Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση, σκέψεις) του Μπάμπη Ράλλη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οκτώ

 

Ένας γέρος άντρας κάθισε στην προβλήτα της μεγάλης πόλης.

Έβαλε στα αυτιά του τα ακουστικά που κρατούσε και η μουσική τον διαπέρασε. Έτσι έγιναν δύο.

Μια νέα γυναίκα με μουσουλμανική μαντίλα κάθισε περίπου εκατό μέτρα πιο πέρα. Έτσι έγιναν τρεις.

Μια μαυρόασπρη γάτα έλεγξε τον χώρο και κάθισε σχεδόν σε ίση απόσταση ανάμεσά τους. Έτσι έγιναν τέσσερις.

Τότε η θάλασσα πήρε έναν ονειρικό, αδιάκοπα μεταβαλλόμενο χρωματισμό. Έτσι έγιναν πέντε.

Το δειλινό ο ουρανός βάφτηκε με ένα απελευθερωτικό, απαλό κίτρινο-πορτοκαλί-γαλάζιο χρώμα. Έτσι έγιναν έξι.

Ένας γλάρος μάζεψε τα φτερά του και αφέθηκε στον απαλό κυματισμό της θάλασσας. Έτσι έγιναν επτά.

Λίγο αργότερα πρόβαλε η σελήνη τεράστια, ολοφώτεινη, ολοστρόγγυλη. Έτσι έγιναν οκτώ.  

 

Και είπε η θάλασσα: Είμαι συνείδηση.

Και είπε ο ουρανός: Είμαι συνείδηση.

Και είπε η μουσική: Είμαι συνείδηση.

Και είπαν η νέα γυναίκα, η μαυρόασπρη γάτα, ο γέρος άνδρας και ο γλάρος, μαζί: Καθένας μας έχει μέσα του μια ελάχιστη σπίθα συνείδησης που μας κάνει να γελάμε πέρα από το γέλιο, να κλαίμε πέρα από το κλάμα, να νιαουρίζουμε πέρα απ’ το νιαούρισμα, να κρώζουμε πέρα από το κρώξιμο. Αλλά είναι μια ελάχιστη σπίθα. Τις περισσότερες φορές τη χάνουμε. Τότε νομίζουμε ότι είμαστε γυναίκες, γάτες, άνδρες, γλάροι.

Και είπε η Σελήνη: Έχω κι εγώ μια σταλιά συνείδηση. Αλλά, σίγουρα, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε ένα κομμάτι ύλης είναι να έχει μια σταλιά συνείδηση και μια ψυχή φυλακισμένη έξω από τη συνείδηση. Να τρώει και να τρώγεται. Να γεννιέται και να σαπίζει.

Και είπε η γάτα: Αυτή η Σελήνη πάντα μυστικοπαθή και πικρόχολη ήταν. Και πάντα ζήλευε την υπέροχη ουρά μου.

Και είπε η μουσική: Ο κρίσιμος διαχωρισμός της ύλης δεν είναι σε έμψυχη και άψυχη, αλλά σε ρέουσα ενότητα και άκαμπτη διαιρετότητα.

 Ό,τι είναι συνειδητό υπάρχει. Ό,τι υπάρχει είναι ευτυχία. 

 

(Fractal art 21/10/25) 

Γέννα

Με κοίταξε με τα γατήσια μάτια της κουρασμένη, ξέπνοη μετά τη γέννα. Το μικρό γατάκι είχε σχίσει τον ώμο της και είχε βγει στο φως σιωπηλό. «Τέχνη είναι να βλέπεις το ανείπωτο της πραγματικότητας», μου είπε σαν ευχαριστώ για τη βοήθεια που της είχα προσφέρει.


Η απορία της μητέρας μου

Κάθε φορά που επισκεπτόμουν την ενενηντάχρονη  μητέρα μου στο γηροκομείο και καθόμασταν παρέα στο μπαλκόνι, κοιτούσε τον δρόμο με μεγάλη περιέργεια, κι όλο με ρώταγε: «Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όλα αυτά τα αμάξια;» Της έλεγα: «Πηγαίνουν σπίτι τους, ή στη δουλειά τους, ή πάνε βόλτα, ή γυρίζουν». Κουνούσε το κεφάλι της συγκαταβατικά. Μέχρι που, με τον καιρό, άρχισα κι εγώ να κοιτάζω αλλιώς τον δρόμο. «Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» αναρωτιόμουν. Και δεν έβρισκα απάντηση.


Φρουροί αλόγων

Οι ηλίθιοι! Έβαλαν τα άλογα να μας φρουρούν σε κείνο τον βραχώδη, κατάξερο λόφο. Κι αν ήταν ανθρωποφάγα, όπως έλεγαν οι φήμες, εμάς πάντως δε μας πείραξαν. Τα καβαλικέψαμε και τρέξαμε προς τη θάλασσα καλπάζοντας. Κι όταν φτάσαμε στην αμμουδιά τα σφάξαμε όλα με δίκοπα μαχαίρια κι ανεβάσαμε το κρέας στα πλοία. Γιατί εμείς είμαστε αλογοφάγοι.