Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Ο ρήτορας που κρύβουμε μέσα μας





Μπήκαν στο σπίτι σπάζοντας την πόρτα. Κρατούσαν σκοινιά για να μας δέσουν. Έτρεξα στο τηλέφωνο. Ένας απ’ αυτούς τράβηξε το καλώδιό του και το ξήλωσε. Με ακινητοποίησαν κι άρχισαν να με δένουν, αλλά έλπιζα ότι η Θάλεια, κρυμμένη στο μπάνιο, θα τηλεφωνούσε κιόλας στην αστυνομία από το κινητό της τηλέφωνο, αυτό που της είχα κάνει δώρο για να βλέπει την κλήση μου και να μου απαντά, επειδή πάντοτε την τρόμαζε η ιδέα να σηκώσει το ακουστικό τού σταθερού χωρίς να ξέρει ποιος θα της μιλήσει.

Ύστερα από λίγο ακούστηκαν οι σειρήνες του περιπολικού. Οι δυο άγνωστοι άρχισαν να βρίζουν και να κλωτσάνε ό,τι βρισκόταν στο πέρασμά τους προς τη σπασμένη εξώπορτα. Πηδώντας τον ψηλό φράκτη του κήπου έπεσαν κατευθείαν στα χέρια των αστυνομικών.

Σε όλη τη διάρκεια της δίκης η Θάλεια ξήλωνε τις τσέπες της νυχτικιάς που αρνιόταν πεισματικά να βγάλει από πάνω της ύστερα απ’ το παράξενο συμβάν. Εγώ σηκώθηκα, κοίταξα τους δικαστές κατάματα και τότε συνειδητοποίησα πως για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα βήμα και κοινό.

«Άνδρες Αθηναίοι» είπα, «είστε τρίγωνα και τετράγωνα με αιχμηρές γωνίες. Είστε η ηλεκτρική βαρύτητα της προσθετικής πράξης. Είστε το μαγνητικό πεδίο των μαχών. Είστε η αναγκαστική προσγείωση της μοιραίας πτήσης. Είστε η νιοστή πιθανότητα του φασματικού τόξου. Είστε η ελλειπτική τροχιά του φαινομενικού. Είστε οι συνθετικές μεταπτώσεις των ούριων ανέμων…»

Σταμάτησα ικανοποιημένος. Απόλυτη σιωπή επικράτησε στην αίθουσα. Όλοι στέκονταν ακίνητοι και μόνο η Θάλεια συνέχιζε με σταθερό χέρι το ξήλωμα της νυχτικιάς της. Τελικά οι κατηγορούμενοι σηκώθηκαν και βγήκαν απ’ τη δικαστική αίθουσα χωρίς κανείς να τους σταματήσει. Απ’ τον δρόμο ακούστηκε ένα ακορντεόν να παίζει τον γαλάζιο Δούναβη. 

                                               
                                                                                      Δεκέμβριος 2015