Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του Μπάμπη Ράλλη

Έχουμε ακόμη χειμώνα

     

Μπήκε στο ξενοδοχείο ψιλοτρέμοντας απ’ την παγωνιά. Ζήτησε δωμάτιο από τον ηλικιωμένο υπάλληλο στην υποδοχή. Εκείνος του έδωσε σιωπηλός το κλειδί του. «Σε ποιον όροφο;» ρώτησε. «Μα, στον τελευταίο, κύριε». Έκανε ένα βήμα. Κοντοστάθηκε. «Είναι μακριά από εδώ το ταχυδρομείο;» ρώτησε. «Έχουμε ακόμη χειμώνα, κύριε», του απάντησε ο υπάλληλος.

Άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Από μια άγνωστη πηγή άκουσε ένα ηχητικό μήνυμα που διαχεόταν σε όλο τον χώρο. «Έχουμε ακόμη χειμώνα». Συνέχισε να ανεβαίνει. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουσε πάλι. Σε κάθε όροφο που ανέβαινε άκουγε το ίδιο μήνυμα με την ίδια ένταση, σα να τον ακολουθούσε εκείνο το ακαθόριστο σημείο απ’ όπου πήγαζε. Στον πέμπτο ή έκτο όροφο, είδε την κοντή σερβιτόρα του σιδηροδρομικού σταθμού με τα κατσαρά μαλλιά να κατεβαίνει τις σκάλες. Τη χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», του είπε με ήρεμη, αργή φωνή και συνέχισε να κατεβαίνει. Αυτός συνέχισε να ανεβαίνει.

Ένιωσε κουρασμένος. Στάθηκε. Είχε ιδρώσει. Έβγαλε το μαύρο παλτό του και το άφησε να πέσει χάμω. Κοίταξε ψηλά. Οι σκάλες των ορόφων στριφογύριζαν μέχρι την άκρη της ματιάς του. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακουγόταν το επίμονο ηχητικό. Συνέχισε να ανεβαίνει. Είχε χάσει το μέτρημα και δεν ήξερε σε ποιον όροφο βρισκόταν. Είδε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια η κοντή σερβιτόρα του σταθμού με τα κατσαρά μαλλιά. Τη χαιρέτησε ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», του είπε με την ήρεμη φωνή της. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε το μήνυμα. Συνέχισε να ανεβαίνει.

Πιανόταν τώρα από την κουπαστή της σκάλας για να στηρίζει το κουρασμένο βήμα του. Έπαιρνε ακανόνιστες, κοφτές αναπνοές. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακουγόταν πάντα η ηχογραφημένη φωνή. «Είναι γυναικεία ή ανδρική;» αναρωτήθηκε. Δεν καταλάβαινε. Ανέβαινε με αργά, βαριά βήματα. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουγε. «Έχουμε ακόμη χειμώνα». «Είναι ανθρώπινη;»

Στάθηκε για να πάρει μερικές ανάσες. Είδε την κοντή σερβιτόρα του σταθμού με τα κατσαρά μαλλιά να κατεβαίνει τις σκάλες. Την κοίταξε αμίλητος. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», του είπε με την ήρεμη φωνή της. Απομακρύνθηκε. Την έβλεπε να κατεβαίνει σκυφτή με το σταθερό, προσεχτικό της βήμα.

Έπιασε κι αυτός να ανεβαίνει πάλι τα σκαλιά. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε το μήνυμα. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του. Έβγαλε το μαύρο σακάκι του και το άφησε στα σκαλοπάτια. Συνέχισε να ανεβαίνει. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουσε. Δεν κοιτούσε πια ψηλά να δει αν τα σκαλιά τέλειωναν κάπου. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», άκουσε ξανά.

Έκανε με μεγάλη προσπάθεια άλλα δύο ή τρία βήματα. Ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Αφέθηκε στο βάρος του. Κάθισε σε ένα σκαλοπάτι. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. Έριξε μια ανέκφραστη ματιά στην έρημη, ατέλειωτη σειρά σκαλοπατιών που κατηφόριζαν. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. Έβγαλε το γκρίζο πουκάμισό του, σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο, τον λαιμό και τα χέρια και το άφησε δίπλα του. Είχε μείνει με το άσπρο φανελάκι.

Κοίταξε με απορημένο βλέμμα τα γυμνά μπράτσα του. Άνοιξε ασύνειδα το στόμα του και πρόφερε αργά, σιγανά, σαν μικρό παιδί που μαθαίνει απ’ έξω το μάθημά του: «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη». «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», ψέλλισαν τα χείλη του. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε ανάλλαχτη η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε ακουμπώντας το κουρασμένο του κεφάλι στην κουπαστή της σκάλας. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε δυνατότερα. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε με μια ανεπαίσθητη νότα χαράς στη φωνή του. «Έχουμε ακόμη χειμώνα», ακούστηκε η φωνή. «Σε λίγο θα έρθει η άνοιξη», είπε χαμογελώντας.

(Πρώτη δημοσίευση: fractalart, 4/2/25)

Η ακέραιη στιγμή

Αυτό που μοιάζει με κίνηση και δράση, η λειτουργία-αλληλεπίδραση του ενστίκτου μέσα στην υλική πραγματικότητα που αποτελεί καθρέφτισμά του, είναι στην ουσία μια στατική, αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη, μηχανική κίνηση γραναζιού, μέσα σε μια συνολικότερη μηχανική λειτουργία που ποτέ δεν υπήρξε δυνατότητα εκτροπής από την πορεία της. Αυτό που μοιάζει σαν δυνατότητα πολλαπλών επιλογών, αποφάσεων, δράσεων, είναι μία και μοναδική, τυφλά επαναλαμβανόμενη κίνηση που οδηγεί ασταμάτητα στη σύγκρουση και στον πόλεμο.

Κι αυτό που μοιάζει με απόλυτη ακινησία, η ηρεμία, η συνειδητή σιωπή του νου, το άδειασμά του από την ψευδοκίνηση της ύλης, είναι η μέγιστη δράση και δημιουργία, είναι ο μη προκαθορισμένος δρόμος, είναι η ελεύθερη περιδιάβαση σε μια πραγματικότητα ασχημάτιστη, που παίρνει το σχήμα της στιγμής και μέσα σε αυτή τη στιγμή υπάρχει ακέραιη.   

Η ανάγκη του ανθρώπου για κοινωνικότητα

 
Η ανάγκη του ανθρώπου για κοινωνικότητα έχει δύο παραμέτρους, μία εξωτερική και μία εσωτερική. Θέτοντας αρχικά το εγώ του απέναντι σε ένα άλλο, λαμβάνει από το άλλο εγώ μια επιβεβαίωση της δικής του ύπαρξης. Η εσωτερική παράμετρος έχει να κάνει με την επιδίωξη από όλες τις λειτουργίες τού εγώ του ενός κοινού σκοπού, καθώς θα πρέπει να αμυνθούν ή να επιτεθούν στο άλλο εγώ. Στη μοναξιά δεν υπάρχει εξωτερική επιβεβαίωση, ούτε κίνητρο διατήρησης της ενότητας. Σε μια τέτοια κατάσταση ο άνθρωπος έχει τον χρόνο να παρατηρήσει ότι αυτό που ονομάζει εγώ δεν αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, δεν αποτελεί καν ένα σύνολο αντιτιθέμενων δυνάμεων, αλλά μια συγκυριακή, παροδική πυκνότητα σωματιδίων ύλης που συγκρουόμενα παράγουν φυσικά και χημικά αποτελέσματα, ανάμεσα σε άλλα και την ψευδαίσθηση του ενιαίου και άρα υπαρκτού εγώ.