουν άλλη μια παράσταση, αλλά ο μεγάλος πρωταγωνιστής απουσίαζε.

Πέρασαν μήνες. Καμιά εξέλιξη. Σιγά-σιγά τον ξέχασαν όλοι. Μόνο μερικές φορές αναρωτιούνταν τι να είχε απογίνει, γιατί επέμενε να βάφει και να ξαναβάφει τα ίδια κάγκελα, και γιατί σταμάτησε έτσι απότομα να το κάνει. Θεωρούσε άραγε το έργο του ολοκληρωμένο; Είχε αναβάλει την ολοκλήρωσή του λόγω κάποιου αιφνίδιου περιστατικού;

Και το βλέμμα τους έπεφτε στα μαύρα κάγκελα που γυάλιζαν στον ήλιο σαν πορσελάνινα, αστράφτοντας εδώ κι εκεί εκτυφλωτικά.   


Ερωτοσύμφωνο Νο.2033


 

Έριχνε ψιλόβροχο απ’ το προηγούμενο βράδυ και έκανε κρύο. Όχι πολύ. Τυλιγμένος με το παλτό του, το μάλλινο κασκόλ και τα ισοθερμικά γάντια δεν κρύωνε. Έφτασε στην είσοδο του συμβολαιογραφείου πέντε λεπτά νωρίτερα. Ταυτόχρονα είδε την Άννα να βγαίνει από ένα ταξί και να τον πλησιάζει συνοδευόμενη προφανώς από τον δικηγόρο της. Ο δικός του θα έφτανε κι αυτός όπου να ‘ταν, αν δεν ήταν κιόλας μέσα. Σφίχτηκε λίγο το στήθος του. Του άρεσε πολύ η Άννα.
Τον πλησίασε χαμογελαστή και του έτεινε το χέρι. Χαμογέλασε κι αυτός.
- Καλημέρα σας, αγαπητή μου, είπε σφίγγοντας με μέτρο την παλάμη της στη δική του.
Η Άννα φάνηκε αμήχανη.
- Θα σας παρακαλέσω να αποφεύγετε τέτοιους χαρακτηρισμούς. Θα πρέπει πρώτα να καθοριστεί το πλαίσιο της συμφωνίας σας, είπε ο δικηγόρος της απλώνοντας κι αυτός το χέρι.
- Μα… Δε συμφωνήσαμε;
- Απομένουν ακόμη ουσιώδεις λεπτομέρειες και φυσικά οι υπογραφές σας που θα οριστικοποιήσουν τη συμφωνία. Χωρίς υπογραφές, το καταλαβαίνετε, συμφωνία δεν υπάρχει, είπε ξανά ο δικηγόρος.
Πέρασαν την είσοδο της πολυκατοικίας. Στο ασανσέρ μπήκε πρώτη η Άννα, έπειτα ο δικηγόρος της και τελευταίος αυτός. Έβλεπε μόνο τα ξανθοκάστανα, ίσια, μακριά μαλλιά της πίσω από το κεφάλι τού νεαρού και -όπως φαινόταν- φιλόδοξου δικηγόρου.
Τους υποδέχτηκε η συμβολαιογράφος με το μισό της πρόσωπο κρυμμένο πίσω από την οθόνη του υπολογιστή. Ο δικηγόρος του καθόταν πράγματι στο γραφείο και έπινε τον καφέ του. Σηκώθηκε και τους χαιρέτησε. Η ηλικιωμένη οικοδέσποινα παρήγγειλε καφέ και για αυτούς.  
- Η γραμματέας μου αδιαθέτησε σήμερα και τα έχω αναλάβει όλα εγώ, εξήγησε.
- Τι θα λέγατε να ξεκινούσαμε; είπε ο δικηγόρος του, ένας γλυκομίλητος, εύσωμος ασπρομάλλης, γύρω στα πενήντα.
- Καμία αντίρρηση, απάντησε ο νεαρός δικός της.
Ένιωσε πάλι το βάρος στο στήθος. Έριξε μια ματιά στα έπιπλα παλιού στυλ τού σκοτεινού γραφείου. Το βλέμμα του κατέληξε στην Άννα κατεβαίνοντας αργά από το πρόσωπο με τα έντονα ζυγωματικά στο λευκό της μίνι φόρεμα, στα καλυμμένα με μαύρο διχτυωτό καλσόν πόδια της και στις ψηλοτάκουνες κρεμ γόβες της. Εκείνη τη στιγμή τού άρεσε περισσότερο από κάθε άλλη. Ακόμα και από την πρώτη τους συνάντηση στο γραφείο τού προσωπάρχη -όταν πήγε για να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα- που τον έσπρωξε να υποβάλλει το πρώτο αίτημα γνωριμίας. Ήταν ο γνωστός «έρωτας με την πρώτη ματιά».
- Αν δεν έχετε αντίρρηση, θα ξεκινήσω την ανάγνωση του προσύμφωνου, είπε η συμβολαιογράφος.
Κανείς δεν είχε αντίρρηση.
- Ερωτική πράξη, νούμερο 2033, μεταξύ των μη εξαιρετέων από το νόμο, κ. Λέοντα Παναγιώτη, του Αριστείδη και της Καλλιόπης και της κ. Τιγρίδου Άννας, του Παναγιώτη και της Δωροθέας.
- Έχω το ίδιο όνομα με τον πατέρα σας, είπε αυτός κοιτάζοντας ζωηρά την Άννα.
- Παρακαλώ, να εστιάσουμε στο θέμα μας, είπε ο δικηγόρος της.
Συμφώνησαν όλοι. Η συμβολαιογράφος χαμήλωσε πάλι το βλέμμα που προσωρινά είχε ακολουθήσει κατά σειρά ομιλίας τούς δύο άνδρες και συνέχισε:
- Οι δύο προαναφερόμενοι, ήρθαν στο γραφείο μου όπως δήλωσαν ρητά εκουσίως και μου έκαναν γνωστή την επιθυμία τους για τη σύνταξη συμβολαιογραφικής ερωτικής πράξης με σκοπό την ερωτική συνεύρεση μεταξύ τους, σε τόπο, χρόνο και με προϋποθέσεις που θα καθορίζονται στον παρόν συμβολαιογραφικό ερωτοσύμφωνο, δεσμευόμενοι παράλληλα να αποφύγουν οποιαδήποτε πράξη δεν αναφέρεται ρητώς στο παρόν.
Άρθρο 1: Συνομολογείται μεταξύ των μερών ότι η ισχύς του παρόντος αφορά αποκλειστικά μία και μόνη ερωτική συνεύρεση. Για τυχόν επόμενη ερωτική συνεύρεση τα μέρη συμφωνούν ότι θα συντάξουν νέο ερωτοσύμφωνο.
Άρθρο 2: Ο συμβαλλόμενος ρητώς δηλώνει ότι θα σεβαστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης τη φύση και ηθική υπόσταση της αντισυμβαλλομένης, εκτελώντας αυστηρά και μόνο τις πράξεις, καθώς και χρησιμοποιώντας τις λέξεις εκείνες που αναφέρονται στο παρόν ερωτοσύμφωνο, αποφεύγοντας οποιαδήποτε άλλη πράξη ή χαρακτηρισμό, εκτός αν ρητώς συναινέσει η αντισυμβαλλομένη και υπογραφεί και από τα δύο μέρη προσθήκη στο παρόν ερωτοσύμφωνο που θα έχουν συντάξει οι δικηγόροι των μερών. Η συμβαλλόμενη ρητώς δηλώνει ότι θα σεβαστεί τον ρόλο, την αξιοπρέπεια και το επιτελούμενο έργο του αντισυμβαλλομένου, αναλαμβάνοντας τις ίδιες δεσμεύσεις με αυτόν.       
Άρθρο 3: Τα δύο μέρη συμφωνούν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης θα παρευρίσκονται οι ψυχολόγοι των μερών, με ανώτερο όριο τους δύο ψυχολόγους ανά συμβαλλόμενο και θα μπορούν να λαμβάνουν από αυτούς, άμεσα, κάθε φορά που θα το ζητούν, την απαραίτητη ψυχολογική υποστήριξη. 
- Μισό λεπτό, παρακαλώ, αντέδρασε ο Παναγιώτης. Δεν είχαμε συμφωνήσει να παρευρίσκονται, αλλά να έχουμε το δικαίωμα να τους καλέσουμε αν το επιθυμήσουμε.
- Κάνετε λάθος, του απάντησε ο δικηγόρος της Άννας. Αυτό ισχύει για εμένα και τον συνάδελφό μου. Οι ψυχολόγοι είναι γνωστό ότι παρευρίσκονται από την αρχή ως το τέλος της πράξης. Θα το αντιληφθείτε μόλις ακούσετε τη συνέχεια.
Η συμβολαιογράφος χαμήλωσε πάλι το βλέμμα που είχε ακολουθήσει κατά σειρά ομιλίας τούς δύο άνδρες και συνέχισε.
- Είναι δε νόμιμο και επιτρεπτό να παρεμβαίνουν οι ψυχολόγοι οποιαδήποτε στιγμή το κρίνουν αναγκαίο, ακόμη και χωρίς αίτημα των αντισυμβαλλομένων, προκειμένου να παρέχουν υποστηρικτικές υπηρεσίες στους πελάτες  τους.
Ο δικηγόρος της Άννας τού χαμογέλασε σα να του έλεγε: «Είδες;»
- Άρθρο 4: Τα δύο μέρη συμφωνούν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης θα παρευρίσκονται σε παρακείμενο δώμα οι δικηγόροι των δύο μερών, με ανώτερο όριο τους δύο δικηγόρους ανά συμβαλλόμενο, οι οποίοι θα παρακολουθούν την ερωτική συνεύρεση των μερών μέσω οθόνης και θα έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη εξέλιξη της πράξης, καθώς και την καταγραφή οποιασδήποτε μη νόμιμης ενέργειας από το ένα ή και από τα δύο μέρη. Οι αντισυμβαλλόμενοι ρητώς δηλώνουν ότι συμφωνούν η ερωτική τους πράξη να βιντεοσκοπείται προκειμένου οι δικηγόροι των μερών να την παρακολουθούν και να ελέγχουν τη νομιμότητά της, καθώς και ότι το βιντεοσκοπημένο υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα μέρη για να αποδείξουν τυχόν αντισυμβατικές πράξεις, παραλήψεις ή δηλώσεις των μερών.
Άρθρο 5:
Η συμβολαιογράφος έκανε μια μικρή παύση.
- Σας θυμίζω ότι αυτό το άρθρο έχει κάποιες μικρές εκκρεμότητες που συμφωνήσαμε να τακτοποιηθούν στη σημερινή μας συνάντηση. Επομένως θα αρχίσω να το διαβάζω και όπου χρειάζεται θα παρεμβαίνετε. Λοιπόν. Άρθρο 5: Το δύο μέρη ρητώς δηλώνουν ότι συμφωνούν το πρόγραμμα της ερωτικής τους συνεύρεσης να έχει ως ακολούθως:
Α. Ερωτικά φιλιά άνευ σιέλου και γλώσσας και χάδια διάρκειας τριών έως πέντε λεπτών της ώρας.
Β. Ο συμβαλλόμενος θα κατεβάσει το φερμουάρ του φορέματος της αντισυμβαλλομένης, φυλώντας την πλάτη της και ψιθυρίζοντας στο αφτί της «Αγάπη μου». Η αντισυμβαλλόμενη συμφωνεί ότι η δήλωση αυτή θα λεχθεί στο πλαίσιο και αυστηρά για τις ανάγκες της συγκεκριμένης πράξης, προς κοινή ωφέλεια των μερών και ουδεμία υποχρέωση γεννά στον αντισυμβαλλόμενο μετά το πέρας της.
Αυτή τη φορά κοίταξε τον Παναγιώτη με ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα ο δικός του δικηγόρος. Η τελευταία φράση είχε προστεθεί στο ερωτοσύμφωνο κατόπιν προσωπικής του παρέμβασης.
- Γ. Ο συμβαλλόμενος έχει υποχρέωση να βοηθήσει την αντισυμβαλλομένη να αφαιρέσει όλα της τα ρούχα, αφαιρώντας ταυτοχρόνως και τα δικά του, με την εξής χρονική σειρά: Κατέβασμα του φορέματος της συμβαλλομένης μέχρι τη μέση, αφαίρεση του πουκαμίσου του αντισυμβαλλομένου. Ολική αφαίρεση του φορέματος της συμβαλλομένης, αφαίρεση του παντελονιού του αντισυμβαλλομένου. Αφαίρεση εσωρούχων συμβαλλομένης, αφαίρεση εσωρούχου αντισυμβαλλομένου.
Δ. Ο συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να πάρει μέτρα αποφυγής τυχόν μετάδοσης σεξουαλικών νοσημάτων και αποφυγής ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης της αντισυμβαλλομένης, χρησιμοποιώντας προφυλακτικό με επιπλέον πάχος τοιχωμάτων για μέγιστη ασφάλεια.
- Συγνώμη, κ. Τακτικού, είπε ο δικηγόρος του Παναγιώτη, αλλά ο πελάτης μου και εγώ δεν είχαμε συναινέσει στο επιπλέον πάχος, καθότι είναι γνωστό ότι περιορίζει την ερωτική απόλαυση.
- Η ερωτική απόλαυση, συνάδελφε, παρενέβη ο δικηγόρος της Άννας, περιορίζεται ανάλογα και για την πελάτισσά μου. Ωστόσο προέχει η ασφάλεια των μερών. Γνωρίζετε ότι εφόσον το ένα από τα δύο μέρη το απαιτήσει, το άλλο είναι υποχρεωμένο να το αποδεχτεί.
- Και γιατί να το απαιτήσει; επέμεινε ο δικηγόρος του Παναγιώτη.
Η συμβολαιογράφος στράφηκε προς την Άννα.
- Το απαιτείτε, κ. Τιγρίδου;
- Ναι, το απαιτώ, είπε διστακτικά η Άννα κοιτάζοντας τον δικηγόρο της.
Η συμβολαιογράφος στράφηκε προς τον Παναγιώτη:
- Το αποδέχεστε, κ. Λέοντα;
- Έστω, το αποδέχομαι, είπε κοιτάζοντας τον δικό του δικηγόρο. Εκείνος έκανε μια ανόρεχτη κίνηση του χεριού κοιτάζοντας τα παπούτσια του.
Η συμβολαιογράφος χαμήλωσε το βλέμμα και συνέχισε.
- Η ευθύνη προμήθειας του υλικού προφύλαξης βαρύνει τον συμβαλλόμενο, το δε κόστος του βαρύνει εξ ημισείας τους συμβαλλομένους.
Ε. Τα δύο μέρη…
- Συγνώμη, κ. Τακτικού, αλλά ο νόμος λέει ότι εφόσον ζητηθεί προφυλακτικό με επιπλέον πάχος τοιχωμάτων, το επιπλέον κόστος το επιβαρύνεται το μέρος που το ζήτησε. Πρέπει να καταγραφεί στο ερωτοσύμφωνο, έστω και για τυπικούς λόγους. Προς αποφυγή δυσάρεστων μελλοντικών παρεξηγήσεων, καταλαβαίνετε.
Η συμβολαιογράφος στράφηκε ξανά προς την Άννα.
- Αποδέχεστε το επιπλέον κόστος να βαρύνει αποκλειστικά εσάς;
- Ε, ναι, το αποδέχομαι, είπε η Άννα.
Ο δικηγόρος του Παναγιώτη κοίταξε αφηρημένα το ταβάνι. Η συμβολαιογράφος συνέχισε. 
- Ε. Τα δύο μέρη δηλώνουν ρητώς ότι συμφωνούν η ερωτική συνεύρεση μεταξύ τους να ξεκινήσει με την ιεραποστολική στάση για πέντε συναπτά λεπτά της ώρας, στη διάρκεια της οποίας αναλαμβάνουν την υποχρέωση να απευθύνονται στον ή στην αντισυμβαλλόμενο-η με φράσεις όπως: «Σε αγαπώ», «Είσαι πολύ όμορφος-η», «Σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα», κλπ., αποφεύγοντας οποιοδήποτε χαρακτηρισμό θα μπορούσε να θίξει την αξιοπρέπειά του-της.
Ζ. Τα δύο μέρη δηλώνουν ρητώς ότι συμφωνούν η ερωτική συνεύρεση μεταξύ τους να συνεχιστεί με τη στάση που φέρει την αγγλική ονομασία: “cow girl” για χρονική διάρκεια πέντε λεπτών της ώρας. Στη διάρκεια αυτής της στάσης η συμβαλλόμενη έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει τη γωνία πραγματοποίησης και την ένταση της ερωτικής πράξης με στόχο τη μέγιστη δική της ηδονή. Έχει δε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κατά τη διάρκειά της τις εξής φράσεις, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης: «Αυτό είναι σωστό», «Σε έχω από κάτω φαλλοκρατικό γουρούνι», «Όλοι οι άντρες είστε σκλάβοι», «Δώσε ηδονή στην αφέντρα σου»  και  «Φίλα μου τον κώλο, μαλάκα».
ΣΤ. Τα δύο μέρη δηλώνουν ρητώς ότι συμφωνούν η ερωτική συνεύρεση μεταξύ τους να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί με τη στάση «πισωκολλητό», για χρονική διάρκεια πέντε λεπτών της ώρας, σε περίπτωση δε που με την πάροδο του χρόνου δεν έχει ολοκληρωθεί, τότε τα μέρη υποχρεωτικά συνεχίζουν με τη στάση «ιεραποστολικό» ή τη στάση «όρθιο» για όσα λεπτά της ώρας χρειαστεί. Στη διάρκεια της στάσης «πισωκολλητό» ο συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει τη γωνία πραγματοποίησης και την ένταση της ερωτικής πράξης με στόχο τη μέγιστη δική του ηδονή. Έχει δε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κατά τη διάρκειά της τις εξής φράσεις, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης: «Ήρθε η ώρα σου βρωμερή πόρνη», «Θα σε σχίσω πουτάνα» και «Προσκύνα μωρή καριόλα».
- Διαφωνούμε κ. Τακτικού, είπε ο δικηγόρος της Άννας. Είχαμε κάνει σαφές ότι οι διπλοί χαρακτηρισμοί δε θα γίνουν αποδεχτοί από την πλευρά μας. Ελλοχεύει ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων στην ψυχοσύνθεση της πελάτισσάς μου λόγω δυσανάλογης για τις ανάγκες της περίστασης χρήσης λεκτικής βίας. Μπορεί να σας το βεβαιώσει και ο ψυχολόγος της.
Η συμβολαιογράφος στράφηκε προς τον Παναγιώτη.
- Συμφωνείται να αφαιρεθούν οι διπλοί χαρακτηρισμοί;
- Ας αφαιρεθούν, είπε.
- Να αφαιρεθούν οι χαρακτηρισμοί «βρωμερή» και «μωρή», παρακαλώ, είπε αποφασιστικά ο δικηγόρος του.
Η συμβολαιογράφος στράφηκε προς τον δικηγόρο της Άννας.
- Συμφωνείτε με την πρόταση του συναδέλφου σας;
- Συμφωνούμε, είπε η Άννα προλαβαίνοντάς τον.
Το βλέμμα τής συμβολαιογράφου πέταξε βιαστικά από τον δικηγόρο της σε αυτήν.
- Επομένως το κείμενο θα έχει ως εξής, συνέχισε χαμηλώνοντας το βλέμμα: Έχει δε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κατά τη διάρκειά της τις εξής φράσεις, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης: «Ήρθε η ώρα σου πόρνη», «Θα σε σχίσω πουτάνα» και «Προσκύνα καριόλα». Επικουρικά της πράξης, ο συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να δώσει έως τρία χαστουκάκια μετρίας έντασης στα οπίσθια της αντισυμβαλλομένης και να σχίσει, καθώς και να κομματιάσει, το καλσόν της, αναλαμβάνοντας το κόστος αντικατάστασής του.
- Γιατί να το αναλάβει αποκλειστικά ο πελάτης μου ενώ η πράξη αποτελεί θέληση και των δύο μερών; αντέτεινε ο δικηγόρος του Παναγιώτη.
- Η πλευρά σας το πρότεινε πρώτη, συνάδελφε, απάντησε ο δικηγόρος της Άννας.
- Και η δική σας πλευρά δήλωσε ρητώς πως το επιθυμεί εξίσου.
- Τέλος πάντων, αναλαμβάνω το κόστος αντικατάστασης, αρκεί να τελειώσουμε, είπε ο Παναγιώτης.
Η συμβολαιογράφος χαμήλωσε τη ματιά της που κινούταν από ομιλητή σε ομιλητή.
- Ζ: Μετά την ολοκλήρωση της πράξης, τα μέρη έχουν το δικαίωμα, εφόσον το επιθυμούν αμφότερα, να παραμείνουν στο κρεβάτι αγκαλιασμένα, ανταλλάσοντας κολακευτικές φράσεις, όπως: «Ήσουν υπέροχος-η», «Έκανα το καλύτερο σεξ της ζωής μου», «Νιώθω ότι ταιριάζουμε απόλυτα», «Είσαι ο άντρας-γυναίκα της ζωή μου», κλπ.
Άρθρο 6: Με την ολοκλήρωση της πράξης τα δύο μέρη υπογράφουν από κοινού δήλωση απαλλάσσοντας από κάθε ευθύνη τον-την αντισυμβαλλόμενο-η παρουσία των δικηγόρων τους.
Άρθρο 7: Σε περίπτωση υπαναχώρησης ενός από τα δύο μέρη και μη τήρησης των συμφωνημένων, πριν ή κατά τη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης, επιχειρείται από τους δικηγόρους των δύο πλευρών προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και ορισμού καταβολής χρηματικής αποζημίωσης κοινά αποδεκτής, ειδάλλως αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς ορίζονται τα δικαστήρια Αθηνών.
Άρθρο 8: Οι αντισυμβαλλόμενοι δηλώνουν ρητώς ότι έλαβαν γνώση των συνεπειών αθέτησης του παρόντος ερωτοσυμφώνου, ιδιαίτερα δε των συνεπειών που απορρέουν από την δικαστική καταδίκη ενός μέρους για σεξουαλική κακοποίηση του άλλου, προσβολή ανθρώπινης οντότητας και προσβολή σεξουαλικού φύλου.
Άρθρο 9: Τα δύο μέρη δηλώνουν ρητώς ότι η ερωτική συνεύρεση μεταξύ τους αποτελεί πράξη ελεύθερης επιλογής και πραγματοποιείται άνευ απαίτησης οποιουδήποτε ανταλλάγματος.
Άρθρο 10: Το παρόν ερωτοσύμφωνο συντάχθηκε σε τέσσερα αντίγραφα. Το κόστος αμοιβής της συμβολαιογράφου μοιράζεται εξ ημισείας στα δύο μέρη και ορίζεται στο ποσό της νόμιμης αμοιβής σύνταξης ερωτοσυμφώνου.
 Η συμβολαιογράφος σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε έναν – έναν τους παρευρισκόμενους. Η ματιά της στάθηκε ξεχωριστά στα τέσσερα άδεια φλιτζάνια καφέ. Έσκυψε πάλι πάνω από το πληκτρολόγιο:
- …πλέον του κόστους τεσσάρων καφέδων κεράσματος, συμπλήρωσε.

Απολογία Σωκράτους




            Όλα ξεκίνησαν εκείνη ακριβώς την εποχή που πίστεψα πως όλα τα απαραίτητα για μια ωραία ζωή τα είχα αποκτήσει. Είχα τη δουλειά μου των πεντακοσίων ευρώ, είχα την κληρονομημένη γκαρσονιέρα μου των τριάντα τετραγωνικών, είχα την τηλεόρασή μου των σαράντα ιντσών και το έξυπνο κινητό μου των μόλις εκατόν είκοσι γραμμαρίων, είχα το παλιό καντέτ του πατέρα μου -κληρονομιά κι αυτό- των χιλίων κυβικών, και, για κερασάκι στην τούρτα, αγόρασα με τις οικονομίες μου από ένα pet shop το κουτάβι που πάντα ονειρευόμουν: ένα αρσενικό ροτβάιλερ που στην ενηλικίωσή του θα ξεπερνούσε τα πενήντα κιλά, όπως μου είπε με σιγουριά ο πωλητής.
            Ίσως σκεφτείτε πως έχω εμμονή με τους αριθμούς. Υποθέτω ότι φταίει το επάγγελμά μου. Εργάζομαι… Εργαζόμουν μέχρι που συνέβη το… Εργαζόμουν ως υπάλληλος λογιστηρίου. Απ’ τα μάτια μου περνούσαν καθημερινά αμέτρητοι αριθμοί. Μερικές φορές κάποιος αριθμός μού έκανε εντύπωση. Για παράδειγμα, το νούμερο ενός τιμολογίου ήταν το 1234, το σύνολο ενός άλλου ήταν 3.030,30, η αξία Φ.Π.Α. κάποιου τρίτου ήταν 666,66. «Για δες τι αριθμός μου έτυχε…» έλεγα. Αλλά αμέσως σκεφτόμουν πως έχοντας να κάνω με τόσους πολλούς αριθμούς, ήταν βάσει πιθανοτήτων λογικό να περνούν από μπροστά μου και τέτοιοι, περίεργοι αριθμοί.
            Δεν ήταν καθόλου δύσκολη η δουλειά μου. Το λογιστήριο της εταιρίας που εργαζόμουν λειτουργούσε σαν ένα μικρό εργοστάσιο μέσα στο εργοστάσιο. Τα παραστατικά έρχονταν ανάκατα από τα άλλα τμήματα σαν ακατέργαστη πρώτη ύλη. Ένας υπάλληλος τα ξεχώριζε σε πωλήσεις, αγορές  και έξοδα, τα τακτοποιούσε ανά  ημερομηνία και τις αγορές επιπλέον ανά προμηθευτή. Έτσι τα παρέδιδε στους συναδέλφους του καταχωρητές που τα περνούσαν στο σύστημα. Έπειτα αναλάμβανα δράση εγώ που έκανα τον έλεγχο των καταχωρήσεων και τέλος ένας άλλος υπάλληλος τα αρχειοθετούσε στους φακέλους, σαν ένα είδος τελικών προϊόντων.
            Η δουλειά μου, πιο συγκεκριμένα, ήταν να εκτυπώνω από το λογιστικό πρόγραμμα καταστάσεις ελέγχου και βάζοντας μπροστά μου ένα ένα τα παραστατικά να τσεκάρω την ορθή ή όχι καταχώρηση ημερομηνιών, συναλλασσόμενων, λογαριασμών και ποσών. Δίπλα σε κάθε σωστό αριθμό σημείωνα με το στυλό μου ένα τικ στην κατάσταση. Αν εντόπιζα λάθος επέστρεφα το τιμολόγιο στους καταχωρητές κι αυτοί μου το γύριζαν διορθωμένο για να το ελέγξω πάλι και να βάλω τα τικ μου στην κατάσταση που στο μεταξύ είχα ξανατυπώσει. Έβαζα καθημερινά μερικές χιλιάδες τικ.  
            Είχα το προνόμιο, όπως καταλαβαίνετε, να ήμουν αυτός που έβρισκε τα λάθη των άλλων, ενώ ο ίδιος, μιας και δεν καταχωρούσα, έμενα αλάνθαστος. Το αλάτι και το πιπέρι της ημέρας ήταν όταν πήγαινα στους καταχωρητές και τους έλεγα για παράδειγμα: «Ξέχασες ένα μηδενικό. Η καθαρή αξία είναι 600, όχι 60», ή «Έκανες αναριθμητισμό. Ο προμηθευτής είναι ο 21423, όχι ο 21432». Γύριζα στο γραφείο μου με ένα αθέλητο αίσθημα ικανοποίησης.
Τύχαινε να βρίσκω και δύο ή τρία λάθη σε μια σελίδα. Άλλες φορές μπορεί να έλεγχα και τρεις και τέσσερις σελίδες χωρίς να βρω κανένα λάθος. Αυτό ήταν βαρετό. Το χειρότερο, όμως, ήταν όταν οι ρόλοι αντιστρέφονταν και έπρεπε να πάρω τη θέση κάποιου καταχωρητή λόγω απουσίας του, οπότε ήταν αυτός που έλεγχε τις καταχωρήσεις μου όταν επέστρεφε στη δουλειά. Είτε επειδή δεν είχα την καθημερινή τριβή, είτε επειδή το μυαλό μου ήταν θολωμένο από τα πολλά τσεκαρίσματα που είχαν προηγηθεί, συνήθως έκανα πολλά λάθη και η επισήμανσή τους από τον συνάδελφο τσαλάκωνε μέσα μου το κύρος που μου έδινε η θέση του ελεγκτή. Ένιωθα τότε κοινός, γυμνός θνητός.   
            Νομίζω ότι όσα είπα για την εργασία μου είναι αρκετά. Άλλωστε τα σημαντικά στην υπόθεσή μου, καθώς γνωρίζετε,  ελάμβαναν χώρα μετά την εργασία, κατά την επιστροφή μου στο σπίτι. Θα αναφερθώ λοιπόν τώρα σε αυτά τα γεγονότα.
            Η πρώτη σπίθα άναψε μια Παρασκευή απόγευμα. Ήμουν χαρούμενος που είχε τελειώσει η βδομάδα και είχα μπροστά μου το Σαββατοκύριακο, αλλά κυρίως επειδή εκείνο τον καιρό είχα καταφέρει να ψήσω μια όμορφη γειτόνισσα -μάλλον φοιτήτρια- στην απέναντι πολυκατοικία. Την έβλεπα κάθε πρωί από το παράθυρο της κουζίνας μου την ώρα που έφτιαχνα καφέ. Συνήθως έβγαινε στο μπαλκόνι της και άπλωνε ρούχα. Στην αρχή, όταν τη χαιρετούσα, γύριζε το πρόσωπό της αλλού. Τελευταία όμως μου χαμογελούσε και κείνο το πρωινό βγήκε στο μπαλκόνι φορώντας μόνο το μαγιό της και χαιρετώντας με πρώτη.
            Είχα τη μουσική δυνατά στο αυτοκίνητο. Δε θυμάμαι τι άκουγα. Σκεφτόμουν τη γειτόνισσα. Πλησιάζοντας στο τελευταίο φανάρι πριν το σπίτι μου, είδα μπροστά μου έναν οδηγό να περνάει γκαζωμένος με κόκκινο. Ένας άλλος οδηγός, που περνώντας τη διασταύρωση με πράσινο κόντεψε να τρακάρει μαζί του, του κορνάρισε δυνατά και παρατεταμένα. Τότε ο πρώτος, ήδη σε κάποια απόσταση, ανταπέδωσε ειρωνικά το κορνάρισμα, σα να ανταπέδιδε ένα κορνάρισμα χαιρετισμού. Μου φάνηκε πολύ αστεία η αγένειά του. Είχα ξαναγίνει μάρτυρας τέτοιων σκηνών στο παρελθόν – στους ελληνικούς δρόμους είναι συνηθισμένες, μα μόνο τότε μου φάνηκε αστεία.   
            Για αρκετές μέρες μετά το περιστατικό αυτό, κάθε που έφτανα στο ίδιο φανάρι το θυμόμουν και πάντα μου προκαλούσε ευθυμία. Μια μέρα, περιμένοντας να ανάψει το πράσινο, σκέφτηκα πως θα είχε πολύ πλάκα να περνούσε κάποιος με κόκκινο και να φώναζε σε αυτόν που θα περνούσε κανονικά και θα του κορνάριζε αγανακτισμένος: «Στραβωμάρα ρε! Δε βλέπεις το πράσινο;», αντιστρέφοντας τα δεδομένα -κόκκινο σταματάς, πράσινο περνάς- και προκαλώντας στον άλλο έστω  για ένα δευτερόλεπτο αμηχανία. Μέχρι να ξεκινήσω είχα ξεχάσει τη σκέψη μου.
            Τα επόμενα απογεύματα, φτάνοντας στο φανάρι τη θυμόμουν και κάθε φορά την έβρισκα όλο και πιο διασκεδαστική. Αλλά έπρεπε να περάσει τουλάχιστον ένας μήνας και στο μεταξύ να με έχει κουράσει η εμμονή μου μαζί της, για να ακούσω πρώτη φορά κείνη τη χυδαία εσωτερική φωνή να λέει: «Και γιατί δεν το κάνεις εσύ; Θα έχει πλάκα. Καν’ το!»
            Ούτε τότε έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Πρόσεξα όμως ότι η σκέψη δε διαλύθηκε αυτή τη φορά φεύγοντας απ’ το σημείο. Στο σπίτι, τρώγοντας, άκουσα πάλι τη φωνή να λέει: «Θα έχει πλάκα. Καν’ το!» Η φανταστική σκηνή σχηματιζόταν στο μυαλό μου σε ολοένα πιο βελτιωμένες επαναλήψεις που η μία διαδεχόταν την άλλη χωρίς διακοπή. Με έβλεπα να περνάω το κόκκινο, να φωνάζω: «Στραβωμάρα ρε! Δε βλέπεις το πράσινο;», να παρατηρώ το έκπληκτο ύφος του άλλου οδηγού, κι έπειτα να γελάω, να γελάω δυνατά, χορταστικά.
            Την επόμενη μέρα δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά. Η φωνή ερχόταν απ’ τα βάθη μου ακόμη πιο πιεστική. «Καν’ το!» μου έλεγε, «Καν’ το!» Στον δρόμο το ίδιο. Στο σπίτι το ίδιο. Κάθε προσπάθεια που έκανα για να σκεφτώ κάτι άλλο κατέληγε σε αποτυχία. Πρώτα η φωνή και μετά η αναπαράσταση της σκηνής σαν τρέιλερ κινηματογραφικής ταινίας. Το δυνατό γέλιο στο φινάλε της είχε αποκτήσει μια διαφορετική χροιά, είχε γίνει σκληρό, έμοιαζε περισσότερο με γέλιο εκδίκησης. Παρότι, όπως είπα, δεν μπορούσα να απαλλαγώ από τη σκέψη και παρότι γινόταν όλο και πιο φορτική, πίστευα ακόμη πως αργά ή γρήγορα θα ξεχνιόταν.
            Το πρωί ξύπνησα απροσδιόριστα αγχωμένος. Με την πρώτη γουλιά καφέ, σα να ξεπήδησε μέσα απ’ το φλιτζάνι, η φωνή μού φώναξε: «Καν’ το!» Όλο και καλύτερα διέκρινα στη χροιά της τα ηχοχρώματα της πρόκλησης, της ειρωνείας και της περιφρόνησης προς τον αποδέκτη της, δηλαδή εμένα. Με μισεί, σκέφτηκα. Έφυγα από το σπίτι βιαστικός αν και δεν είχα αργήσει, οδήγησα βιαστικά, παρκάρισα αδέξια χτυπώντας τον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου πίσω μου, μπήκα στο γραφείο σχεδόν τρέχοντας και με το που κάθισα στον υπολογιστή έπιασα με τον μεγαλύτερο ζήλο να ελέγχω τις εγγραφές των συναδέλφων μου. Όλη τη μέρα δε σήκωσα κεφάλι. Το απόγευμα έφυγα ζαλισμένος και ήρεμος, με τη σιγουριά πως τα δύσκολα είχαν περάσει, γιατί ήταν ελάχιστες οι φορές που το μυαλό μου ξέφυγε από τους λογαριασμούς και αναπαράστησε τη σκηνή του φαναριού και γιατί η φωνή είχε σιωπήσει εδώ και ώρες. Τελευταία φορά που την είχα ακούσει ήταν γύρω στις έντεκα, όταν πήγα στον οικονομικό διευθυντή για κάτι υπογραφές.
            Όλα πήγαιναν καλά μέχρι τη στιγμή που πλησίασα στο φανάρι. Με έπιασε ένας αδικαιολόγητος εκνευρισμός που μετατράπηκε σχεδόν σε πανικό όταν έτυχε να ανάψει το πορτοκαλί χρώμα. «Καν’ το!» την άκουσα να μου φωνάζει. Ήταν η άγρια διαταγή του στρατηγού προς τον στρατιώτη. Είδα το κόκκινο. Φρενάρισα. Σταμάτησα. Τότε την άκουσα για πρώτη φορά να με βρίζει. «Καν’ το, ρε μαλάκα! Κατ’ το, ρε δειλέ και άχρηστε!» μου φώναξε. Κοίταξα χωρίς να το θέλω το διασταυρούμενο ρεύμα του δρόμου. Είδα τον οδηγό του πρώτου αυτοκινήτου να βάζει ταχύτητα και να ξεκινάει. Ήταν ένας πενηντάρης, φαλακρός, με γυαλιά μυωπίας. Έδειχνε εντελώς άκεφος. Πέρασε από μπροστά μου αργά και χάθηκε. Συνέχισα να κοιτάζω αφηρημένος τα αυτοκίνητα κι έπειτα τον άδειο δρόμο. Ένα αγενέστατο κορνάρισμα με επανέφερε στη δράση. Είχε ανάψει το πράσινο. Στην υπόλοιπη σύντομη διαδρομή δε σταμάτησε τις βρισιές. Στο σπίτι το ίδιο. Είχε καταντήσει σωστός δαίμονας.
            Το βράδυ πετάχτηκα απ’ τον ύπνο φοβισμένος. Είχα δει εφιάλτη κι ο εφιάλτης δεν ήταν άλλο απ’ τη σκηνή στο φανάρι. Είχα περάσει με κόκκινο, είχα δει το σαστισμένο βλέμμα του οδηγού που ξεκινούσε με πράσινο και είχα βάλει τα γέλια. Ένα γέλιο τόσο κακό, αδιάντροπο και κυρίως ξένο που με τρόμαξε και με ξύπνησε. Έμεινα στο κρεβάτι ξύπνιος μέχρι που χτύπησε το ρολόι στις επτά. Στο διάστημα αυτό αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατό μια τόσο σαχλή σκέψη να με έχει επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό. Ήθελα να υποβαθμίσω τα γεγονότα, ‘‘να βάλω τα πράγματα στη θέση τους’’, όπως θυμάμαι ότι σκέφτηκα. ‘‘Προπάντων δεν πρέπει να παραδοθώ στον εκνευρισμό’’ σκέφτηκα ακόμη. Όμως το χύσιμο του καφέ στο πάτωμα λίγα λεπτά αργότερα και αμέσως μετά το πέσιμο μέσα απ’ τα χέρια μου της πετσέτας με την οποία τον είχα σκουπίσει, με παρέδωσαν στον εκνευρισμό άνευ όρων. «Ηλίθιε!» είπα στον εαυτό μου. Σαν ηχώ άκουσα τον δαίμονα να μου φωνάζει με ανείπωτη περιφρόνηση: «Ηλίθιε!»  
            Έφυγα για τη δουλειά χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του σπιτιού. Στο αυτοκίνητο χτύπησα την πόρτα του με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Ένας περαστικός με κοίταξε νομίζω κουνώντας το κεφάλι. Έτοιμος ήμουν να του πω: «Τρέχει τίποτα;» Συγκρατήθηκα. Πέρασα γενικά μια δύσκολη μέρα, με πονοκέφαλο και αφηρημάδα. Όσο πλησίαζε η ώρα του σχολάσματος, ο εκνευρισμός, που δε με είχε εγκαταλείψει απ’ το πρωί, μεγάλωνε. Ξαφνικά θυμήθηκα έναν εφιάλτη που έβλεπα συχνά όταν ήμουν παιδί. Πήγαινα λέει στο σχολείο, αλλά λίγο πριν φτάσω, όσο κι αν αγωνιζόμουν προσπαθώντας να γλιτώσω, έπεφτα πάντα σ’ έναν γκρεμό. Αυτό το φανάρι, το τελευταίο πριν το σπίτι μου, είχε γίνει γκρεμός και η επιστροφή στο σπίτι εφιάλτης. Στον δρόμο παρακαλούσα να πετύχω καθαρό πράσινο ή καθαρό κόκκινο, να μην πέσω στην πορτοκαλί αμφιβολία. Ως προς αυτό, στάθηκα τυχερός. Είδα από μακριά το κόκκινο χρώμα και ένιωσα ανακούφιση…. Πόσο ηλίθια είναι αυτά που λέω…  Συνεχίζω…
            Όταν σταμάτησα στο φανάρι, πήδηξε από μέσα μου ο δαίμονας με την πρόστυχη φωνή κι άρχισε να φωνάζει στο αφτί μου τις πιο βαριές προσβολές. «Ηλίθιε! Ανίκανε! Γελοίε! Δειλέ! Τιποτένιε! Τιποτένιε! Τιποτένιε!» Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πως δεν έβρισκα τίποτα για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου απέναντι στην επίθεσή του. Αυτή πιθανολογώ ήταν και η αιτία του φοβερού εκνευρισμού που ένιωθα. Άναψε πράσινο. Τα αυτοκίνητα μπροστά μου ξεκίνησαν ένα ένα. Δίπλα μου, στο πεζοδρόμιο, είδα έναν άντρα με κοστούμι,  με δερμάτινο χαρτοφύλακα στο δεξί του χέρι και μια ανοιχτή εφημερίδα, στην οποία είχε ρίξει τη ματιά του, στο αριστερό. Ταυτόχρονα με το πάτημα του γκαζιού, χωρίς σκέψη, έβγαλα το χέρι μου απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου και του άρπαξα την εφημερίδα. Επιτάχυνα γρήγορα. Στον καθρέφτη είδα το απορημένο, έκπληκτο βλέμμα του άγνωστου άντρα στραμμένο προς τα μένα και χάρηκα βαθιά. Γέλασα δυνατά. Φώναξα: «Ουάου!» Ανάσανα και ξεφύσησα με δύναμη τον αέρα απ’ τα πνευμόνια μου. Ήταν σα να έδιωχνα από μέσα μου τον δαίμονα που με τυραννούσε. Έτσι πίστεψα κείνες τις στιγμές.
            Το πόσο έξω είχα πέσει το κατάλαβα σύντομα. Η κακή διάθεση και ο εκνευρισμός επέστρεψαν λες με το πρώτο βήμα που έκανα στο εσωτερικό του σπιτιού. Την εφημερίδα την είχα παρατήσει στο αυτοκίνητο, στο κάθισμα του συνοδηγού. «Ηλίθιε» είπα στον εαυτό μου, «δεν την ανέβαζες τουλάχιστον να διαβάσεις τίποτα;» Το σκυλί είχε λερώσει στον διάδρομο της κουζίνας και είχε κάνει κομμάτια τις παντόφλες μου που είχα ξεχάσει το πρωί να τις φυλάξω στην παπουτσοθήκη. Προσπαθώντας να φτιάξω φαγητό έχυσα λίγο καυτό νερό στο χέρι μου. Διαολόστειλα Παναγία, Χριστό και όλους τους αγίους. Μου ερχόταν να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. ‘‘Γιατί όλα αυτά;» σκεφτόμουν κάθε που το μυαλό μου καθάριζε λίγο απ’ τον εκνευρισμό. ‘‘Όλα είναι εντάξει» έλεγα, ‘‘Τι σ’ έχει πιάσει, ηλίθιε, και κάνεις έτσι;’’   
            Το επόμενο πρωί ξύπνησα με την απόφαση να δώσω οριστικό τέλος σε αυτή την παρανοϊκή υπόθεση. Κάθισα και έφαγα πρωινό αργά, βούρτσισα τα δόντια μου χαζεύοντας το κουτάβι που έτρεχε, πηδούσε και δάγκωνε ό,τι βρισκόταν στο ύψος του. Έπειτα το κατέβασα για την ανάγκη του. Επιστρέφοντας ντύθηκα προσεχτικά φορώντας καθαρό πουκάμισο και καθαρό παντελόνι. Έφυγα για τη δουλειά. Εκεί όλα κυλούσαν ομαλά στην αρχή. Μέχρι και τις μία η ώρα που με φώναξε ο οικονομικός όλα ήταν καλά. Σε μια συμφωνία λογαριασμού με προμηθευτή που είχε κάνει η Μαργαρίτα, η γραμματέας του, ανακάλυψε πως είχε καταχωρηθεί στην καρτέλα του το τιμολόγιο ενός άλλου προμηθευτή. Θα μπορούσε να έρθει στο γραφείο μου και να μου το πει, να το διορθώσω και να τελειώσει το θέμα. Αλλά προτίμησε να  πάει στον οικονομικό. Αυτός μου είπε πράγματα που τα είχα ξανακούσει παλιότερα. Ότι με είχαν εκεί για να βρίσκω τα λάθη των καταχωρητών και να τα διορθώνω και πως αν περνούσαν κι από μένα δεν υπήρχε λόγος να πιάνω τη θέση και να κοστίζω στην εταιρία σε τόσο δύσκολες εποχές. Γύρισα στο γραφείο μου ξέροντας πως στο μεταξύ η Μαργαρίτα είχε ενημερώσει όλο το λογιστήριο και γνώριζαν ότι είχα φάει κατσάδα. Ίσως επειδή ήμουν αυτός που έβρισκε τα λάθη τους, δε με χώνευαν. Έσκυψα το κεφάλι και δεν το σήκωσα πριν τις πέντε και μισή, ώρα που έκλεισα τον υπολογιστή μου και έφυγα για το σπίτι.
Αυτή τη φορά, στον δρόμο, δεν ευχόμουν να ήταν το φανάρι πράσινο ή κόκκινο. Έλεγα: ‘‘Ας είναι ό,τι θέλει. Δε με νοιάζει τι θα είναι το κωλοφάναρο. Ένα κωλοφάναρο είναι». Η σκηνή του περάσματος με κόκκινο, το πισωγύρισμα του κεφαλιού, η φωνή «Στραβωμάρα ρε! Δε βλέπεις το πράσινο;», κι έπειτα το τρανταχτό γέλιο, εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια μου. Δεν έβλεπα τον δρόμο, έβλεπα τη σκηνή του κόκκινου ξανά και ξανά.
Κι έφτασα στο φανάρι. Ήταν πράσινο αλλά είχα αρκετά αυτοκίνητα μπροστά μου. Έγινε πορτοκαλί. Προλάβαινα δεν προλάβαινα. Άκουσα τον δαίμονά μου. «Καν’ το! Καν’ το!» Ο μπροστινός μου πέρασε ίσα-ίσα.  Έγινε κόκκινο. «Καν’ το!» άκουγα, «Καν’ το». Φρενάρισα. «Καν’ το, ρε πούστη! Καν’ το, ρε ξεφτίλα! Καν’ το, ρε ξεφτιλισμένε! Ξεφτιλισμένε!» μου φώναζε. Πάτησα το γκάζι με φόρα. Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου στην άλλη κατεύθυνση είχε στο μεταξύ ξεκινήσει. Όταν με είδε φρενάρισε απότομα. Ακούστηκε δυνατά ο ήχος των φρένων. Μα κι έτσι θα έπεφτα πάνω του αν τελευταία στιγμή δεν προλάβαινα να κάνω έναν ελιγμό και να περάσω από μπροστά του. Με έναν δεύτερο ελιγμό έβαλα ξανά το αυτοκίνητο στην ευθεία. Τα είχα καταφέρει καλά. Σαν σε ταινία. Το ένιωσα αυτό. Θέλησα να γυρίσω και να φωνάξω του άλλου: «Στραβωμάρα ρε! Δε βλέπεις το πράσινο;» Πάνω στην κίνηση του κεφαλιού κι ενώ η πρώτη συλλαβή είχε βγει απ’ το στόμα μου, είδα στα δυο μέτρα… λιγότερο κι από δυο μέτρα… στο κέντρο της πορείας μου, τη γυναίκα με το καροτσάκι που διέσχιζε τον δρόμο… Είδα τα γεμάτα τρόμο ορθάνοιχτα μάτια της. Δεν πρόλαβα να  κάνω τίποτα… 
Τα όσα ακολούθησαν δε χρειάζεται να τα πω εγώ. Το μόνο που έχω να δηλώσω είναι ότι ο δαίμονας δεν μου ξαναμίλησε από τότε. Ούτε και πιστεύω πως κατοικεί ακόμη μέσα μου. Το στήθος μου είναι ένα παρατημένο δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου ο πρώην ένοικός του άφησε κουβέρτες και στρώματα στο πάτωμα, ανακατεμένα  με ξινισμένα φαγητά και βρώμικα ρούχα.
Από το δικαστήριό σας δεν έχω να ζητήσω άλλο από αυτό που με βεβαιότητα θα μου προσφέρει. Ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαγητό, σε κάποιο από τα φριχτά σας ιδρύματα, για το υπόλοιπο της ζωής μου.