Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Αχιλλέας







(Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε;)

Τραγωδία σε τρία μέρη
Πρόσωπα: Αχιλλέας, Σαμπίνα, φωνή γυναικεία από μεγάφωνο στον δρόμο

(Σκηνικό: Το σπίτι του Αχιλλέα, άνετο, σύγχρονο, παραμελημένο. Καμιά επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Οι ήρωες γύρω στα τριάντα πέντε. Μιλούν αργά. Οι κινήσεις τους είναι αργές. Δε γελούν ποτέ, δε χαμογελούν ποτέ).

Μέρος 1ο
(Ποιοι είμαστε;)

(Ο Αχιλλέας κάθεται όσο πιο αναπαυτικά γίνεται σε μια πολυθρόνα)
Αχιλλέας: Είναι πέντε παρά πέντε. Έχει ακόμη πέντε λεπτά καιρό να χτυπήσει το κουδούνι. (Μικρή σιωπή) Δε θέλω να ποντάρω αν θα έρθει ή όχι. Δε με πολυνοιάζει. Όλη αυτή η ιστορία είναι ένα παιχνίδι. Είχα την περιέργεια… ΟΚ. Η αλήθεια είναι πως ακόμη την έχω. (Μικρή σιωπή) Δε θα αρρωστήσω κιόλας αν δεν έρθει. (Μικρή σιωπή) Είπε ότι θα έρθει. Αλλά μπορεί και να μην έρθει. Τι δηλαδή, επειδή είπε ναι; Ίσως να το σκέφτηκε καλύτερα. (Μικρή σιωπή) Φυσικά η αμοιβή είναι καλή. Της είπα απότομα την αμοιβή. Ήταν έξυπνο αυτό. Ξέχασε τι ήθελε να απαντήσει. Είπε: «Εντάξει, θα έρθω». (Κουνάει τους ώμους του) Τίποτα άλλο δεν είπαμε. (Μικρή σιωπή) Φεύγοντας από το σινεμά το είχα μετανιώσει. Τώρα δεν ξέρω. Έχω την περιέργεια. (Μικρή σιωπή) Κι αν δεν έρθει δε θα αρρωστήσω, ναι, αλλά θα στενοχωρηθώ άραγε; Αν στενοχωρηθώ θα είναι πολύ μικρή η στενοχώρια μου κι αν χαρώ θα είναι πολύ μικρή η χαρά μου. Μια ασήμαντη υπόθεση. Ένα διάλλειμα απ’ τις σημαντικές υποθέσεις μου. Στις οποίες σημαντικές υποθέσεις μου δεν κουνιέται φτερό. Μα, βέβαια. Χρειάζεται χρόνος. Υπομονή. (Κοιτάζει το ρολόι του) Όμως ο δικός της χρόνος μόλις… (Χτυπάει το κουδούνι. Στρέφει το βλέμμα αργά από το ρολόι στην πόρτα) Μόλις που πρόλαβε. (Πηγαίνει και ανοίγει την πόρτα. Μπαίνει η Σαμπίνα για πρώτη και τελευταία φορά βιαστική. Σηκώνει το κεφάλι από το ρολόι της. Κοιτάζει τον Αχιλλέα. Μικρή σιωπή)
Σαμπίνα: Γεια σου, Αχιλλέα. Ήρθα…
Αχιλλέας: Ναι, Σαμπίνα, ήρθες. (Μικρή σιωπή. Κλείνει την πόρτα) Πέρασε πιο μέσα. (Πηγαίνουν και κάθονται, ο Αχιλλέας στην προηγούμενη θέση, η Σαμπίνα στην πιο μακρινή του. Κοιτάζονται. Μικρή σιωπή)
Σαμπίνα: Κανονικά θα έπρεπε να με ρωτήσεις αν θέλω κάτι να πιω.
Αχιλλέας: Έχεις δίκιο. Σε μια κανονική επίσκεψη θα έπρεπε κανονικά να ρωτήσω αν θέλεις κάτι να πιεις. Αλλά δε νομίζεις ότι κάτι της λείπει για να είναι κανονική η επίσκεψή σου; Δε νιώθεις λίγο περίεργα;
Σαμπίνα: Αλήθεια είναι αυτό.
Αχιλλέας: Το βλέπεις; Αν αρχίσω να σε ρωτάω κανονικά πράγματα -Θέλεις κάτι να πιεις; Βρήκες  εύκολα το σπίτι; Πώς σου φαίνεται η γειτονιά μου;- θα πάψεις να αισθάνεσαι έτσι.
Σαμπίνα: Και θα ‘ναι κακό αυτό;
Αχιλλέας: Χμ, ας πούμε βαρετό.
Σαμπίνα: Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία. Αυτό που με νοιάζει εμένα είναι να ξαναπούμε τους όρους για να μην προκύψει κανένα μπέρδεμα. Μου τα είπες τόσο γρήγορα στο σινεμά… Θέλω… Είχα και τη δουλειά, μας διακόπτανε… Θέλω απλά να τα ξαναπούμε.
Αχιλλέας: ΟΚ. Κανένα πρόβλημα. (Μικρή σιωπή για να προετοιμάσει τα λόγια του) Όρος πρώτος: Θα με επισκέπτεσαι έναντι καθορισμένης αμοιβής μία φορά την εβδομάδα…
Σαμπίνα: Ημέρα Δευτέρα…
Αχιλλέας: Ημέρα Δευτέρα που έχεις ρεπό. Δεν έθεσα μόνο εγώ όρους.
Σαμπίνα (Κάπως απότομα): Δε γινόταν αλλιώς. Ή Δευτέρα ή ποτέ.
Αχιλλέας: Ημέρα Δευτέρα, και ώρες πέντε έως οκτώ. Όρος δεύτερος: Θα έχεις δικό σου δωμάτιο στο σπίτι που θα αποτελεί άβατο.
Σαμπίνα: Σωστά. Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά. Χωρίς αυτό τον όρο δε θα δεχόμουν.
Αχιλλέας (Έπειτα από μικρή σιωπή στην διάρκεια της οποίας της ρίχνει ένα διαπεραστικό βλέμμα): Όρος τρίτος: Στις ώρες αυτές θα έχεις το δικαίωμα να κάνεις ό,τι θέλεις. Ακόμη και να μείνεις κλεισμένη στο δωμάτιό σου. (Της ρίχνει άλλο ένα διαπεραστικό βλέμμα, εκείνη κουνά το κεφάλι καταφατικά χωρίς να τον κοιτάζει) Όρος τέταρτος και τελευταίος: Αν μια φορά αργήσεις να φτάσεις στην ώρα σου, ή φύγεις νωρίτερα, ή δεν έρθεις καθόλου, όλα τελειώνουν. Αδιάφορος ο λόγος.  
Σαμπίνα: …Ναι, μου το είπες κι αυτό. Αν και…
Αχιλλέας: Αν και;
Σαμπίνα: Αν και δεν τον καταλαβαίνω και πολύ αυτόν τον όρο σου. Δηλαδή καθόλου δεν τον καταλαβαίνω. Τι σημασία έχει αν μου συμβεί κάτι και καθυστερήσω ένα λεπτό; Τι θα αλλάξει; Δε λένε ότι μέχρι δέκα λεπτά καθυστέρηση στο ραντεβού συγχωρούνται;
Αχιλλέας (Λίγο απότομα): Κάθε παιχνίδι έχει τους όρους του. Το παιχνίδι που σου πρότεινα έχει αυτούς τους όρους. Τους δέχεσαι ή τους απορρίπτεις.
Σαμπίνα: Τι, νομίζεις ότι με νοιάζει; Έτσι, ρώτησα. Μήπως υπάρχει και όρος που απαγορεύει τις ερωτήσεις;
Αχιλλέας: Όχι. Τέτοιος όρος δεν υπάρχει. Θα έλεγα μάλιστα ότι το παιχνίδι αυτό ενθαρρύνει τις ερωτήσεις. Έχω και ‘γω σκοπό να σου κάνω ορισμένες ερωτήσεις. (Μικρή σιωπή όπου ο καθένας κοιτάζει σε διαφορετικό σημείο) Μήπως θέλεις να αποσυρθείς στο άβατό σου;
Σαμπίνα (Τον κοιτάζει λίγο ξαφνιασμένη): Όχι, για την ώρα καλά είμαι εδώ. (Αναστενάζει αμήχανα)
Αχιλλέας: Σύμφωνα με τους όρους δύο και τρία μπορείς να το κάνεις.
Σαμπίνα (Αδιάφορα): Όχι… Όχι…
Αχιλλέας: Ο.Κ.
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Γενικά στη ζωή σου σου αρέσει να θέτεις όρους;
Αχιλλέας: Σου πρότεινα να παίξουμε ένα παιχνίδι. Έχει όρους. Στα χαρτιά πρέπει να βγάλεις τριάντα ένα. Γιατί όχι τριάντα δύο ή τριάντα; (Ανασηκώνει τους ώμους) Έτσι παίζεται το παιχνίδι. (Μικρή σιωπή) Στη ζωή μου; (Πιο αποφασιστικά) Ναι, θέτω τους όρους μου. Γιατί να μην το κάνω; (Την κοιτάζει) Εσύ;
Σαμπίνα: Δεν έχω και πολλά περιθώρια. Και στη δουλειά πρέπει να πηγαίνω την καθορισμένη ώρα, να κάνω καθορισμένα πράγματα και να φεύγω πάλι την καθορισμένη ώρα.
Αχιλλέας: Ναι, αλλά στην προσωπική σου ζωή… σε κάποια πράγματα… δε σου αρέσει να θέτεις τους όρους σου;
Σαμπίνα: Α, ναι, βέβαια. Για παράδειγμα, όταν έπιασα δουλεία στο σινεμά είπα στους δικούς μου ότι εγώ θα παίρνω πρωινό ό,τι ώρα ξυπνάω. Ο πατέρας μου δεν ήθελε ούτε να το ακούσει στην αρχή. Μέχρι τότε καθόμασταν όλοι μαζί στο τραπέζι. Πρωινό στις επτά και μισή, βραδινό στις επτά. Τον έπεισα όμως… Γυρίζω μετά τα μεσάνυχτα στο σπίτι. Ώσπου να ξαπλώσω πάει μία η ώρα. «Εντάξει», μου λέει ο πατέρας μου, «υπό τον όρο ότι δε θα αμελείς να κάνεις την προσευχή σου πριν απλώσεις χέρι στη μαρμελάδα».
Αχιλλέας: Χμ, να ‘τος πάλι ο όρος.   
Σαμπίνα: Ωχ, έχεις δίκιο, να ‘τος πάλι. (Μικρή σιωπή) Αν θέτουμε όρους στον εαυτό μας; Μετράει;
Αχιλλέας: Γιατί όχι; Μετράει. Τι μας είναι ο εαυτός μας δηλαδή;
Σαμπίνα: Λοιπόν, έθεσα στον εαυτό μου τον εξής όρο: ή χάνει τα δύο κιλά που πήρε τον χειμώνα, ή δεν τρώει παγωτό όλο το καλοκαίρι.
Αχιλλέας: Τα έχασε;
Σαμπίνα: Έχασε δυόμισι, αλλά με τα μαζεμένα παγωτά που έφαγε τα ξαναπήρε. «Έτσι είσαι;» του λέω, «στα ξανακόβω τα παγωτά».
Αχιλλέας: Και τώρα δεν τρως παγωτά;
Σαμπίνα: Όχι. Είναι η δεύτερη βδομάδα.
Αχιλλέας: Αντέχεις τον πειρασμό;
Σαμπίνα: Ναι, αμέ. Είναι να μην το βάλω πείσμα. (Μικρή σιωπή) Και σένα… Πώς σου ήρθε να παίξεις μαζί μου αυτό το παιχνίδι;
Αχιλλέας: (Σα να μην άκουσε) Ξέρεις, μερικές φορές θέτω και ‘γω όρους στον εαυτό μου. Μόνο που συνήθως τους παίρνω πίσω. Μου μοιάζει σαν καταπίεση όλο αυτό το πράγμα. Γιατί, εντάξει, λες στον εαυτό σου θα κάνεις αυτό, θα κάνεις εκείνο, και τελικά πρέπει να τα κάνεις ο ίδιος. Μάλλον μ’ έχει γραμμένο ο εαυτός μου.
Σαμπίνα: Κι έτσι προτιμάς να θέτεις όρους στους άλλους, ε;
Αχιλλέας: Για παράδειγμα, όταν σε είδα στο σινεμά, έθεσα στον εαυτό μου τον όρο να σου μιλήσω μόνο αν μου μιλούσες εσύ πρώτα. Ίσως για κάποιο λόγο να μου μιλούσες. (Μικρή σιωπή) Όταν με προσπέρασες θα ήταν εύκολο να συνεχίσω προς την έξοδο. Αλλά είπα: κουταμάρες, τι πειράζει αν της μιλήσω;
Σαμπίνα: Αν με έβλεπες στην είσοδο και κρατούσες στο χέρι το εισιτήριο θα σου μιλούσα.
Αχιλλέας: Ναι, φυσικά. Αυτή είναι η δουλειά σου. Να δείχνεις στους θεατές τις θέσεις τους. Εγώ εννοούσα να μου μιλούσες για κάτι άλλο.
Σαμπίνα: Τι άλλο;
Αχιλλέας: Ξέρω ‘γω; Οτιδήποτε. Θα μπορούσα να σου θυμίζω κάποιον.
Σαμπίνα: Μπα, δε μου θυμίζεις κανέναν.
Αχιλλέας: Σωστά. Γιατί να σου θυμίζω;
Σαμπίνα: Μήπως σου θύμισα εγώ κάποια;
Αχιλλέας: Όχι. Κάποια συγκεκριμένη όχι.
Σαμπίνα: Πες μου κάτι, σε παρακαλώ. Αυτό το παιχνίδι το είχες σκεφτεί πριν με δεις, ή το σκέφτηκες μόλις με είδες;
Αχιλλέας: Σκέφτομαι γενικά διάφορα. Σκέφτομαι πώς μπορώ να περάσω ευχάριστα τον χρόνο μου. Ίσως το συγκεκριμένο παιχνίδι να το σκέφτηκα πρώτη φορά τη στιγμή που σε είδα. Αλλά αυτό δεν έχει πολύ σημασία. Υπάρχει γενικά στο μυαλό μου η ιδέα του παιχνιδιού. (Μικρή σιωπή) Βέβαια όταν έχεις γυναίκα, φιλενάδα, κολλητό, είναι αλλιώς. Γυρίζεις σπίτι, ή πηγαίνεις για καφέ, κι αρχίζεις: Αυτή την πουστιά μου έκανε ο τάδε, αυτή τη μαλακία έκανε ο παρατάδε, έτσι βούλωσα το στόμα του αντιπαρατάδε… Όταν όμως γυρίζεις σπίτι και είσαι μόνος, και δεν έχεις πού να εξιστορήσεις τα πολλά άδικα που σου κάνανε και τα πολλά καλά που έκανες, μένεις με βουλωμένο στόμα. Περνάει η ώρα… Κι αρχίζουν να περνούν διάφορα απ’ το μυαλό σου. Για παράδειγμα, αυτό το αθώο παιχνίδι.
Σαμπίνα: Παράξενο μου φαίνεται που δεν έχεις φίλους, φίλες.
Αχιλλέας: Δεν ήταν πάντα έτσι… Αλλά όταν είμαι οργισμένος δε θέλω να βλέπω κανέναν μπροστά μου. Για μήνες δε μιλούσα σε κανέναν, να το ξέρεις αυτό. Μόνο τώρα τελευταία… Ξέρεις, η τάση για παιχνίδι… (Μικρή σιωπή) Όταν σε είδα… Είπα να βγω απ’ το σπίτι μετά από πολύ καιρό. Πήγα σινεμά. Όσο παιζόταν η ταινία δεν παρατηρούσα σχεδόν τίποτα. Αντί να βγάλω για λίγο απ’ το μυαλό μου -όπως έλπιζα- τις ίδιες και τις ίδιες σκέψεις που μου προκαλούν οργή, σκεφτόμουν ακριβώς αυτό που υπήρξε η μεγάλη αιτία της οργής μου. (Μικρή σιωπή) Στο διάλλειμα… Όταν άναψαν τα φώτα, σε είδα να στέκεσαι στη γωνία. Είδα το καρτελάκι με το όνομά σου στο πουκάμισο. Σαμπίνα. Έπειτα τα φώτα έσβησαν πάλι. Σε ξέχασα. (Μικρή σιωπή) Ξαφνικά θυμήθηκα πως είχα μια συμμαθήτρια στο γυμνάσιο που την έλεγαν Σαμπίνα. Και όχι, σου είπα ότι δε μου θύμισες καμία. Άλλωστε εκείνη τη Σαμπίνα μόνο πολύ αμυδρά είμαι ικανός να τη φέρω στη μνήμη. Αλλά η συνωνυμία… Αμέσως γεννήθηκε η περιέργεια. (Μικρή σιωπή) Σκέψου, είσαι στο σπίτι και δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Κάθεσαι σε μια καρέκλα με τα χέρια σταυρωμένα κοιτάζοντας τηλεόραση ή τα πράγματα γύρω σου. Κάποια στιγμή το μάτι σου πιάνει ένα παρατημένο χαρτί στο τραπέζι. Αμέσως το σηκώνεις γεμάτος περιέργεια να μάθεις τι γράφει, να θυμηθείς πότε το άφησες εκεί. Θα μου πεις: Προς τι τόση περιέργεια; Σαν τι  να γράφει δηλαδή αυτό το παλιόχαρτο; Σίγουρα τίποτα σημαντικό. Ίσως ένας μικρός κατάλογος για τα ψώνια της εβδομάδας, ή μια πρόχειρα σημειωμένη διεύθυνση που έγραψες μιλώντας στο τηλέφωνο. Και σίγουρα δε γράφει κάτι που δεν το ξέρεις. Εσύ ο ίδιος το άφησες εκεί. Απλά δε θυμάσαι. Ο.Κ., έτσι έχουν τα πράγματα. Έλα όμως που σε τρώει η περιέργεια να μάθεις… Ας πούμε ότι κάτι ανάλογο συνέβη και με σένα. Είδα το καρτελάκι με το όνομα. «Λες να είναι εκείνη η Σαμπίνα που ήξερα;» Κι όλο το ενδιαφέρον που δε βρήκα στην ταινία περιπέτειας, το βρήκα σε αυτό το μικρό αίνιγμα.  
Σαμπίνα: Μάλιστα. Τώρα μου λύθηκε η απορία.
Αχιλλέας: Πόσες Σαμπίνες υπάρχουν στην Αθήνα; Πέντε; Δέκα; Είκοσι; Και σε πόσες από αυτές θα ταίριαζε η ηλικία; Στις μισές; Για ένα τόσο σπάνιο όνομα άξιζε τον κόπο να λύσω την απορία μου. Φαντάζεσαι να σε λέγανε Μαρία; Πώς θα έβγαζα άκρη; Κι αν ακόμη σε ρωτούσα και μου απαντούσες πως ναι, πήγες στο τάδε γυμνάσιο και πως ναι, ήσουν στην τάδε τάξη του… Ποια Μαρία απ’ όλες θα ήσουνα; Νομίζω υπήρχαν τρεις, μπορεί και τέσσερις. Κι όλες πάνω κάτω ίδια κοψιά. Όσο για επίθετα δε θυμάμαι κανένα. Αλλά το σίγουρο είναι ότι, αν σε λέγανε Μαρία, δε θα μου περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό να μάθω αν ήμασταν συμμαθητές στο γυμνάσιο. Το Σαμπίνα ήταν μια πρόκληση. Με τσιμπούσε σαν το παρατημένο χαρτί στο τραπέζι.
Σαμπίνα: Φυσικά θα μπορούσε να ήταν πιο κολακευτική για μένα η αφορμή. Πάντως είναι κι αυτή μια αφορμή… Και καλύτερα που είναι αυτή. Κι αν θέλεις να ξέρεις, μιας και έχεις απ’ ό,τι καταλαβαίνω μια έμφυτη περιέργεια για άσχετα πράγματα, και εμένα η περιέργεια με έκανε να δεχτώ. Βέβαια η αμοιβή είναι πολύ καλή, δε χωράει αμφιβολία. Αν και… τώρα καταλαβαίνω! Όλοι αυτοί οι περίεργοι όροι που μου έβαλες… ήταν μόνο για να εξάψουν τη φαντασία μου και να δεχτώ. Είναι έτσι ή δεν είναι;
Αχιλλέας: Είναι περίπου έτσι.
Σαμπίνα: Για στάσου, για στάσου... Αν ήθελες να μάθεις αν ήμουν η Σαμπίνα, η συμμαθήτριά σου στο γυμνάσιο, γιατί δε με ρώτησες εκεί, επιτόπου;
Αχιλλέας: Αν σου απαντήσω ότι δεν είμαι υποχρεωμένος να σου απαντήσω;… Ούτε εσύ είσαι υποχρεωμένη να απαντάς στις ερωτήσεις μου. Κι αν οι άνθρωποι επιτρέπουν στους συνανθρώπους τους να μην απαντούν στις ερωτήσεις τους αν δεν το θέλουν, είναι για να τυλίγονται  οι ερωτήσεις με περισσότερο μυστήριο. «Τι θα μου απαντήσει, αν μου απαντήσει;» … Παρόλα αυτά θα σου απαντήσω. Όμως, το πώς θα σου απαντήσω, δε νομίζεις ότι έχει μεγαλύτερη αξία από το τι θα σου απαντήσω;
Σαμπίνα: Μάλλον κατάλαβα χωρίς να μου απαντήσεις. Δεν το έχεις σε καλό, απ’ ό,τι φαίνεται, να απλοποιείς τα πράγματα.
Αχιλλέας: Δυστυχώς για μένα το βρήκες με την πρώτη. (Μικρή σιωπή) Για ποιο λόγο να απλοποιούμε τα πράγματα; Η εξέλιξη μας διδάσκει ότι τα ανώτερα πλάσματα είναι τα πιο σύνθετα. Ας κάνουμε τη ζωή μας όσο γίνεται πιο σύνθετη. (Μικρή σιωπή) Αν ερχόμουν και σε ρωτούσα εκεί, όλα θα είχαν τελειώσει εκεί. Όλη η πολυπλοκότητα του πράγματος θα είχε θυσιαστεί για μια στείρα απλότητα. Αντί για έναν άνθρωπο θα είχαμε δημιουργήσει μια αμοιβάδα. Θα μου έλεγες: «Ναι», ή «Όχι». Μια λέξη. Ένας μονοκύτταρος οργανισμός.
Σαμπίνα: Και πότε σκοπεύεις να μάθεις αν είμαι ή δεν είμαι;
Αχιλλέας: Ας αφήσουμε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Στους όρους που σου έθεσα δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός.
Σαμπίνα: Ναι, δε λέω, αλλά… Δηλαδή δε θα με ρωτήσεις σε ποιο γυμνάσιο πήγα και ποια χρονιά;
Αχιλλέας: Μα, σκέψου το λίγο. Θα ήταν σα να είχα να σε δω χρόνια, να χρειαζόμουν δανεικά, και μόλις σε συναντούσα τυχαία κάπου να σου έλεγα: «Δώσε μου τόσα».
Σαμπίνα: Εδώ που τα λέμε δε θυμάμαι τίποτα. Τι μυαλό, Θε μου… Για να βρω τη χρονιά πρέπει να μετρήσω προς τα πίσω με τα δάχτυλα. Κι όσο για το σχολείο, πρέπει να γυρίσω σπίτι, να ξετρυπώσω την αναμνηστική φωτογραφία της τάξης και να δω. Νομίζω εκεί γράφει. (Μικρή σιωπή) Δεν είμαι καθόλου σίγουρη…
Αχιλλέας: Δεν πειράζει. Κάθε εμπόδιο για καλό.
Σαμπίνα: Δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν έχω κρατήσει τη φωτογραφία. (Μικρή σιωπή) Εσύ;
Αχιλλέας: Δε θυμάμαι αν έβγαλε φωτογραφία η τάξη μου στο γυμνάσιο. Και ευτυχώς που δε θυμάμαι. Αν, για παράδειγμα, ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε βγάλει, όλα τα ερωτήματα θα είχαν απαντηθεί.  
Σαμπίνα: Τώρα που το λες… Θυμάμαι πως κάποια τάξη μου είχε βγάλει αναμνηστική φωτογραφία, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν ήταν η τάξη του γυμνασίου… Μήπως ήταν η τελευταία του δημοτικού;…
Αχιλλέας: Συνήθως στο δημοτικό βγάζουν αναμνηστικές φωτογραφίες. Για κάποιες τάξεις του δημοτικού είμαι σίγουρος, μόνο που δε θυμάμαι σε ποιες ακριβώς.
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Πάντως, αν θέλεις, θα ψάξω τα συρτάρια μου στο σπίτι. Ίσως τη βρω.
Αχιλλέας: Αν τη βρεις, κράτησέ την.
Σαμπίνα: Να μην τη φέρω; (Μικρή σιωπή χωρίς απάντηση) Δε θέλεις να τη φέρω;
Αχιλλέας: (Μετά από μικρή σιωπή) Πριν αρκετά χρόνια είχα πάει σε μια καφετέρια με κάτι συναδέλφους. Θα καθόμασταν μέχρι αργά στο γραφείο και κάναμε ένα διάλλειμα. Η σερβιτόρα μου άρεσε. Δεν έμοιαζε καθόλου δύσκολη. Σηκώθηκα και πηγαίνοντας για την τουαλέτα της έκλεισα το μάτι. Μετά από δυο λεπτά ήρθε. (Μικρή σιωπή) Θυμάμαι την πηδούσα και έβλεπα το σταυρουδάκι της να ταλαντεύεται πάνω απ’ τη λεκάνη. Τόσο με απορρόφησε αυτή η κίνηση που πια δεν άκουγα τις σαχλαμάρες που έλεγε. Ξαφνικά… «Πώς σε λένε;» της λέω. «Θα σου πω μετά», μου λέει, «συνέχισε». Σταμάτησα. «Όχι, τώρα θέλω», της ξαναλέω. Μου λέει: «Κατερίνα με λένε που να πάρει! Κατερίνα! Συνέχισε τώρα». Συνέχισα. (Μικρή σιωπή) Φύγαμε απ’ την καφετέρια. Ούτε την ξαναείδα, ούτε νοιάστηκα ποτέ γι’ αυτήν.
Σαμπίνα: Αυτό είναι πρόταση για να σου λύσω την απορία σε παρόμοια στάση με τη σερβιτόρα;
Αχιλλέας (Την κοιτάζει με ήρεμη απορία): Όχι. Αλλά τη θυμήθηκα χτες αυτή την ιστορία. Τη θυμήθηκα ενώ σκεφτόμουν εσένα.   
Σαμπίνα: Και ποιο είναι το δίδαγμα; (Μικρή σιωπή χωρίς απάντηση) Έχεις μανία με τα ονόματα, ε;
Αχιλλέας: Καρφί δε μου καίγεται. Αυτό που σκέφτομαι τώρα είναι πως… Θέλω να μάθω αν είσαι η Σαμπίνα, η συμμαθήτριά μου στο γυμνάσιο. (Μικρή σιωπή) Φυσικά είναι ένα παιχνίδι. Σου το είπα απ’ την αρχή ότι είναι ένα παιχνίδι.
Σαμπίνα: Ναι, μου το είπες.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Σε λένε Σαμπίνα. Σαμπίνα λέγανε και τη συμμαθήτριά μου. Ως εδώ καλά. Και μπορεί να είσαι ή να μην είσαι η συμμαθήτριά μου. Καλά και ως εδώ. Καλό και το να είσαι, καλό και το να μην είσαι. Το πρόβλημα, όπως το σκέφτομαι τώρα, είναι το εξής: Το να είσαι η συμμαθήτριά μου ποια διαφορά έχει από το να μην είσαι; Γιατί νιώθω περιέργεια να μάθω αν είσαι; Να τι είμαι περίεργος να μάθω τώρα.
Σαμπίνα: Αν είμαι, σημαίνει ότι εκείνο το κοριτσάκι που τότε πηγαίνατε μαζί γυμνάσιο, είμαι εγώ. Σίγουρα θα είχαμε μιλήσει αρκετές φορές. Μπορεί και να είχαμε τσακωθεί. Τσακωνόμουν με τα αγόρια. Πιανόμουν στα χέρια. Έπαιζα και μπάλα μαζί τους κάποιες φορές. (Μικρή σιωπή) Μπορεί και να έχουμε φιληθεί… Ναι, είχα φιληθεί με αρκετά αγόρια στο γυμνάσιο.
Αχιλλέας: (Με ενδιαφέρον) Σωστά. Μπορεί να έχουμε φιληθεί…
Σαμπίνα: Είχες φιλήσει κορίτσια στο γυμνάσιο;
Αχιλλέας: Όχι πολλά, αλλά ναι.
Σαμπίνα: Να ένα πρώτο ενθαρρυντικό στοιχείο. Κι όσο για την άλλη περίπτωση, αν δεν είμαι η συμμαθήτριά σου, τότε είμαι μία που την είδες για πρώτη φορά στη ζωή σου στο σινεμά και της μίλησες για πρώτη φορά εκεί.
Αχιλλέας: Και σίγουρα δεν την έχω φιλήσει.
Σαμπίνα: Όχι. Σίγουρα όχι.
Αχιλλέας: Μόνο που… (Μικρή σιωπή) Δεν μπορώ να θυμηθώ…
Σαμπίνα: Αν είχες φιλήσει τη Σαμπίνα;
Αχιλλέας: Ναι. Δε θυμάμαι.
Σαμπίνα: Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς το φιλί γέρνει λίγο τη ζυγαριά προς το να είμαι.
Αχιλλέας: Ποια να είσαι;
Σαμπίνα: Η Σαμπίνα, η συμμαθήτριά σου. (Μικρή, αμήχανη σιωπή) Ε, λοιπόν, ξέρεις κάτι; Είχες δίκιο που δεν ήθελες να μάθεις απ’ την πρώτη στιγμή αν είμαι ή όχι. Θα μου είχες κάνει δυο ξερές ερωτήσεις, ‘‘Σε ποιο σχολείο πήγες;’’, ‘‘Πότε πήγες;’’, και τέλος. Όχι. Καλύτερα έτσι. Να κυκλώνουμε την αλήθεια πλησιάζοντάς την με μικρά βηματάκια. Και στον δρόμο μου αρέσει να περπατώ αργά, ειδικά στις μεγάλες λεωφόρους με τα μαγαζιά. Κι όλες οι φίλες μου…
Αχιλλέας (Τη διακόπτει): Ναι, έτσι το είχα σκεφτεί. Με μικρά βηματάκια… (Μικρή σιωπή) Πρέπει να σου πω… δηλαδή απλά θέλω να σου πω, ότι τη μέρα που σε συνάντησα στο σινεμά είχα τα γενέθλιά μου.
Σαμπίνα (Διστακτικά): Χρόνια σου πολλά. (Μικρή σιωπή) Δε ρωτώ τα πόσα έκλεισες… Ούτε εμένα θέλω να με ρωτάνε.
Αχιλλέας: Υπάρχουν άνθρωποι που στενοχωριούνται επειδή έκλεισαν άλλον ένα χρόνο ζωής, πλησιάζοντας πιο κοντά στον θάνατο, κι άνθρωποι που στενοχωριούνται επειδή έκλεισαν άλλον ένα χρόνο ζωής κι ακόμη δεν ήρθε ο θάνατος. Εμένα μου συμβαίνουν και τα δύο όταν έχω γενέθλια. Έρχονται στιγμές που σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να ζω. Κι όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο με πιάνει η μανία να ζήσω. (Μικρή σιωπή) Εσένα σου έχει συμβεί ποτέ;
Σαμπίνα: Τι να πω… Δεν το έχω πολυσκεφτεί. Αλλά συνήθως την ημέρα των γενεθλίων μου κοιτάζω προσεχτικά το πρόσωπό μου στον καθρέφτη κι αν ανακαλύψω καμιά καινούργια ρυτίδα, ξέρεις, τα γνωστά, μελαγχολώ. Από αυτή την άποψη μάλλον ανήκω στην πρώτη κατηγορία ανθρώπων.
Αχιλλέας: Κι όταν μελαγχολείς, τι κάνεις;
Σαμπίνα: Όταν μελαγχολώ… Τηλεφωνώ στις φίλες μου και μιλάμε… Ή ακούω δυνατά μουσική… Ή βλέπω μια κωμωδία στην τηλεόραση… Όπως καταλαβαίνεις δεν πρωτοτυπώ σε τίποτα. (Μικρή σιωπή) Υποθέτω ότι εσύ, όταν μελαγχολείς, σκαρώνεις παιχνίδια… Όπως αυτό που παίζουμε τώρα.
Αχιλλέας: Τι θα ξέρω για σένα περισσότερο απ’ ό,τι ξέρω για οποιαδήποτε άλλη, αν μάθω πως ήσουν συμμαθήτριά μου στο γυμνάσιο;
Σαμπίνα (Έπειτα από μικρή σιωπή): Η αλήθεια είναι ότι δε θα ξέρεις πολλά πράγματα. Αυτά που σου είπα προηγουμένως πάνω - κάτω.
Αχιλλέας: Ναι, φυσικά. Θα ξέρω ότι ίσως έχουμε φιληθεί. Αλλά… ακόμη κι αν φιληθούμε τώρα, αυτή τη στιγμή, τι παραπάνω θα ξέρω;   
Σαμπίνα (Τον κοιτάζει αμήχανα): Για φαντάσου… Όταν ερχόμουν εδώ έβαζα με το μυαλό μου διάφορα κακά. Μέχρι που φοβόμουν μην είσαι απ’ αυτούς που το έχουν βίτσιο να κομματιάζουν ανθρώπους και να τους χώνουν στο ψυγείο. Λένε πως υπάρχουν ακόμη τέτοιοι. (Διορθωτικά) Εντάξει, δε λέω ότι προέκυπτε από την εμφάνισή σου κι απ’ όσα είπαμε στο σινεμά. Απλά, μου φαινόταν λίγο μυστηριώδες αυτό το παιχνίδι. Καταλαβαίνεις…
Αχιλλέας: Έπρεπε να σου φανεί μυστηριώδες. Γιατί το μυστήριο δεν είναι το πριν, ούτε το μετά, στο ενδιάμεσο είναι που δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Κι αυτό το παιχνίδι βρίσκεται ακριβώς στο ενδιάμεσο. Κανείς απ’ τους δυο μας δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί. Φαντάσου, δεν ξέρω ούτε εγώ που το δημιούργησα. Σαν τη μάνα που γεννάει το παιδί της χωρίς να ξέρει αν θα γίνει σπουδαίο ή ρεμάλι. (Μικρή σιωπή. Σηκώνει το κεφάλι και την κοιτάζει) Θα σε συμβούλευα, λοιπόν, να μην αποκλείεις τίποτα, μιας και δεν ξέρεις τίποτα… Ίσως να είμαι το τελευταίο σκουπίδι της ανθρωπότητας. Πώς το ξέρεις;
Σαμπίνα: Δεν το ξέρω. Αλλά υποθέτω ότι κάθε μάνα που γεννά παιχνίδια σαν το δικό σου, θέλει να δώσει στα παιδιά της λίγο επικίνδυνη εμφάνιση, λίγο μοιραία, θεωρεί πως αυτό είναι η γοητεία τους. Κι ακόμη υποθέτω και κάτι άλλο. Ότι, όχι απλά δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί το παιχνίδι, αλλά δεν έχεις και κανένα συγκεκριμένο σχέδιο. Ότι πέρα από την έμπνευση της στιγμής στο σινεμά, δεν έχεις σκεφτεί τίποτα άλλο και το μόνο που κάνεις αναβάλλοντας να μάθεις αν είμαι η παλιά σου συμμαθήτρια -αν υπήρχε τέτοια συμμαθήτρια- είναι να κερδίζεις χρόνο, μήπως σκεφτείς κάτι έξυπνο. Αλλά, το να προσπαθείς να με φοβίσεις, δεν είναι τόσο έξυπνο όσο μάλλον σου φαίνεται.
Αχιλλέας (Απότομα): Θέλω να ξέρω αν είσαι η Σαμπίνα, η συμμαθήτριά μου.
Σαμπίνα (Εξίσου απότομα): Γιατί θα πρέπει να ξέρεις;   
Αχιλλέας (Ήρεμα): Δεν ξέρω. Περιέργεια… Έτσι, απλά, είχα την περιέργεια… Αφού, όμως, αμφισβήτησες την ύπαρξη της συμμαθήτριάς μου στο γυμνάσιο με το όνομα Σαμπίνα, θα σου πω το εξής: Είναι αδύνατο να μάθω αν είσαι εκείνη η Σαμπίνα.
Σαμπίνα: Πώς το εννοείς αδύνατο;
Αχιλλέας: Είναι αδύνατο…
Σαμπίνα: Πρέπει να το εξηγήσεις, νομίζω…
Αχιλλέας: Ο.Κ., δεν έχω κανένα πρόβλημα να το εξηγήσω. (Γέρνει προς το μέρος της) Ας υποθέσουμε ότι σε ρωτάω, χωρίς περιστροφές και άσκοπα λόγια, αν το σχολείο που πήγες γυμνάσιο ήταν στην τάδε γειτονιά, αν πήγες την τάδε χρονιά, αν είχες μια φιλόλογο που την έλεγαν τάδε κι έναν γυμναστή που τον έλεγαν παρατάδε. Κι ας υποθέσουμε, ακόμη, ότι μου απαντάς λέγοντας: «Ναι, εκεί ήταν το σχολείο μου, εκείνη τη χρονιά πήγα και έτσι έλεγαν τους καθηγητές μου».  
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Λοιπόν;
Αχιλλέας: Τι συμβαίνει τότε;…
Σαμπίνα: Δεν καταλαβαίνω πού το πηγαίνεις…
Αχιλλέας: Συμβαίνει πως οι πιθανότητες να μου λες αλήθεια ή ψέματα είναι πενήντα - πενήντα. Επομένως, η απάντησή σου δεν έχει καμία πρακτική σημασία. Είναι σα να μην έχει δοθεί. Γιατί και τώρα που δεν την έχεις δώσει, οι πιθανότητες είναι πάλι πενήντα - πενήντα.
Σαμπίνα: Γιατί να σου πω ψέματα;
Αχιλλέας: Γιατί να μου πεις αλήθεια;
Σαμπίνα: Πες μου έναν λόγο που θα έχω να σου πω ψέματα.
Αχιλλέας: Έναν θέλεις; Μπορώ να σου αραδιάσω πεντακόσιους.
Σαμπίνα: Πες μου έναν.
Αχιλλέας: Ο συχνότερος λόγος για να πει κάποιος ψέματα είναι η απουσία κάθε λόγου. Λέμε ψέματα γιατί έτσι μας κάπνισε. Γιατί ξέρουμε ότι τα λόγια δεν έχουν καμιά σημασία. Γιατί είτε μιλάς είτε δε μιλάς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι λέξεις είναι άδεια κονσερβοκούτια. Είναι σκουπίδια. Είναι παλιά συνήθεια που έμεινε. Μιλάμε όχι για να πούμε κάτι αλλά για να μιλήσουμε. Για την ικανοποίηση της ανάγκης να ανοιγοκλείσουμε το στόμα μας. Κάτι σαν το κατούρημα.
Σαμπίνα: Δε λέω ποτέ ψέματα για το κέφι μου.
Αχιλλέας: Καλά, ας μην τσακωθούμε. Υπάρχουν τόσοι άλλοι λόγοι… Για παράδειγμα… Σκέφτεσαι: «Νομίζω έμπλεξα μ’ αυτόν, ας του πω ναι να τελειώνουμε». Ή: «Κοίτα να δεις που πράγματι ήμουν συμμαθήτρια αυτού του αντιπαθητικού. Και μόνο για  να του χαλάσω το κέφι θα του πω όχι».
Σαμπίνα: Πώς συμπεραίνεις ότι σε αντιπαθώ;
Αχιλλέας: Ή: «Δεν είμαι, αλλά τι θα γίνει αν του πω ναι; Ας του πω ναι». Ή: «Αυτή είμαι, αλλά γιατί να μην του παίξω κι εγώ ένα παιχνίδι; Ας του πω όχι». Ή: «Σε ποια απ’ τις δύο περιπτώσεις θα μεγιστοποιήσω το όφελός μου;» Οπότε απαντάς με όποια σου φανεί πιο συμφέρουσα.
Σαμπίνα: Δε σου ζήτησα εγώ χρήματα. Εσύ μου τα πρόσφερες.
Αχιλλέας: Δεν αντιλέγω. Είναι όμως ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, να σκεφτείς πως αν σου δοθεί η ευκαιρία να επηρεάσεις τις καταστάσεις, αξιοποιώντας περισσότερα δευτεριάτικα ρεπό με ανάλογη αύξηση των απολαβών σου, δεν έχεις παρά να εκμεταλλευτείς την ευκαιρία αυτή. Και ένα ναι ή ένα όχι, σε μια τέτοια ερώτηση, θα μπορούσε να σου φανεί καλή ευκαιρία.  
Σαμπίνα: Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να παίξω τον ρόλο της κατηγορούμενης. Κι αφού προσπαθείς να μάθεις τι θα σκεφτόμουν, σου λέω πως αυτό που αρχίζω να σκέφτομαι είναι ότι ίσως με κάλεσες εδώ επειδή το έχεις βίτσιο να δικάζεις και να τρομάζεις άγνωστες γυναίκες.  
Αχιλλέας: Ίσως… Ποιος ξέρει; Ούτε εγώ. Ωστόσο υπάρχει και η θετική πλευρά αυτού του τελευταίου ενδεχόμενου, ότι δηλαδή θα απαντήσεις ανάλογα με το τι θα σου φανεί πιο συμφέρον. Για σκέψουΣτις άλλες περιπτώσεις δε θέλεις να πεις την αλήθεια και λες ψέματα. Εδώ δεν απορρίπτεις την αλήθεια εξαρχής. Αν η αλήθεια είναι η πλέον συμφέρουσα, τότε θα πεις την αλήθεια. Οι πιθανότητες δεν είναι πια πενήντα – πενήντα. Θα πεις την αλήθεια α: αν απλά θέλεις να πεις την αλήθεια και β: αν κρίνεις ότι σε συμφέρει να πεις την αλήθεια.
Σαμπίνα: Δε με ενδιαφέρουν οι πιθανότητές σου. Ούτε οι αλήθειες σου ούτε τα ψέματά σου…
Αχιλλέας: Μην ξεχνάς ότι και μένα άλλο πράγμα με ενδιαφέρει.
Σαμπίνα: Ποιο;
Αχιλλέας: Να μάθω ποια είσαι. Να μάθω αν είσαι η παλιά μου συμμαθήτρια.
Σαμπίνα: Τι επιμονή, Θε μου, μ’ αυτά τα ‘‘ποια είσαι’’ και ‘‘ποιος είσαι’’… Είμαι η Σαμπίνα και είσαι ο Αχιλλέας. Αυτό ξέρω μόνο…
Αχιλλέας (Κατευναστικά): Ο.Κ. Έχεις δίκιο. Είσαι η Σαμπίνα και είμαι ο Αχιλλέας. (Μικρή σιωπή) Είσαι η Σαμπίνα και είμαι ο Αχιλλέας… Συμφωνείς;
Σαμπίνα: Φυσικά, εγώ σου το είπα.   
Αχιλλέας: Μήπως αισθάνεσαι κουρασμένη; Σου υπενθυμίζω το δικαίωμά σου να αποσυρθείς σε ξεχωριστό δωμάτιο για όση ώρα επιθυμείς.
Σαμπίνα: Ναι, ίσως το κάνω. Ίσως μου χρειάζεται… Δε θα σε πειράξει που θα μείνεις μόνος;
Αχιλλέας: Όχι, συνήθισα μόνος…  Τον τελευταίο καιρό είμαι συνέχεια μόνος. Το ότι σε κάλεσα σπίτι μου δεν οφείλεται στο ότι βαρέθηκα τη μοναξιά.
Σαμπίνα: Μερικές φορές προτιμώ και ‘γω τη μοναξιά.  Αν και λένε πως ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μόνος του. Λένε πως είναι πάντα κοντά του ο φύλακας άγγελός του. Εγώ το πιστεύω.
Αχιλλέας: Ξέρω πως ψηλά, στον ουρανό, κάθεται στον θρόνο του ο Θεός. Αν είναι και μέσα μου, όμως, δεν το ξέρω. Δεν ξέρω αν έχει στείλει κάποιον άγγελό του να με φυλάει. Δεν τον είδα ποτέ. Δεν άκουσα ποτέ το θρόισμα απ’ τις φτερούγες του.
Σαμπίνα: Είναι όταν πάμε να κάνουμε μια κακή πράξη και μια φωνή μέσα μας μας λέει: «Μη, δεν πρέπει». Αυτή η φωνή είναι ο φύλακας άγγελος. Δε σου έχει τύχει;
Αχιλλέας: Α… ναι… Υπάρχει αυτή η φωνή. Υπάρχουν πολλές φωνές… Η κάθε μία λέει κι από κάτι. Να, τώρα εμένα, μια φωνή μέσα μου, μου λέει πως πρέπει να είμαι εξαιρετικά ανόητος που προσπαθώ τόση ώρα να μάθω αν είσαι η Σαμπίνα, η παλιά μου συμμαθήτρια… ενώ δεν ξέρω καν αν σε λένε Σαμπίνα, ή αν ο φύλακας άγγελός σου μου έβαλε στο μυαλό αυτή την ιδέα.
Σαμπίνα (Με απορία): Πώς δεν ξέρεις… Αμφιβάλεις ότι με λένε Σαμπίνα;
Αχιλλέας: Πώς το ξέρω;
Σαμπίνα: Καλά, ας πούμε εμένα δε με πιστεύεις. Μα δεν το έμαθες από μένα. Είδες το καρτελάκι στην μπλούζα μου.
Αχιλλέας: Ασφαλώς… Το καρτελάκι. Αλλά γιατί να μην ανήκει σε μια συνάδελφό σου -νυν ή πρώην- το καρτελάκι και να έτυχε κείνο το βράδυ που ήρθα να το φορέσεις εσύ;
Σαμπίνα: Δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Ποτέ δεν έχει συμβεί. Πάντα φοράμε καρτελάκι με το δικό μας όνομα.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Είχα έρθει και πριν πολύ καιρό στο σινεμά. Έπαιζε πάλι μια περιπέτεια. Ήταν περίπου τέτοια εποχή, πέρσι. Μια κοπέλα -θυμάμαι είχε στο πρόσωπο ένα σημάδι που ξεκινούσε από το δεξί της χείλι κι ανέβαινε λίγο στο μάγουλο- φορούσε και κείνη καρτελάκι με το όνομα Σαμπίνα. Ένιωσα και τότε την ίδια περιέργεια να μάθω αν είχε σχέση με την… Στο διάλειμμα την πλησίασα και τη ρώτησα. «Όχι», μου λέει, «δε με λένε Σαμπίνα. Λήδα με λένε. Σήμερα έπιασα δουλειά, δεν πρόλαβαν να μου τυπώσουν. Μου έδωσαν αυτό».
Σαμπίνα: Τώρα θα με ρωτήσεις πότε έπιασα δουλειά στο σινεμά;
Αχιλλέας: Όχι.
Σαμπίνα: Άκου, δεν ξέρω τι έγινε με την άλλη. Δεν ξέρω καν αν υπήρχε αυτή η άλλη που μου λες, ή αν τη γέννησε το μυαλό σου και μπλοφάρεις. Μια φορά πάντως εμένα με λένε Σαμπίνα. (Μικρή σιωπή) Είμαι σίγουρη ότι λες ψέματα...
Αχιλλέας: Αυτή η κοπέλα, η Λήδα, μου είπε ακόμη πως, απ’ ό,τι έμαθε κείνο το βράδυ, το καρτελάκι αυτό το κρατάνε πάντα για τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις.
Σαμπίνα: Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι καμιά έκτακτη περίπτωση. Κι αν θέλεις να ξέρεις, κοντεύω να κλείσω μισό χρόνο στο σινεμά. Το καρτελάκι αυτό τυπώθηκε για μένα και μόνο για μένα. Μου το έδωσαν πριν ξεκινήσω τη δουλειά. (Μικρή σιωπή) Είμαι η Σαμπίνα.
Αχιλλέας: Η απλή λογική τι λέει; Λέει πως για να υπάρχει ένα καρτελάκι με το όνομα Σαμπίνα, κάποτε -άγνωστο πότε- υπήρχε και μια ταξιθέτρια με το όνομα Σαμπίνα. Η οποία ταξιθέτρια Σαμπίνα μπορεί να απολύθηκε λόγω πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, ή να παραιτήθηκε αλλάζοντας σινεμά ή αλλάζοντας επάγγελμα, ή να ήταν φοιτήτρια και μόνο ευκαιριακά να ασχολήθηκε με την έβδομη τέχνη, ή, τέλος, μπορεί να πέθανε.
Σαμπίνα: Δεν ξέρω αν υπήρχε άλλη Σαμπίνα ταξιθέτρια πριν από μένα. Δε ρώτησα ποτέ. Αλλάζει πολύ συχνά το προσωπικό σ’ αυτό το σινεμά. Αν υπήρχε μια Σαμπίνα πριν τρία χρόνια, σίγουρα δε θα την ξέρει κανείς σήμερα. Ο πιο παλιός, ο λογιστής, δεν έχει κλείσει ούτε δυο χρόνια στην εταιρία.
Αχιλλέας: Αυτό που δεν πρέπει να αφήσουμε να μας ξεφύγει σ’ αυτή την υπόθεση είναι ότι, εκείνη η Σαμπίνα, η Σαμπίνα για την οποία τυπώθηκε το καρτελάκι, μπορεί να είναι η παλιά μου συμμαθήτρια. Δεν το βρίσκεις πραγματικά ενδιαφέρον;
Σαμπίνα: Στο διάολο κι αν είναι κι αν δεν είναι. Τι σημασία νομίζεις ότι έχει;
Αχιλλέας: Δεν ξέρω αν έχει σημασία. Στο είπα από την αρχή, είναι ένα παιχνίδι…
Σαμπίνα: Δεν έχει καμία σημασία.
Αχιλλέας: Ίσως να είναι όπως το λες. Αν και μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει καμία σημασία. Το κάθε τι πρέπει να έχει μια σημασία, έστω μικρή, έστω πολύ μικρή. (Μικρή σιωπή) Δε θα πας στο δωμάτιο; Παραδέχομαι ότι σε ζάλισα με τις υποθέσεις μου.
Σαμπίνα: Αυτή τη στιγμή δε θέλω ούτε να μείνω ούτε να πάω στο δωμάτιο. (Μικρή σιωπή) Δεν ξέρω τι θέλω… Μάλλον δε θέλω τίποτα…

Μέρος 2ο
(Από πού ερχόμαστε;)

                                                            … (Ξαφνικά) Θέλω να ακούσω ένα παραμύθι. Ένα μεγάλο παραμύθι. Από αυτά που δεν έχουν τέλος…
Αχιλλέας: Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει τέλος.
Σαμπίνα: Λένε πως υπάρχουν τέτοια παραμύθια.
Αχιλλέας: Είναι κι αυτό ένα παραμύθι.
Σαμπίνα: Και εκείνο με τις σιταποθήκες του βασιλιά; Υπήρχε μόνο μια μικρή τρυπούλα από όπου χωρούσε να περάσει ένα μόνο μυρμήγκι. Περνούσε το μυρμήγκι, έπαιρνε ένα σπυρί σιτάρι και έβγαινε. Ύστερα ένα άλλο μυρμήγκι κι ύστερα άλλο. Και τα μυρμήγκια και τα σπυριά ήταν ατέλειωτα.
Αχιλλέας: Ήταν πολλά, δεν ήταν ατέλειωτα. Κάποτε θα τέλειωναν τα σπυριά.
Σαμπίνα: Θα ερχόταν η καινούργια σοδειά.
Αχιλλέας: Κάποτε θα γινόταν μια σιτοδεία, ή μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Το σιτάρι θα χανόταν και τα μυρμήγκια θα πέθαιναν. Το παραμύθι θα τέλειωνε. Δεν υπάρχει παραμύθι χωρίς τέλος. Αν το κάθε πράγμα δεν τελείωνε ποτέ, τότε θα ήταν διαρκώς παρόν, άρα δε θα υπήρχε παρελθόν. Κι αν οι πρόγονοί μας δεν ήταν παρελθόν, δε θα ήμασταν εμείς παρόν.
Σαμπίνα: Μου αρέσει το παρελθόν.
Αχιλλέας: Σύμφωνα με όσα μόλις είπα, δεν είναι λογικό να σου αρέσουν τα παραμύθια χωρίς τέλος και ταυτόχρονα το παρελθόν.
Σαμπίνα: Έστω, ας μην είναι χωρίς τέλος. Ας δίνουν μόνο την εντύπωση ότι δεν έχουν τέλος.
Αχιλλέας: Κι όταν θα έρθει το τέλος;
Σαμπίνα: Δεν ξέρω. Ίσως να έχω βαρεθεί ως τότε το παραμύθι. Ίσως να μη με νοιάζει.
Αχιλλέας: Σίγουρα θα έχεις βαρεθεί. Είναι ένα είδος λαιμαργίας το να θέλεις να μην υπάρχει τέλος. Μαζί με τον κορεσμό θα έρθει και η επιθυμία του τέλους.
Σαμπίνα: Στο δικό σου παιχνίδι γιατί δεν όρισες ένα τέλος;
Αχιλλέας: Δεν έχει νόημα να ορίζεις το τέλος. Έρχεται έτσι κι αλλιώς μόνο του.
Σαμπίνα: Και μόλις έρθει, το παιχνίδι σου θα γίνει παρελθόν.
Αχιλλέας: Ακριβώς.
Σαμπίνα: Τότε μπορεί να μου αρέσει…
Αχιλλέας: Πώς θα ήθελες να εξελιχθεί για να σου αρέσει και στο παρόν;
Σαμπίνα: Ας μιλήσουμε για το παρελθόν. (Μικρή σιωπή) Μόνο, σε παρακαλώ, μην ψάχνουμε πάλι τι είναι ή τι ήταν το κάθε τι.
Αχιλλέας: Ναι, καταλαβαίνω. Δε χρειάζεται να ψάχνουμε. Τα λόγια είναι πολύ χρήσιμα όταν δεν τα χρησιμοποιούμε για να ψάχνουμε. Ας μιλήσουμε για το παρελθόν σα να διηγούμαστε παραμύθι.
Σαμπίνα: Ας μιλήσουμε για το παρελθόν σου.
Αχιλλέας (Λίγο ξαφνιασμένος): Νόμιζα ότι δεν ήθελες να μιλήσουμε για κάτι συγκεκριμένο. Ότι προτιμούσες να ανοίξουμε μια ήσυχη κουβέντα περί ανέμων και υδάτων.
Σαμπίνα: Εσύ ξέρεις κάτι για μένα. Μπορεί να μην πιστεύεις ότι με λένε Σαμπίνα, ξέρεις όμως ότι τους τελευταίους έξι μήνες δουλεύω ταξιθέτρια σε σινεμά. Εγώ δεν ξέρω τίποτα για σένα. Θ’ ακούσω αυτό που θα μου πεις χωρίς να το πιστέψω ή να μην το πιστέψω, χωρίς να το σχολιάσω, χωρίς να το κρίνω. Μόνο θα το ακούσω. Μόνο…
Αχιλλέας: Άκουσε, λοιπόν, και μάθε, ότι τους τελευταίους έξι μήνες δεν κάνω καμιά δουλειά. Κάθομαι τεμπέλης στο σπίτι και ας πούμε περιμένω κάτι. Στο μεταξύ, για να περάσει όσο γίνεται λιγότερο βαρετά ο χρόνος, εφευρίσκω παιχνίδια σαν κι αυτό που παίζουμε. Κι αν βρίσκεις το συγκεκριμένο παιχνίδι ανόητο, σου λέω ότι είναι ό,τι καλύτερο έχω σκαρώσει ως τώρα.  
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Πιο πριν; Τι έκανες πιο πριν;
Αχιλλέας: Σου είπα τι έκανα τους τελευταίους έξι μήνες. Πλέον ξέρεις τόσο από το παρελθόν μου όσο ξέρω εγώ από το δικό σου. Ξέρουμε και οι δύο το πιο φρέσκο παρελθόν του άλλου, αυτό το παρελθόν που σκουντουφλάει ακόμα στα πόδια μας. Γιατί θα πρέπει να σκαλίσω πιο βαθιά και να σου πω περισσότερα;
Σαμπίνα: Γιατί, αν κατάλαβα καλά, εξέφρασες την επιθυμία να εξελιχθεί το παιχνίδι έτσι που να μου αρέσει και στο παρόν κι όχι μονάχα όταν θα γίνει πτώμα και θα το κλαίμε. (Μικρή σιωπή) Τι έκανες πιο πριν;
Αχιλλέας: Πιο πριν ήμουν δραστήριος, υπερδραστήριος καλύτερα να πω. Εμπορικός διευθυντής γενικής αντιπροσωπείας αυτοκινήτων, εταιρίας θυγατρικής μεγάλου πολυεθνικού ομίλου με έδρα την Αμερική. Κι ήμουν ο εμπορικός διευθυντής. Όχι από την αρχή. Πωλητής ξεκίνησα. Πριν εννέα χρόνια. Θυμάμαι την πρώτη μέρα που πήγα να δουλέψω. Φορούσα για πρώτη φορά γραβάτα. Η μάνα μου με σταύρωνε όταν έφευγα από το σπίτι. Μου φόρεσε και φυλαχτό στη φανέλα, μέσα από το πουκάμισο. Μουρμούριζε ξόρκια να μη με ματιάσουν. Δεχόμουν ό,τι έκανε νιώθοντας ένα ελαφρύ, γλυκό ανατρίχιασμα, σε όλο μου το κορμί. Ως τότε όλο σκατοδουλειές. (Μικρή σιωπή) Πέρασα απ’ όλες τις θέσεις του τμήματος. Όλα αυτά τα χρόνια δούλευα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Δε θυμάμαι ποτέ να έφυγα από το γραφείο πριν βραδιάσει, ακόμη και το καλοκαίρι που η μέρα κρατάει μέχρι αργά. Το πολύ να καθυστερούσα λίγο τα πρωινά. (Μικρή σιωπή) Πριν τρία χρόνια έγινα εμπορικός διευθυντής. Ένας άχρηστος ήταν ο προηγούμενος. Πήρε την εταιρία δεύτερη σε πωλήσεις και την έφτασε τέταρτη. Τη μέρα που μου ανατέθηκαν επίσημα τα καθήκοντα, ο γενικός διευθυντής οργάνωσε μια μικρή γιορτή με όλο το προσωπικό. Έβγαλε έναν μικρό λόγο και είπε ότι χαιρόταν που έγινε διευθυντής ένας μέσα από τα σπλάχνα της εταιρίας. Ήταν ωραία γιορτή. (Μικρή σιωπή) Από την επόμενη κιόλας μέρα στρώθηκα στη δουλειά. Το γραφείο έγινε το σπίτι μου. Εκεί έτρωγα, εκεί έπαιρνα έναν υπνάκο το μεσημέρι˙ πολλές φορές, όταν με πιάναμε μεσάνυχτα, κοιμόμουν και το βράδυ εκεί. «Πού να γυρίζω σπίτι» έλεγα, «για ποιο λόγο;»
Σαμπίνα (Σιγά, σχεδόν αδιάφορα): Πάνω στο γραφείο κοιμόσουν; Με το κουστούμι;
Αχιλλέας (Την κοιτάζει με μικρή απορία): Ήταν… ένα διπλανό γραφείο. Ο γενικός το μετέτρεψε σε κάτι σαν κρεβατοκάμαρα. Μόνος του. Εγώ δε ζήτησα τίποτα. (Μικρή σιωπή) Δούλευα… Δούλευα πάνω στα καινούργια πλάνα της εταιρίας. Πρώτος στόχος ήταν η ανακατάληψη της δεύτερης θέσης σε πωλήσεις. Ήμασταν τέταρτοι, όπως σου είπα. Στην τρίτη θέση είχε ανεβεί μια σχετικά καινούργια εταιρία που λανσάριζε ασιατικές φίρμες. Ήταν μικρή και ευέλικτη. Το ότι μας είχε προσπεράσει μια εταιρία πολύ μικρότερης κεφαλαιακής δομής από τη δική μας, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι κι έχασε το κεφάλι του ο προηγούμενος εμπορικός. (Μικρή σιωπή) Δε λέω, με βοήθησαν και οι συγκυρίες. Ακριβώς την περίοδο που ανέλαβα προωθήσαμε δυο νέα μοντέλα με πολύ επιτυχία. Τους αφήσαμε πίσω τους Ασιάτες. Μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες πήρα την πρώτη μου αύξηση σαν εμπορικός διευθυντής. Αλλά αποδείχτηκαν σκληρά καρύδια. Στο εξάμηνο ήμασταν πάλι πίσω. «Αυτούς, φίλε μου», μου λέει ο γενικός – από τη μέρα που έγινα διευθυντής έτσι με έλεγε, «Αυτούς, φίλε μου, δεν πρέπει να τους περάσουμε απλά, πρέπει να τους τελειώσουμε».
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή, σιγανά και σχεδόν αδιάφορα): Και τι έγινε;
Αχιλλέας: Έδωσα τη μάχη με όλα τα μέσα που είχα στη διάθεσή μου. Προσάρμοσα τις εμπορικές πολιτικές μας έτσι που να εξουδετερώνουν όλα τα πλεονεκτήματα των δικών τους. Κυρίως βρήκα άνθρωπο που με πληροφορούσε για τις κινήσεις τους από μέσα. Πέταξαν ένα σωρό λεφτά για να προωθήσουν προγράμματα και προσφορές που τα βγάλαμε εμείς στην αγορά λίγο πριν από αυτούς. (Μικρή σιωπή) Σε λιγότερο από ένα χρόνο τους έκλεισα. Τους έσβησα απ’ τον χάρτη… Ήταν δική μου, αποκλειστικά δική μου επιτυχία. (Μικρή σιωπή) Μου λέει ο γενικός: «Τι δώρο θέλεις γι’ αυτό που πέτυχες; Ζήτα μου ό,τι θες, θα σου το δώσω». (Μικρή σιωπή) Από αυτούς που έμειναν χωρίς δουλειά, όταν έκλεισε η άλλη εταιρία, αρκετοί μας έστειλαν βιογραφικά τους. Ανάμεσά τους ήταν και μια ψηλή μελαχρινή, η πρώην ιδιαιτέρα του πρώην αφεντικού της. Βρύσα την έλεγαν. Είχε αυτό το παράξενο όνομα… Την είχα δει κάποιες φορές σε παρουσιάσεις, πάντα κολλημένη δίπλα στο αφεντικό της. Μου άρεσε… (Μικρή σιωπή) Και του λέω του γενικού: «Δώσε μου αυτήν για γραμματέα». Με χτύπησε ταυτόχρονα με τα χέρια του στους ώμους. «Δική σου, φίλε μου», μου λέει, «σου αξίζει». Κι αυτό ήταν η αιτία…
Σαμπίνα: Έχω στείλει κι εγώ το βιογραφικό μου σε άλλους σινεμάδες. Ποτέ δε μου απάντησαν. Για ταξιθέτρια παίρνουν όποια να ‘ναι. (Μικρή σιωπή) Και τι έγινε με αυτή τη Βρύσα;
Αχιλλέας: Έγινα πως εγώ σου μιλώ σοβαρά και ‘συ λες βλακείες.
Σαμπίνα: Τι πάει να πει βλακείες; Είπα κάτι σχετικό.
Αχιλλέας: Είπες κάτι σχετικό που ήταν βλακεία. Δε λέω τίποτα άλλο…
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Το ξέρω ότι σε τρώει η γλώσσα να συνεχίσεις. Θέλεις λίγο παρακάλι, αυτό είναι. Μη νομίζεις, όμως, ότι έχω καμιά μεγάλη σκοτούρα να μάθω τη συνέχεια, αν δηλαδή πήδαγες τη Βρύσα σου μέρα παρά μέρα ή καθημερινά… Εντάξει, θα μου πεις στην αρχή ότι σου έκανε τη δύσκολη, αλλά είναι τυπικά αυτά, μέρος του παιχνιδιού, για να μην αισθάνεται αυτή πουτάνα και για να έχεις εσύ την ικανοποίηση ότι την έριξες την γκόμενα. Ένα βράδυ την έβγαλες για φαγητό έξω, ήπιατε λίγο παραπάνω, την πήγες σπίτι της, ανέβηκες για ένα τελευταίο ποτό… Κάπως έτσι δεν έγινε;
Αχιλλέας: Όχι, δεν έγινε έτσι.
Σαμπίνα: Αλλά, πώς;
Αχιλλέας: Είπες ότι θα κάθεσαι και θα ακούς. Μόνο θα ακούς.
Σαμπίνα: Είπα ούτε θα πιστέψω ούτε δε θα πιστέψω. Κι όσο γι’ αυτό, μείνει ήσυχος, τηρώ την υπόσχεσή μου. (Μικρή σιωπή) Τι έγινε με τη Βρύσα;
Αχιλλέας: Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα το βουλώσεις όσο θα λέω τι έγινε με τη Βρύσα.
Σαμπίνα: Κι εσύ πρέπει να παραδεχτείς ότι με κάλεσες με αυτούς τους παράξενους όρους σπίτι σου μόνο και μόνο για να διηγηθείς σε κάποια τις ερωτοδουλειές σου, χωρίς αυτή η κάποια να έχει τη δυνατότητα να πει έστω μια λέξη.
Αχιλλέας: Είναι γελοίο… Εσύ ζήτησες να μάθεις το παρελθόν μου.
Σαμπίνα: Κατάλαβα ποιος ήταν ο σκοπός σου. Στο ζήτησα για να…
Φωνή γυναικεία από μεγάφωνο στον δρόμο: Προσοχή, παρακαλώ. Ακολουθεί η συμβουλή της ημέρας από το υπουργείο κατανάλωσης και κοινωνικής ευεξίας: Κατά τη διάρκεια των αγορών σας να είστε απολύτως χαλαροί και να αποφεύγετε σκέψεις που πιθανόν να σας δημιουργήσουν δυσάρεστους συνειρμούς. Ταξιδέψτε από κατάστημα σε κατάστημα κι από ράφι σε ράφι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Να είστε σίγουροι πως οι εμπειρίες που θα αποκομίσετε ακολουθώντας αυτή τη μέθοδο θα είναι πολύ πιο ευρείες σε σύγκριση με τη μέθοδο της προεπιλεγμένης διαδρομής. Η συμβουλή της ημέρας ήταν μια προσφορά του υπουργείου κατανάλωσης και κοινωνικής ευεξίας.
Σαμπίνα: Πρέπει να πάω για ψώνια μόλις φύγω από δω. (Μικρή σιωπή) Τι έγινε με τη Βρύσα;
Αχιλλέας: Αν βιάζεσαι μπορείς να φύγεις.
Σαμπίνα: Μα… ο τέταρτος όρος δε λέει…
Αχιλλέας: Πως όλα τελειώνουν. Λέει πως αν φύγεις νωρίτερα όλα τελειώνουν, δε λέει πως απαγορεύεται να φύγεις νωρίτερα.
Σαμπίνα: Σε απογοήτευσα;
Αχιλλέας: Αυτό πες ήταν απ’ την αρχή δεδομένο.
Σαμπίνα: Τότε γιατί δε διάλεξες κάποια άλλη;
Αχιλλέας: Η κατάληξη θα ήταν η ίδια. Δεν είχε σημασία με ποια θα γινόταν.
Σαμπίνα: Και ‘γω πίστευα πως δε θα είχε ευχάριστη κατάληξη αυτή η ιστορία. Μυστηριώδεις όροι και σαχλαμάρες…
Αχιλλέας: Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί, ενώ πληρώνεσαι ουσιαστικά για να μην κάνεις τίποτα, εσύ φροντίζεις να κάνεις ό,τι χρειάζεται για να γίνεις δυσάρεστη.    
Σαμπίνα: Ναι, έχω την τάση να μιλάω ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανένας λόγος. Αν και γενικότερα προτιμώ να ακούω παρά να μιλάω. Είμαι καλή ακροάτρια. (Μικρή σιωπή) Και ‘συ ωραία τα έλεγες. (Μικρή σιωπή) Έχουμε πολύ ώρα μέχρι τις οκτώ. Τι θα κάνουμε; Έχεις κλειστή και την τηλεόραση. Αν δε μιλήσουμε πώς θα περάσει η ώρα; (Μικρή σιωπή) Αρκεί κάποιος να μιλάει και κάποιος να ακούει.
Αχιλλέας: Όχι κάποιος και κάποιος. Εγώ θα μιλάω και ‘συ θα ακούς. Τουλάχιστον μέχρι να τελειώσω αυτό που άρχισα.
Σαμπίνα: Το ήξερα ότι ήθελες να το τελειώσεις αυτό που άρχισες.
Αχιλλέας: Δεν ήθελα να το αρχίσω. Όμως τώρα που το άρχισα θέλω να το τελειώσω.
Σαμπίνα: Ωραία. Τι έγινε με τη Βρύσα; Ήταν καλή γραμματέας;
Αχιλλέας (Δεν κοιτάζει τη Σαμπίνα): Ήταν μια γραμματέας. Πάνω - κάτω τίποτα το ιδιαίτερο. Εκτός από το ότι ήταν η ομορφότερη γραμματέας μέσα στην εταιρία. Ούτε του γενικού, ούτε του οικονομικού, ούτε του τεχνικού, και φυσικά ούτε της υποδοχής οι κοπέλες ήταν τόσο όμορφες. Ήταν αρκετά ψυχρή, βέβαια. Είχε ένα παγωμένο χαμόγελο απ’ το πρωί ως το βράδυ. Η φωνή της επαγγελματική˙ ποτέ δεν παρατήρησα να παίρνει διαφορετική χροιά, εκτός από… Τα μάτια της πότε-πότε τα πρωινά ήταν κοκκινισμένα από αϋπνία, αλλά πάντα ανέκφραστα. (Μικρή σιωπή) Δεν κατάφερνα να καταλάβω τι σκεφτόταν. Φαίνεται σκεφτόταν συνεχώς τη δουλειά… (Μικρή σιωπή) Το πιο ωραίο πάνω της ήταν μάλλον τα μακριά ίσια μαλλιά της. Είχαν ένα πολύ απαλό καστανό χρώμα. Όταν τύχαινε να μου γυρίζει την πλάτη τα έβλεπα να πέφτουν λυτά μέχρι τη μέση. Και τότε… ήταν η μόνη στιγμή που ένιωθα την επιθυμία να τη χαϊδέψω, να χαϊδέψω τα μαλλιά της. Γιατί όταν την κοιτούσα στο πρόσωπο, όσο πολύ κι αν μου άρεσε, μου φαινόταν πως κάτι τέτοιο ήταν αταίριαστο. Περισσότερο έψαχνα -μάταια φυσικά- να βρω στο πρόσωπό της ένα σημάδι επιδοκιμασίας για μένα, όταν έκλεινα μια καλή δουλειά, όταν κατάφερα να ανεβάσω την εταιρία ξανά στη δεύτερη θέση, όταν μιλούσα με τον γενικό σαν ίσος προς ίσο – μόνο εγώ… (Μικρή σιωπή) Μου άρεσε… Τη σεβάστηκα. Την ανέβασα. Πενήντα τοις εκατό πάνω έπαιρνε από την προηγούμενη τρύπα που δούλευε. Κι ήταν η ιδιαιτέρα του εμπορικού μιας πολυεθνικής. (Μικρή σιωπή) Στο μεταξύ είχα βάλει μπροστά το σχέδιο που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μου θα μας ανέβαζε στην κορυφή το αργότερο μέσα σε δύο χρόνια. Είχαν περάσει κιόλας δυόμισι απ’ όταν η Βρύσα έγινε ιδιαιτέρα μου. (Μικρή σιωπή) Ένα πρωί… Είχα αργήσει εκείνο το πρωί. Έφτασα στην εταιρία μετά τις δέκα. (Μικρή σιωπή) Η Βρύσα δεν ήταν στο γραφείο της. Δεν έδωσα σημασία. Θα πήγε να φτιάξει καφέ, σκέφτηκα. Έκανα κάτι τηλεφωνήματα. Κι όση ώρα μιλούσα στο τηλέφωνο, δεν ξέρω γιατί, κοιτούσα επίμονα το άδειο γραφείο της. (Μικρή σιωπή) Ασχολήθηκα και με κάτι άλλο, δε θυμάμαι. (Μικρή σιωπή) Δεν ερχόταν… (Μικρή σιωπή) Λέω: Θα έπιασε την κουβέντα σε κανένα γραφείο. Η Χρύσα, η ιδιαιτέρα του γενικού, ήταν η μόνη στην εταιρία με την οποία είχε πάρε - δώσε. Την κάλεσα στο εσωτερικό της μήπως ήταν εκεί. (Μικρή σιωπή) Νιώθω… άγνωστο γιατί… νιώθω μια μικρή ικανοποίηση κάθε φορά που σταματάω λίγο, για να ξαναρχίσω… (Μικρή σιωπή) Σήκωσε το τηλέφωνο αυτή, η Βρύσα… Παράξενο ήταν, αλλά λέω: «Θα της ζήτησε η Χρύσα χάρη να την αντικαταστήσει για λίγο. Κάπου θα έχει πάει με τον γενικό». Πρέπει κάποια να μένει στο γραφείο του, να απαντάει στις κλήσεις, να οργανώνει τη δουλειά. Αλλά λέω πάλι: «Σε αυτές τις περιπτώσεις πηγαίνει κάποια κοπέλα από τη γραμματεία». (Μικρή σιωπή) Άκουσα στο ακουστικό τη Βρύσα να λέει για δεύτερη φορά παρακαλώ. «Για κάποιο λόγο, τέλος πάντων, θα χρειάστηκε να πάει η Βρύσα», λέω. Θυμάμαι πολύ καλά όλες τις σκέψεις που έκανα, σαν ανυποψίαστος που ήμουν. (Μικρή σιωπή) «Βρύσα, καλημέρα», της λέω, «σε χρειάζομαι, πότε θα γυρίσεις στο γραφείο;» Και τότε… τότε άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή της Βρύσας να αποκτά χροιά διαφορετική από εκείνη την τυπική επαγγελματική που είχε πάντα. «Δε θα γυρίσω στο γραφείο σας, κύριε εμπορικέ», μου λέει, «Από σήμερα ο κύριος γενικός με όρισε ιδιαιτέρα του». (Μικρή σιωπή) Αμέσως η σκέψη μου γύρισε σε κείνα τα δυο παρακαλώ που μου είχε πει όταν απάντησε στο τηλέφωνο, έχοντας δει φυσικά ποιο εσωτερικό την καλούσε. Τότε μόνο αντιλήφθηκα ότι και κείνα τα δυο παρακαλώ είχαν άλλη χροιά. (Μικρή σιωπή. Κοιτάζει τη Σαμπίνα) Περιφρόνηση… (Μικρή σιωπή. Κοιτάζει κάτω) Η χροιά της φωνής της ήταν ολοκάθαρα περιφρονητική... (Καταπίνει το σάλιο του) Κατάπια το σάλιο μου με δυσκολία. (Μικρή σιωπή) «Πώς έτσι;» κατάφερα να τη ρωτήσω. «Δεν ξέρω τίποτα», λέω, «Η Χρύσα; Πού είναι η Χρύσα;» «Η Χρύσα πληροφορήθηκα άτυπα ότι πήγε σε ανταγωνιστή. Ο κύριος γενικός με πληροφόρησε σήμερα το πρωί για την αλλαγή στη θέση μου. Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλώ, ρωτήστε τον κύριο γενικό». Έτσι μίλησε... Και δεν υπήρχε μια λέξη, απ’ όσες είπε, που να μην ξεχείλιζε περιφρόνηση. Μα περισσότερο αυτά τα «πληροφορήθηκα», «πληροφόρησε»,  «πληροφορίες»… Αυτά περισσότερο. (Μικρή σιωπή) Είχα τη συνήθεια να χρησιμοποιώ αρκετά συχνά τη λέξη πληροφορία. Καμιά φορά τη ρωτούσα αστειευόμενος αν είχε καμιά πληροφορία για τους ανταγωνιστές μας… (Μικρή σιωπή) Κατέβασα το ακουστικό και…
Σαμπίνα: Μήπως σου έπεσε από το χέρι;…
Αχιλλέας (Την κοιτάζει ανέκφραστος): Κατέβασα το ακουστικό και… Αισθάνθηκα την τεράστια οργή που ανέβαινε από τα σπλάχνα μου και προσπάθησα να την ελέγξω. (Μικρή σιωπή) Όχι. Δεν το κατάφερα ούτε στο ελάχιστο. Ήταν τόση μεγάλη η οργή μου εκείνες τις πρώτες στιγμές που στην πραγματικότητα δεν είχε κανένα αντικείμενο. Μόνο αρκετά αργότερα εστίασα στην περιφρονητική της ομιλία και στην πουστιά του γενικού. Και να δεις… δεν πρέπει να πέρασαν ούτε κλάσματα δευτερολέπτου απ’ όταν εμφανίστηκε στη μνήμη μου αυτός ο πούστης μέχρι που όρμισα αφηνιασμένος να τον βρω. Για κακή τύχη τον βρήκα αμέσως… (Μικρή σιωπή) Έβγαινε από το γραφείο του κρατώντας στο ένα χέρι μια στοίβα φακέλους. Δε θυμάμαι τι του φώναξα, δε θυμάμαι αν μιλούσα ή αν γάβγιζα… Θυμάμαι τις κοφτές απαντήσεις του. «Δε σου πέφτει λόγος», «Δε δίνω αναφορά σε κανέναν», «Έτσι μου γούσταρε και την πήρα». Στο τέλος έκανε έναν μορφασμό απαξίωσης μαζί με μια κίνηση του ελεύθερου χεριού του και με παράτησε στη μέση του διαδρόμου, θέαμα σε όλη την εταιρία. (Μικρή σιωπή) Από ένστικτο κατάλαβα ότι η εμφάνισή μου πρέπει να ήταν άθλια. Πήγα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Α! Όσο κι αν ήμουν προετοιμασμένος, αυτό που είδα στον καθρέφτη ξεπερνούσε κατά πολύ τις υποθέσεις μου. Πότε πρόλαβα, μέσα σε λίγα λεπτά… μέσα σε δύο, το πολύ τρία λεπτά.  Τρόμαξα, για λίγο η εικόνα μου μου απέσπασε όλη την προσοχή. Το πρόσωπό μου μισό κόκκινο μισό κίτρινο, τα μάτια μου τεράστια και κοκκινισμένα, τα μαλλιά μου σαν άγριοι θάμνοι που τους ανακάτωσε δυνατός βοριάς, στο πηγούνι μου σάλια, η γραβάτα λυτή, το πουκάμισο σκισμένο... Πάνω απ’ όλα μια αναλλοίωτη έκφραση μίσους. Είχε κολλήσει σαν μάσκα πάνω μου, σαν ένα άλλο, δεύτερο πρόσωπο. (Μικρή σιωπή) Δεν ξέρω… Είπα ό,τι είχα να πω…
Σαμπίνα (Μετά από σιωπή): Φαντάζομαι, γυρίζοντας στο γραφείο βρήκες την απόλυσή σου κολλημένη στην πόρτα.    
Αχιλλέας (Στρέφεται αργά προς αυτήν): Δεν έχει βρεθεί άνθρωπος να με απολύσει εμένα.
Σαμπίνα: Πάντως μου φαίνεται πολύ λογικό να σε απέλυσαν. Μετά από όσα έγιναν…
Αχιλλέας: Φυσικά και δε με απέλυσαν. Εγώ, μόνος μου έφυγα. Την ίδια εκείνη στιγμή έφυγα. Έφυγα και τώρα περιμένω. Εδώ και έξι μήνες περιμένω. Κι ούτε θα αργήσει να έρθει η μέρα κι η στιγμή που θα ‘ρθουν μετανιωμένοι να μου ζητήσουν συγνώμη, που θα ‘ρθει ο σκύλος μετανιωμένος να μου ζητήσει συγνώμη και να με παρακαλέσει να γυρίσω πίσω. Γιατί θα βουλιάξουν χωρίς εμένα, θα χαθούν στα τάρταρα χωρίς εμένα.
Σαμπίνα: Συνήθως αυτά τα πράγματα είναι προαποφασισμένα. Αυτό ξέρω εγώ.
Αχιλλέας: Τι θέλεις να πεις;
Σαμπίνα: Κάποιο διοικητικό συμβούλιο μυστικό από σένα πρέπει να προηγήθηκε. Εκεί θα πήραν την απόφαση ότι πρέπει να αλλάξουν εμπορικό διευθυντή.
Αχιλλέας: Για ποιο λόγο να έπαιρναν τέτοια απόφαση; Λες βλακείες.
Σαμπίνα: Μπορεί, για παράδειγμα, να έκριναν ότι η εταιρία θα έπρεπε ήδη να είχε κατακτήσει την πρώτη θέση.
Αχιλλέας: Δεν είχαν κανένα λόγο.
Σαμπίνα: Ή μπορεί να έκριναν ότι κάποιος άλλος θα την έφτανε στην κορυφή νωρίτερα από σένα.
Αχιλλέας: Όλα αυτά που λες είναι γελοιότητες.
Σαμπίνα: Έτσι ο γενικός ανέλαβε να εκτελέσει την άκομψη αποστολή που μου διηγήθηκες, βέβαιος ότι ή θα έφευγες μόνος σου ή η ανεξέλεγκτη αντίδρασή σου θα του έδινε το δικαίωμα να σε στείλει σπιτάκι σου χωρίς φράγκο αποζημίωση.
Αχιλλέας: Δεν είχαν κανένα λόγο.
Σαμπίνα: Δε λέω αλλά, ξέρεις, γίνονται αυτά… συμβαίνουν. (Μικρή σιωπή) Πήρες αποζημίωση;
Αχιλλέας: Σου λέω έφυγα μόνος μου.
Σαμπίνα: Τα βλέπεις; Πέτυχαν αυτό που ήθελαν οι άθλιοι.
Αχιλλέας: Μου τη φέρανε θέλεις να πεις.
Σαμπίνα: Εσύ το είπες. Εγώ είπα ότι γίνονται τέτοια πράγματα.
Αχιλλέας: Και τι αλλάζει αν έγιναν έτσι όπως τα λες, ανόητη; Ποιος θα κλάψει και θα ταπεινωθεί στο τέλος; Ποιος θα πάει γονατιστός στον άλλο να του ζητήσει συχώρεση; (Κοιτάζει τη Σαμπίνα στα μάτια) Δε θα είμαι εγώ. Εγώ είμαι αυτός που περιμένει. Αφουγκράζομαι στη μοναξιά μου τον πανικό που τους κυριεύει μέρα με τη μέρα και περιμένω. Θα στείλουν επιστολές. Θα προλειάνουν το έδαφος. Ο πανικός τους θα είναι κρυμμένος πίσω από κάθε λέξη. «Θα θέλαμε να σας γνωστοποιήσουμε τον αμέριστο σεβασμό μας για το έργο σας κατά την περίοδο που εργαστήκατε στην εταιρία μας ως εμπορικός διευθυντής», θα γράφουν. Και ‘γω θα διαβάζω: «Χανόμαστε, σε έχουμε απόλυτη ανάγκη, ο εχθρός κοντεύει να μας ρίξει στη θάλασσα! Ο εχθρός κοντεύει να μας κάψει τα καράβια!» Έπειτα θα στείλουν κάποιον για να μάθει τις προθέσεις μου. Κανέναν γέρο του διοικητικού συμβουλίου,  απ’ αυτούς που όταν ανοίγουν το στόμα τους δε λένε να το κλείσουν, μέχρι που σε πιάνει νύστα. Θα μου μιλήσει για σύνεση, για το κοινό συμφέρον, για τον παραμερισμό του εγωισμού που τόσα δεινά σωρεύει στους ανθρώπους αν επικρατήσει έναντι της λογικής. Θα πει κι άλλα τέτοια ακόμα. Και θα φύγει άπραγος, δίχως μια τόση δα ελπίδα στο σακούλι της ζητιανιάς του. Έτσι, λοιπόν, θα περιμένω. Θα αφήνω τον χρόνο να κυλά υπέρ μου, έμπιστος σύμμαχος, και θα περιμένω. Θα περιμένω…
Σαμπίνα: Δεν ξέρω… Εγώ στη θέση σου μάλλον δε θα περίμενα. (Μικρή σιωπή) Και πόσο να περιμένεις δηλαδή; Έναν χρόνο; Δύο χρόνια; Υπάρχουν άνθρωποι που περίμεναν μάταια όλη τους τη ζωή. Περνάνε τα χρόνια και δεν το παίρνεις είδηση. Ο πατέρας μου λέει πως ο χρόνος είναι σαν τα ποντίκια. Μπορεί να σου ροκανίσουν το αφτί ενώ κοιμάσαι και να μην το καταλάβεις. (Μικρή σιωπή) Να, μόνος σου το είπες, πέρασε κιόλας ένα εξάμηνο.
Αχιλλέας: Ήταν στο πρόγραμμα. (Την κοιτάζει) Το εξάμηνο που πέρασε ήταν στο πρόγραμμα.
Σαμπίνα: Εγώ νομίζω ότι δε θα έρθουν. Για να σου κάνουν μια τέτοια δουλειά θα την είχαν μελετήσει. Σ’ αυτές τις μεγάλες εταιρίες δεν παίρνουν βιαστικές αποφάσεις. Κάνουν έρευνα, βλέπουν στατιστικά, αναλύουν, εξετάζουν τι πιθανότητες επιτυχίας έχουν οι εναλλακτικές λύσεις… Γενικά αποφασίζουν βάσει επιστημονικών κριτηρίων.
Αχιλλέας: Πού ξέρεις εσύ τι κάνουν στις μεγάλες εταιρίες; Έχεις δουλέψει σε καμιά σοβαρή εταιρία πέρα απ’ το συνοικιακό σινεμαδάκι;
Σαμπίνα: Έχω δουλέψει σε πάρα πολλές εταιρίες. Μία από αυτές είχε καταστήματα σε όλη τη χώρα. Μόνο στο κατάστημα που δούλευα, ήμασταν δεκατρείς πωλήτριες. Στην Αθήνα, στο κεντρικό, ήταν είκοσι πέντε. Χώρια αυτοί που δούλευαν στην αποθήκη, στο λογιστήριο, στα ταμεία…
Αχιλλέας: Ήσουν πωλήτρια, το τελευταίο μυγάκι πάνω στο σκατό και νομίζεις πως πρέπει να μιλάς για τις εταιρίες. Μόνο το ότι μετράς τις μεγάλες εταιρίες απ’ τον αριθμό των πωλητριών κι όχι από τις πωλήσεις, δείχνει τι ξέρεις. Εγώ έπαιρνα αποφάσεις μέσα σε μια στιγμή. Τη μια μέρα έβγαζα μια εμπορική πολιτική και την επόμενη την άλλαζα. Πρέπει να κάνεις επίθεση, να αιφνιδιάζεις τον αντίπαλο, να του αποσπάς το καλύτερο κομμάτι του, να αποκτάς το πλεονέκτημα. Όλα αυτά απαιτούν ταχύτητα.
Σαμπίνα: Πάντως, εγώ στη θέση σου δε θα περίμενα. Θα έκανα κάτι πολύ καλύτερο αν ήθελα να πάρω το αίμα μου πίσω. (Μικρή σιωπή) Γιατί δεν πηγαίνεις να δουλέψεις σε έναν ανταγωνιστή; Αν είσαι τόσο καλός, όσο λες, θα έπρεπε να σε είχαν γυρέψει πολλοί, όχι να σε αφήνουν να περιμένεις. Αυτό ξέρω εγώ, ότι στην αγορά τα καλά στελέχη δεν τα αφήνουν να κάθονται.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Πες μου τώρα, εσύ που ξέρεις, τι θα κέρδιζα αν το έκανα αυτό;     
Σαμπίνα: Πώς τι θα κέρδιζες, λίγο θα ήταν να πήγαινες σε έναν ανταγωνιστή και να τον ανέβαζες πάνω από αυτούς; Έτσι θα τους έδειχνες ποιος είσαι και τι αξίζεις, όχι περιμένοντας… Το λεωφορείο περιμένουμε, για τα άλλα κουνάμε τα χέρια μας.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Δε με ενδιαφέρει να τους δείξω τίποτα, δε με ενδιαφέρει να πάρω το αίμα μου πίσω με τη μεταφορική σημασία των λέξεων. (Μικρή σιωπή) Θέλω να δω αυτόν τον σκύλο να έρθει εδώ και να γονατίσει μπροστά μου. Θέλω να μου ζητήσει γονατιστός συχώρεση μ’ αυτό το ίδιο λυσσασμένο στόμα που με πρόσβαλε και να μου ορκιστεί ότι θα μου δώσει πίσω τη Βρύσα. Θέλω τα γόνατά του να λερωθούν στη σκόνη που θα έχουν αφήσει τα παπούτσια μου. Θέλω να φιλήσει τη σκόνη των παπουτσιών μου. (Την κοιτάζει) Κι αυτό δε θα μου φτάσει… Θέλω… (Μικρή σιωπή) Νομίζεις δε σκέφτηκα να πάω αλλού; Την πρώτη μέρα μακριά από το γραφείο ένιωθα κάτι σαν ίλιγγο, σα να πατούσα στο κενό. «Τι μου συμβαίνει;» αναρωτιόμουν. Είχα ολόκληρη τη μέρα ελεύθερη. Τι να την κάνει μια ολόκληρη ελεύθερη μέρα ένας άνθρωπος που θέλει να εκδικηθεί; Τη δεύτερη μέρα σήκωσα το ακουστικό να τηλεφωνήσω… Είχα αποφασίσει να πάω στον τρίτο σε πωλήσεις με οποιονδήποτε μισθό. (Μικρή σιωπή) Όσο μιλούσα μαζί του -δεν του είχα αποκαλύψει ακόμα τίποτα- σκεφτόμουν πόσο λίγο ήταν αυτό που πήγαινα να κάνω. Σχεδόν παραδοχή ήττας. Αν παίζαμε παρτίδα σκάκι, θα ήταν σα να έριχνα τον βασιλιά για να ξεκινήσω καινούρια παρτίδα, έχοντας ντροπιαστεί στην πρώτη για πάντα. Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να πω τίποτα. Οι επόμενες μέρες ήταν τρομερές, δεν έβρισκα ησυχία ούτε δευτερόλεπτο. Στο μυαλό μου αναπαραγόταν αδιάκοπα η σκηνή με τον σκύλο. Έκαιγε το κορμί μου ένας πυρετός μίσους. Μια μέρα…  είχαν περάσει στο μεταξύ γύρω στις πέντε ή δέκα, μπορεί και είκοσι, είδα στο σινεμά που είχα πάει μήπως λιγάκι ξεχαστώ, μια ταινία που περιέγραφε την απόλυτη εκδίκηση. Εκείνος ο άνθρωπος, ο πρωταγωνιστής, για να του ξεπληρωθεί το χρέος, επέμενε… Ησύχασα. Έτσι έπρεπε να γίνει. Έτσι πρέπει να γίνει.
Σαμπίνα: Τίποτα δε θα γίνει. Όλα αυτά είναι φαντασιώσεις. Όλοι επηρεαζόμαστε λίγο ή πολύ από το σινεμά. Τον έχεις για πολύ ηλίθιο, νομίζω, τον πρώην γενικό σου. Αυτός όταν θα σκέφτεται πώς την πάτησες θα….
Αχιλλέας: Το ξανασήκωσα το ακουστικό, ξέρεις. Υπό μια έννοια δεν περιμένω ακριβώς, μάλλον ενεργώ περιμένοντας. (Μικρή σιωπή) Έκλεισα ένα ραντεβού. Είπα μερικά πράγματα. Από τότε έχω κλείσει κι άλλα ραντεβού. Σε κάθε ένα έχω κι ένα καινούργιο πραγματάκι να πω. Ο συνομιλητής μου, να είσαι σίγουρη, με ακούει με τεράστιο ενδιαφέρον. Οι πληροφορίες που του δίνω… Οι πληροφορίες που του δίνω προέρχονται από πολύ αξιόπιστη πηγή. Αφορούν ένα πολύ λεπτό ζήτημα προσωπικής υφής. Αν όλα πάνε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, περίπου σε έναν χρόνο θα ακουστεί ένα μεγάλο μπαμ. Πριν ακουστεί αυτό το μεγάλο μπαμ, ο κύριος γενικός θα έχει δύο λύσεις στη διάθεσή του. Η πρώτη θα είναι να κρεμαστεί…
Σαμπίνα (Αδιάφορα): Ώστε έτσι… Κι αν δεν ακουστεί το μπαμ;
Αχιλλέας: Θα ακουστεί. Θα γίνει πρώτη είδηση. Μετά από χρόνια, οι μελλούμενες γενιές θα συζητάνε ακόμη αυτό το μπαμ.
Σαμπίνα: Κι αν γίνει όπως τα λες, γιατί να πάψει να σε περιφρονεί η Βρύσα;
Αχιλλέας: Ο.Κ. Δεν ξέρω αν θα πάψει. Στο διάολο κι αν πάψει κι αν δεν πάψει. Θα την έχω για να μου σφουγγαρίζει το γραφείο την πουτάνα. Ένα είναι σίγουρο: ότι θα περιφρονεί τουλάχιστον ανάλογα κι αυτόν τον σκύλο. Κι ένα ακόμα: ότι θα κλαίει τη μοίρα της.
Σαμπίνα: Τι να  πω… Κάτι τέτοιες ιστορίες υπάρχουνε για να διασκεδάζουν οι γυναίκες. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο διασκεδαστικό είναι για μια γυναίκα να ακούει πως δυο άντρες, άξια τέκνα του μπαμπά τους και σπουδαίοι επαγγελματίες, με μούρη στην κοινωνία, όπως λέμε, ξεφτιλίζονται στους διαδρόμους για το ποιος θα χουφτώσει τον κώλο μιας ιδιαιτέρας. Λοιπόν, αν θέλεις τη γνώμη μου, η Βρύσα σας περιφρονεί απ’ την αρχή και τους δύο. Όλες οι γυναίκες κατά βάθος περιφρονούν τους άντρες που αγωνίζονται να γίνουν διευθυντές για να τους κάτσει επιτέλους γκόμενα. Μάλλον αηδία πρέπει να νιώθει και για τους δυο σας. Τα ‘χει σίγουρα με κάποιο όμορφο αγόρι που του λέει τα καραγκιοζιλίκια σας για να το διασκεδάζει.
Αχιλλέας (Μετά από σιωπή): Αυτή η λεπτή χροιά στη φωνή σου…
Σαμπίνα: Τι;
Αχιλλέας: Αρχικά η φωνή της γυναίκας θα πρέπει να μην είχε καμιά διαφορά από του άντρα. Και μόνο μέσα από τα χιλιάδες χρόνια προσποίησης θα απέκτησε αυτή τη λεπτή χροιά, γοητευτική σήμερα. Κι ωστόσο, μερικές φορές, πιθανόν να αισθανθεί κανείς μια μικρή δυσαρέσκεια, σαν όπως αντικρίζει κάποιο σωματικό ελάττωμα. Κρυφά, μέσα του, ταυτίζεται η λεπτότητα αυτή με την προαιώνια αιτία.
Σαμπίνα: Αυτή η λεπτότητα πιθανόν να κρύβει περισσότερη ευγένεια παρά προσποίηση.
Αχιλλέας (Την κοιτάζει): Διδάχτηκες και την ευγένεια στην μπουρδελογειτονιά που γεννήθηκες;
Σαμπίνα: Ενώ εσύ πού γεννήθηκες; Κάνω λάθος; Σε μπουρδελογειτονιά δε γεννήθηκες και συ;
Αχιλλέας: Εξελίχθηκα εγώ. Μοναχά μ’ ένα κωλόχαρτο πανεπιστημίου έγινα εμπορικός διευθυντής. Θα μπορούσα να είχα μείνει πωλητής σαν και σένα.
Σαμπίνα: Ταξιθέτρια είμαι.
Αχιλλέας: Ο.Κ., ταξιθέτρια. Το ίδιο κάνει. Είσαι μια ταξιθέτρια που λέει: «με μούρη στην κοινωνία». Διαβάζεις και τα ζώδια; Και τα κουτσομπολίστικα περιοδικά; Πηγαίνεις σε καφετζούδες;
Σαμπίνα: Γούστο μου.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Γούστο σου. Όταν όμως βγαίνεις στα μαγαζιά μπορείς να κάνεις το γούστο σου; Ψωνίζεις στις εκπτώσεις μήπως; Ζητάς να σου κάνουν σκόντο; Παζαρεύεις τα ραπανάκια στις λαϊκές αγορές;  
Σαμπίνα: Βρίσκω λεφτά από κάτι μαλάκες σαν και σένα που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν και τους πέφτουν απ’ την τσέπη.
Αχιλλέας: Αλήθεια; Βίζιτες κάνεις; Πας με γερόντια; Πουτάνα είσαι;
Σαμπίνα: Σε πειράζουνε και οι πουτάνες τώρα; Ούτε οι πουτάνες δε σου κάθονται; Τις πληρώνεις και σε φτύνουνε;
Αχιλλέας: Δε βρέθηκε γυναίκα να με φτύσει.
Σαμπίνα: Μήπως βρέθηκε να σου κάτσει; Εγώ μια φορά θα σε έφτυνα. Και η Βρύσα σε έφτυσε. Η Βρύσα σε έφτυσε!
Αχιλλέας: Έχω φτύσει πολλές πατσαβούρες σαν και σένα και σαν τη Βρύσα.
Σαμπίνα: Στον ύπνο σου;
Αχιλλέας: Στον ξύπνιο περισσότερες. Είμαι επιλεκτικός. Κάτι βατράχια σαν και σένα τα λιώνω με τις σόλες των παπουτσιών μου και τρέχουν τα ζουμιά τους στην άσφαλτο.
Σαμπίνα: Μίλησε ο πρίγκιπας.
Αχιλλέας: Θα μπορούσα να είμαι.
Σαμπίνα: Μα είσαι. Πρίγκιπας μεταμορφωμένος σε χέστρα. 
Αχιλλέας: Αν ήμουν τέτοιος θα ήμουν το στόμα σου. Όπως βλέπεις δεν είμαι.
Σαμπίνα: Το στόμα μου είναι πεντακάθαρο. Να μην το πιάνει το βρομόστομά σου.
Αχιλλέας: Ίσως να είναι, αν μετά τα τσιμπούκια το απολυμαίνεις…
Σαμπίνα: Μήπως θέλεις να δοκιμάσεις το τσιμπούκι μου; Τα κόβω απ’ τη ρίζα, τα αλέθω και τα κάνω κιμά, κι έπειτα τα φτύνω να τα φάνε οι σκύλοι. Θέλεις; Αν είσαι άντρας δοκίμασε. Αλλά δεν είσαι. Φαίνεται κάποια με πρόλαβε και στα ‘κοψε νωρίτερα. Αν ήσουν άντρας θα πήγαινες στην εταιρία και θα του έχυνες τα άντερα στο πάτωμα, δε θα σκάρωνες γυναικοδουλειές απ’ τα τηλέφωνα.
Αχιλλέας: Αρκεί… (Μικρή σιωπή) Αρχίζω να πλήττω.
Σαμπίνα: Θα φταίει που σου ‘δωσα να καταλάβεις λίγα πραγματάκια για την πριγκιπική σου μεγαλειότητα.
Αχιλλέας: Υψηλότητα, ηλίθια, υψηλότητα.
Σαμπίνα: Τι αλλάζει;
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Νιώθεις πόσο φτωχά είναι τα λόγια;
Σαμπίνα (Με απορία): Τι;
Αχιλλέας (Την κοιτάζει): Δε φταίω εγώ που είναι τόσο φτωχά τα λόγια.
Σαμπίνα: Μερικές φορές, όπως τώρα που προσπαθώ να περιγράψω έναν μαλάκα, νιώθω πως πράγματι είναι φτωχά.
Αχιλλέας: Φτάνει… (Μικρή σιωπή) Έφτασε η ώρα να μου πεις εσύ για το δικό σου παρελθόν.
Σαμπίνα: Δε θέλω.
Αχιλλέας: Θέλω εγώ.
Σαμπίνα: Δεν υπάρχει τίποτα σπουδαίο να πω.
Αχιλλέας: Πρέπει. Το μυστήριο της ζωής μας βρίσκεται στο παρελθόν.
Σαμπίνα: Δε με ενδιαφέρουν τα μυστήρια. Δε με ενδιαφέρει να τα λύσω.
Αχιλλέας: Εγώ σου είπα τα πάντα. Είναι η σειρά σου.
Σαμπίνα: Ήθελες. Εγώ δε θέλω. Δε θέλω πια να μιλάμε για το παρελθόν. Το βαρέθηκα. Προτιμώ να μιλήσουμε για το μέλλον. (Μικρή σιωπή) Ας μιλήσουμε για το μέλλον.
Αχιλλέας: Μήπως… θα ήθελες πρώτα να ξεκουραστείς στο άβατό σου;
Σαμπίνα: Γιατί όχι;
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Γιατί δεν πηγαίνεις; Πήγαινε. Δε με ενδιαφέρει πια να ακούσω το παρελθόν σου.
Σαμπίνα: Δεν ξέρω… Βαριέμαι να σηκωθώ. Αν και θα ήταν το καλύτερο. Ναι. Τίποτα καλύτερο. (Μικρή σιωπή) Νομίζω κάτι δεν πηγαίνει καλά…
Αχιλλέας: Εννοείς, μεταξύ μας;
Σαμπίνα: Δεν ξέρω… Βαριέμαι να σηκωθώ…
Αχιλλέας: Και θέλεις να μιλήσουμε για το μέλλον;
Σαμπίνα: …Ας μιλήσουμε για το μέλλον…

Μέρος 3ο
(Πού πηγαίνουμε;)

Αχιλλέας: Είναι κάτι που θα σου το πρότεινα και ‘γω. Εσύ λες να μιλήσουμε για το μέλλον. Εγώ θα σου έλεγα να μιλήσουμε για τον θάνατο. Το μέλλον είναι ο θάνατος. Επομένως για το ίδιο πράγμα θέλουμε να μιλήσουμε.
Σαμπίνα: Όταν λέω να μιλήσουμε για το μέλλον δεν εννοώ…
Αχιλλέας: Δες το και αλλιώς. Κάθε άνθρωπος που δεν πάσχει από αμνησία γνωρίζει το παρελθόν του, επίσης γνωρίζει λίγο πολύ το παρόν του, μόνο το μέλλον τού είναι άγνωστο. Όπως και το τι είναι θάνατος μας είναι άγνωστο. Το μόνο μυστήριο που έχει να λύσει ο άνθρωπος είναι ο θάνατος. Αν το λύσει θα ξέρει το μέλλον του, αφού, όπως είπαμε, ο θάνατος είναι το μέλλον του.
Σαμπίνα: Δεν ξέρω γιατί τα λες όλα αυτά. Δεν έχω όρεξη να τα ακούω.
Αχιλλέας: Τι θα ήθελες να ακούσεις;
Σαμπίνα: Διάφορα… Σχέδια για το μέλλον.
Αχιλλέας: Πού θα πάμε διακοπές το καλοκαίρι, για παράδειγμα;
Σαμπίνα: Γιατί όχι;  
Αχιλλέας: Ναι, φυσικά. Πάντα έχει ενδιαφέρον αυτό. Έχει ωστόσο μικρό ενδιαφέρον. Δε βρίσκεις;
Σαμπίνα: Για παράδειγμα, σχεδιάζω να αγοράσω έναν σκύλο.
Αχιλλέας: Α, αυτό είναι θαυμάσιο. Στο μέλλον σχεδιάζεις να έχεις έναν σκύλο στο σπίτι σου.
Σαμπίνα: Ναι, αυτό…
Αχιλλέας: Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τώρα εγώ, τι ράτσα θα είναι ο σκύλος, αν θα τον αγοράσεις από μαγαζί ή από ιδιώτη, αν τον θέλεις περισσότερο για φύλακα ή για φίλο, οπότε στην πρώτη περίπτωση θα είχε ενδιαφέρον να μου πεις πώς σχεδιάζεις να τον εκπαιδεύσεις… Ο.Κ. Θα είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον όλη αυτή η σκυλοκουβέντα. Μα εγώ πιστεύω ότι πολύ γρήγορα θα μας έκανε να βαρεθούμε. Τι λες και ‘συ;
Σαμπίνα: Δεν ξέρω. Είπα μια ιδέα…
Αχιλλέας: Καλή μου Σαμπίνα -ή όπως διάολο σε λένε-, όλα αυτά δε διευρύνουν τον πνευματικό μας ορίζοντα. Πρόσεξέ με: Θα σου πω κάτι που δεν το γνωρίζεις. Ούτε που σου περνά απ’ το μυαλό ότι θα σου συμβεί.
Σαμπίνα: Δηλαδή;
Αχιλλέας: Θα πεθάνεις.
Σαμπίνα: Με δουλεύεις;
Αχιλλέας: Καθόλου. Κανείς δεν πιστεύει πραγματικά πως θα πεθάνει, παρότι, όπως θα συμφωνήσεις μαζί μου, δεν υπάρχει ούτε ένα αντίθετο παράδειγμα. Δείξε λίγη προσοχή όταν περπατάς στον δρόμο, ή όταν βρίσκεσαι σε παρέα. «Πού πας;» ακούς τον ένα να λέει. «Πού θα πας;» ακούς τον άλλο. Να πάρει! Τόσες χιλιάδες χρόνια και δεν ξέρουν ακόμη ότι πάνε στο διάολο. Και… ποιος ξέρει… Από κει ακόμη παραπέρα… 
Σαμπίνα: Όταν είσαι μόνος αυτά σκέφτεσαι;
Αχιλλέας: Οφείλω να ομολογήσω ότι όσο ήμουν στην εταιρία ποτέ δεν πέρασε κάτι παρόμοιο απ’ το μυαλό μου. Ρωτούσα και ‘γω όλο αφέλεια: «Πού πας;». Όταν σχολούσε η… τη ρώταγα: «Πού θα πας απόψε;» «Πουθενά», μου έλεγε, «Σπίτι θα μείνω».  «Μπράβο, καλά θα κάνεις», της έλεγα, «και ‘γω σπίτι θα μείνω». (Μικρή σιωπή) Αντιλαμβάνεσαι πόσο ανούσιες γίνονται οι συζητήσεις των ανθρώπων όταν αποφεύγουν να ασχοληθούν με το μοναδικό ενδιαφέρον θέμα;
Σαμπίνα: Αντιλαμβάνομαι πως υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα θέματα για να συζητήσουν δυο άνθρωποι.
Αχιλλέας: Ναι, ξέρω. Οι διακοπές και οι σκύλοι. Όταν με απασχολούσαν και μένα αυτά, άφηνα τα ουσιώδη να περνούν από δίπλα μου χωρίς να τα παίρνω είδηση. Ο πατέρας μου… ο πατέρας μου πέθανε πριν οκτώ χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστα τον σκεφτόμουν. Ο θάνατός του αποτελούσε ένα ημερολογιακό γεγονός ανάμεσα στα πολλά άλλα της ζωής μου. Μόνο αυτούς τους τελευταίους μήνες, φέρνοντας ξανά και ξανά στο μυαλό του, επίμονα, την ημέρα της κηδείας, κατάλαβα πως όταν βλέπεις τον πατέρα σου μέσα στο φέρετρο… όταν τον βλέπεις μέσα στο φέρετρο, ένα κεφάλαιο της ζωής σου τελειώνει κι αρχίζει ένα άλλο. Ειδικά αν αυτό συμβεί Ιούλιο μήνα, με ζέστη μεγάλη. Κι όταν σκύψεις για να τον φιλήσεις τελευταία φορά, προσπαθώντας ταυτόχρονα να θυμηθείς αν είναι και η πρώτη, σου έρχεται μια ελαφριά μυρωδιά ξινίλας.   
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Εμένα ζούνε και οι δύο γονείς μου. Είναι μάλιστα πολύ καλά στην υγεία τους.
Αχιλλέας: Τα χαιρετίσματά μου να τους πεις.
Σαμπίνα: Πολύ ευχαρίστως.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Έλεγα ότι… ότι συνειδητοποιώντας την αλλαγή αυτή στη ζωή μου, η σκέψη του θανάτου μού έγινε οικεία, ή κάτι τέτοιο, πώς να το πω… Το θέμα είναι πως το να σκέφτεσαι τον θάνατο, είναι κάτι που δεν περιορίζεται στη θεωρία. Αναμειγνύεται με το αίμα και οι πράξεις σου το περιέχουν. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις;
Σαμπίνα: Δεν καταλαβαίνω και δε με ενδιαφέρει να καταλάβω.
Αχιλλέας: Θα έπρεπε. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα για να το καταλάβεις ευκολότερα. (Μικρή σιωπή) Λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι περπατώ στον δρόμο. Με κυριεύει η αίσθηση πως μπορεί, κάποια στιγμή, εντελώς απρόοπτα εννοείται -δε γίνεται παρά να συμβεί απρόοπτα, κι ας είναι αυτό που νιώθω κάτι σαν αναμονή- πως μπορεί να δω τον θάνατο κατάματα. Για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου, θα δω ένα αυτοκίνητο εκτός ελέγχου να έρχεται κατά πάνω μου, χωρίς να προλαβαίνει να βγει απ’ το δρόμο μου, ή να βγω εγώ απ’ τον δικό του. Το μόνο που θα έχω προλάβει, θα είναι να σκεφτώ πως αυτό το αυτοκίνητο θα πέσει πάνω μου και θα με σκοτώσει. (Μικρή σιωπή) Θα σου δώσω άλλο ένα παράδειγμα, επειδή βλέπω ότι το πρώτο, αν και απολύτως διαφωτιστικό,  πολύ λίγο σε διαφώτισε.
Σαμπίνα: Πώς… Πώς… Με διαφώτισε.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πάλι, ότι περπατώ στον δρόμο. Στέκομαι σε ένα φανάρι και περιμένω να ανάψει το πράσινο για να περάσω απέναντι. Πράγματι, σε λίγο τα αυτοκίνητα σταματούν κι εγώ είμαι έτοιμος να κάνω το πρώτο βήμα. Αλλά, για ένα ελάχιστο του χρόνου, η ματιά μου συναντιέται με τη ματιά του πρώτου σταματημένου οδηγού. Κι αυτό είναι όλο. Προχωρώ και περνάω απέναντι. Όμως, δεν μπορώ να ξεφύγω από τη σκέψη, μου είναι αδύνατο να ξεφύγω από τη σκέψη, ότι ο οδηγός αυτός, εντελώς άγνωστος, ίσως κάποτε -την επόμενη μέρα, μετά από ένα ή μετά από δέκα χρόνια- να γίνει ο Χάρος μου, κι ότι αυτό το τυχαίο βλέμμα, ήταν το διαπεραστικό βλέμμα της μοίρας. Φαντάζομαι ότι θα με λιώσει με τις ρόδες του σε αυτοκινητιστικό, ή θα μπει στο σπίτι μου να με σφάξει με σκοπό τη ληστεία, ή θα τρελαθεί, θα αρχίσει να πυροβολεί αδιάκριτα τον κόσμο και μια σφαίρα του θα με πετύχει, ή θα είναι γιατρός που μια λάθος διάγνωσή του θα με στείλει στον τάφο. Όλα είναι πιθανά. Εδώ τίποτα δεν αποκλείεται. (Μικρή σιωπή) Καταλαβαίνεις τώρα;
Σαμπίνα: Ναι, καταλαβαίνω ότι είσαι άρρωστος και πρέπει να σε δει γιατρός. Ίσως αυτός που συνάντησες στο φανάρι να είναι ψυχίατρος. Ένα κι ένα για την περίπτωσή σου.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Θα σου δώσω και ένα τρίτο παράδειγμα. Ελπίζω ότι αυτή τη φορά θα αποδειχτείς δεκτική μαθήσεως. Ειδάλλως δε θα φέρω ουδεμία ευθύνη. Άλλωστε και ως τα τώρα δε φέρω ουδεμία ευθύνη. Ως τα τώρα αποδεικνύεται ότι είσαι ανεπίδεκτη μαθήσεως. (Μικρή σιωπή) Λοιπόν, λοιπόν… Είναι κάτι που αναγκαστικά το σκέφτομαι αρκετές φορές μέσα στη μέρα. Συγκεκριμένα όποτε πρέπει να επισκεφτώ την τουαλέτα μου και να τραβήξω το καζανάκι. Σου φαίνεται παράξενο μήπως;
Σαμπίνα: Από ελάχιστα έως καθόλου.   
Αχιλλέας: Θα ήταν λογικό να σου φαινόταν παράξενο που ένας άντρας… ένας άνθρωπος γενικότερα, σκέφτεται τον θάνατο κάθε φορά που τραβάει το καζανάκι.
Σαμπίνα: Όταν αυτός ο άνθρωπος είσαι εσύ, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να μου φανεί παράξενο.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Για πρώτη φορά μου συνέβη ένα ζεστό αυγουστιάτικο απόγευμα, δηλαδή περίπου πριν δύο μήνες, κι όπως προείπα, από τότε μου συμβαίνει πάντοτε όταν εκτελώ αυτή την κοινότατη πράξη. Διότι τι συμβαίνει όταν τραβάμε το καζανάκι; (Την κοιτάζει. Μικρή σιωπή) Ένας φοβερός κατακλυσμός, ανάλογος εκείνου του Νώε ή ίσως πολύ μεγαλύτερος, εξαφανίζει δεκάδες ή χιλιάδες ή εκατομμύρια σχηματισμούς -σα να λέμε πολιτισμούς- μικροβίων που η ιστορία τους χάνεται στα βάθη των δευτερολέπτων. Κοιτάζω τη συντελούμενη καταστροφή. Σκέψου… Τόσο τίποτα… Και μέσα στο τίποτα, ένα μικρόβιο που πριν ακόμη υπάρξει δεν υπάρχει πια, πάνω σε μια βρομερή σκατούλα, φωνάζει με όλη του τη δύναμη: «Δε θέλω να πεθάνω!» Κι ενώ η φωνή του αντηχεί στις γειτονικές σκατούλες, σ’ ένα μηδέν του χρόνου έχει πεθάνει. (Μικρή σιωπή) Την πρώτη φορά που το σκέφτηκα κόντεψα να χαμογελάσω. Το χέρι μου, όμως, είχε μείνει ξεχασμένο στο αλυσιδάκι, σημάδι ότι μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. (Μικρή σιωπή) Τι λες;
Σαμπίνα: Κοντεύω και ‘γω να χαμογελάσω. Ή να χασμουρηθώ… Δεν ξέρω τι θέλω περισσότερο απ’ τα δύο…
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή. Με απόλυτα συγκρατημένη οργή): Προσπαθώ να κρατήσω ζωντανή και ενδιαφέρουσα μια συζήτηση την οποία εσύ, με τη στάση σου, δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να την ευτελίζεις.
Σαμπίνα: Προσπαθείς να την κρατήσεις ζωντανή μιλώντας για πτώματα; Να την κρατήσεις ενδιαφέρουσα μιλώντας για σκατά;
Αχιλλέας: Δεν καταλαβαίνεις ότι με την ειρωνεία επιβαρύνεις τη θέση σου.
Σαμπίνα: Γιατί, είμαστε σε δίκη και δεν το έχω καταλάβει; Δικάζομαι για κάτι;
Αχιλλέας: Έχεις αναλάβει μια συγκεκριμένη υποχρέωση. Υπάρχει μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ μας. Δε συνάφθηκε έντυπα, επομένως δε σε δεσμεύει νομικά, σε δεσμεύει όμως ηθικά. Σε καλώ να εκπληρώσεις την ηθική σου δέσμευση.
Σαμπίνα: Όταν αναλάμβανα αυτή τη δέσμευση, όπως τη λες, δεν περίμενα ότι θα έφτανα σε τέτοιο βαθμό βαρεμάρας. Βαριέμαι! Βαριέμαι ανυπόφορα! Με έχεις κάνει να βαριέμαι όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.
Αχιλλέας: Θεωρώ υπερβολή το ότι ποτέ στη ζωή σου δε βαρέθηκες περισσότερο. Δύο εκδοχές θα δικαιολογούσαν αυτό τον ισχυρισμό. Ή η ζωή σου, η ζωή μιας ταξιθέτριας,  είναι γενικά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, εκδοχή που ένας μέτρια λογικός άνθρωπος θα απέρριπτε, ή η νόησή σου δεν είναι ικανή να απορροφήσει ούτε ένα ελάχιστο μιας σοβαρής συζήτησης, πράγμα που δε σε κολακεύει διόλου.
Σαμπίνα: Όλο για θάνατο μου μιλάς. Βαρέθηκα να ακούω για θάνατο. Θέλω να κλείσω τα αφτιά μου και να μην ακούω. Βαριέμαι και να σε ακούω με αυτό το καινούργιο ύφος που έχεις πάρει, μιλώντας σαν καθηγητής διεθνούς δικαίου στην έδρα.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Βαριέσαι. Θέλεις να φύγεις; Να βγεις έξω; Να περπατήσεις στον δρόμο;
Σαμπίνα: Νομίζω θα μου έκανε καλό.
Αχιλλέας: Ε, λοιπόν, εμένα δε μου κάνει καλό. Κάποτε δε μου έκανε ούτε καλό ούτε κακό. Τώρα μου κάνει κακό. (Μικρή σιωπή) Περπατώ στον δρόμο. Κοιτάζω δεξιά. Τεράστιες γιγαντοαφίσες. Κοιτάζω αριστερά. Άλλες τεράστιες γιγαντοαφίσες. Όλα αυτά τα τεράστια μούτρα… Γιατί να είναι έτσι τεράστια;… Κι έπειτα, έτσι όπως γελάνε, νομίζω πως μου παίζουνε καμιά χοντρή φάρσα. (Την κοιτάζει) Γιατί ποιος ο λόγος να γελάνε;… Πες μου, εσύ, γιατί γελάνε;
Σαμπίνα: Δεν ξέρω. Δεν το έχω σκεφτεί… Θα ‘ναι χαρούμενοι. (Μικρή σιωπή) Τώρα με φοβίζεις πραγματικά. Τώρα σε φοβάμαι πραγματικά.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Έχεις δίκιο. Κάποιο λόγο θα έχουν που γελάνε. Κι ούτε είναι υποχρεωμένοι να εξηγούν στον καθένα τον λόγο. Είναι χαρούμενοι. Νιώθουν ωραία. Γελάνε. Ο.Κ. Γενικά είναι όμορφο να είναι χαρούμενοι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό… (Μικρή σιωπή) Γι’ αυτό, και για να σου περάσει η βαρεμάρα, θα παίξουμε ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι.
Σαμπίνα: Νόμιζα ότι τόση ώρα παίζαμε ένα παιχνίδι.
Αχιλλέας: Ναι, παίζαμε και παίζουμε ένα παιχνίδι. Τώρα θα παίξουμε ένα παιχνίδι μέσα στο παιχνίδι που παίζουμε.  
Σαμπίνα: Ξέρω τάβλι. Ξέρω και να ρίχνω πασιέντσες. Ξέρω να παίζω και υποβρύχια. Είναι αυτό το παιχνίδι που ο καθένας μυστικά από τον άλλο σχεδιάζει σε ένα φύλλο με τετραγωνάκια πέντε υποβρύχια κι έπειτα…
Αχιλλέας: … Ανοησίες. (Μικρή σιωπή) Όλα αυτά είναι ανοησίες. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι που θα διεγείρει τη φαντασία μας. Επιπλέον θα αφορά το μέλλον κι έτσι δε θα ξεφύγουμε από τον αρχικό μας σχεδιασμό. Εσύ δε ζήτησες να μιλήσουμε για το μέλλον;
Σαμπίνα: Εγώ.
Αχιλλέας: Θα μιλήσουμε για το μέλλον. Για το άμεσο μέλλον. Για το πλέον άμεσο. Θα μιλήσουμε για το τι μας επιφυλάσσει η επόμενη ώρα. Σκέψου πόσες δυνατότητες υπάρχουν. Κι ας αρχίσουμε από σένα. Θέλω να σκεφτείς, να σκεφτείς καλά, και να μου πεις όλες τις δυνατότητες που ανοίγει μπροστά σου η μοίρα για την επόμενη ώρα. Να ένα εύκολο και ενδιαφέρον παιχνίδι…
Σαμπίνα: Ναι, μου φαίνεται ενδιαφέρον. Αν και… Νομίζω πως λίγες είναι οι επιλογές μου.
Αχιλλέας: Μην το λες αυτό. Κοιτάζεις μόνο την επιφάνεια. Κάτω από την επιφάνεια υπάρχουν αμέτρητες επιλογές.  
Σαμπίνα: Ναι, ναι… (Μικρή σιωπή) Θα μπορούσα να πάω στο άβατό μου και να μείνω εκεί ολόκληρη την ώρα.
Αχιλλέας: Θαυμάσια. Πραγματικά κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει. Όμως, σκέψου λίγο περισσότερο. Τι θα έκανες μέσα στο άβατό σου; Παίρνοντας έναν κύριο δρόμο ανοίγονται μπροστά μας αμέτρητοι δευτερεύοντες.
Σαμπίνα: Ναι. Το πιο πιθανό θα ήταν να έπαιρνα έναν υπνάκο. Αν και, μάλλον, δε θα κοιμόμουν αμέσως. Για λίγο θα κοιτούσα γύρω μου τα πράγματα στο δωμάτιο. Έπειτα θα ξάπλωνα και θα κοιτούσα το ταβάνι. Και πάνω κει, υποθέτω, θα με έπαιρνε ο ύπνος. Στο όνειρό μου θα με έβλεπα να τρέχω καθυστερημένη για να μην αργήσω στη δουλειά. Όλο θα έβρισκα εμπόδια που θα προσπαθούσα να τα ξεπεράσω. Και κάθε φορά θα κοιτούσα το ρολόι μου. «Επτά και ένα», θα έλεγα, «επτά και δύο, επτά και τρία. Άρχισε η πρώτη προβολή και ‘γω δεν έφτασα ακόμη…» Κι όλο θα υψώνονταν καινούργια εμπόδια…
Αχιλλέας: Κι αν υποθέσουμε ότι δε θα σε έπαιρνε ο ύπνος;
Σαμπίνα: Αν δε με έπαιρνε ο ύπνος; Αν δε με έπαιρνε ο ύπνος θα έμενα να κοιτάζω το ταβάνι όλη την ώρα. Μου έχει συμβεί μερικές φορές. Το κοιτάζω. Ύστερα από λίγο νομίζω ότι το ταβάνι είναι η οθόνη του σινεμά κι αρχίζω να βλέπω ταινία. Παρακολουθώ ολόκληρες σκηνές. Παρεμβάλλεται το διάλειμμα με τις διαφημίσεις. Συνεχίζεται η ταινία. Και στον ύπνο μου τυχαίνει να δω σκηνές από ταινίες. Μια φορά… στο σινεμά προβαλλόταν μια αισθησιακή. Όχι τσόντα, όχι. Τολμηρή ερωτική. Στον ύπνο μου είδα μια σκηνή της, με τη διαφορά ότι ήμουν εγώ η πρωταγωνίστρια. Συνήθως βλέπω τους πραγματικούς πρωταγωνιστές και ‘γω κάθομαι σε μια μεριά και κοιτάζω. Κι έτσι στο όνειρο με κοιτάζω να κοιτάζω. Αυτό μου αρέσει. Και στη δουλειά, μερικές φορές, όταν κάθομαι και κοιτάζω, σκέφτομαι πως μπορεί να κοιτάζω το όνειρό μου, όπου με κοιτάζω να κοιτάζω. Αυτό μου αρέσει ακόμη περισσότερο.
Αχιλλέας: Τι άλλο;
Σαμπίνα: Τι εννοείς;
Αχιλλέας: Τι άλλο θα μπορούσες να κάνεις κλεισμένη στο δωμάτιο;
Σαμπίνα: Άλλο; (Μικρή σιωπή) Να πιάσω στα χέρια μου ένα αντικείμενο, οτιδήποτε, και να το περιεργάζομαι. Να παίξω ένα παιχνίδι στο κινητό μου. Να μετράω μονά ζυγά. Πόσες καρέκλες υπάρχουν; Πόσα χαλιά και χαλάκια; Πόσα κάδρα ή αφίσες στους τοίχους; Έπειτα, να ψάχνω για αντικείμενα που δε βρίσκονται στη σωστή θέση. Για παράδειγμα, μια χτένα αφημένη πάνω σε ένα τραπέζι, μια κάλτσα στο πάτωμα. Τέτοια.
Αχιλλέας: Θαυμάσια. Δεν είπες και λίγα. Φυσικά όσα είπες δεν είναι ούτε το ένα χιλιοστό όλων των πιθανών συμβάντων, ιδιαίτερα των δυσάρεστων συμβάντων, τα οποία ούτε που άγγιξες.
Σαμπίνα: Όχι, αυτά είναι. Τι άλλο να έκανα;
Αχιλλέας: Αν χτυπούσε το τηλέφωνό σου;
Σαμπίνα: Ναι, αν χτυπούσε θα απαντούσα. Ίσως να έπαιρνα και ‘γω τηλέφωνο κάποια φίλη μου.
Αχιλλέας: Ας ξεχάσουμε το δωμάτιο. Σκέψου τώρα έναν άλλο κύριο δρόμο.
Σαμπίνα: Θα μπορούσα να σηκωθώ να φύγω, αφού λες δρόμο.
Αχιλλέας: Ασφαλώς.
Σαμπίνα: Θα πήγαινα στον πεζόδρομο που μου αρέσει, να κοιτάζω τις βιτρίνες. Θα χάζευα τα καινούργια παλτά για τον φετινό χειμώνα. Μπορεί σε κάποιο μαγαζί να έμπαινα και να δοκίμαζα. Και γάντια. Θέλω να αγοράσω και γάντια. Τα παλιά μου έχουν τρυπήσει στις ενώσεις των δαχτύλων. Και κασκόλ. Ένα κόκκινο κασκόλ.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Τι άλλο θα έκανες εκτός από το να κοιτάς τις βιτρίνες;
Σαμπίνα: Θα περπατούσα αργά. Θα έβλεπα τα αυτοκίνητα να με προσπερνούν. Αν περνούσε δίπλα μου κανένα όμορφο σκυλάκι, από αυτά τα αδέσποτα, θα άπλωνα το χέρι και θα το χάιδευα. Αν κουραζόμουν θα καθόμουν σε μια καφετέρια. Εκεί θα άκουγα αυτά που θα λέγανε οι διπλανές παρέες. Θα παράγγελνα σοκολάτα ζεστή. Θα βουτούσα πρώτα το μπισκοτάκι. Πού και πού θα κοίταζα το ρολόι μου.
Αχιλλέας: Θαυμάσια όλα αυτά, δε λέω. Όμως πιθανότητες να συμβούν δεν έχουν μόνο τα ωραία, έχουν και τα άσχημα. Σκέψου τι άσχημο θα μπορούσε να σου συμβεί.
Σαμπίνα: Θα μπορούσε… να σπάσει το τακούνι μου. Μου έχει συμβεί μια φορά. Θα μπορούσε να βρέξει, να μαζέψει νερά ο δρόμος και περνώντας ένα αυτοκίνητο να με κάνει μούσκεμα. Ναι, άσχημο κι αυτό.
Αχιλλέας: Αυτά είναι αστεία για να τα λέμε αργότερα στους γνωστούς και να γελάνε, δεν είναι άσχημα. Σου είπα να σκεφτείς κάτι άσχημο.
Σαμπίνα: Άσχημο; Να χάσω το πορτοφόλι μου. Να ψάχνω στην τσάντα το πορτοφόλι για να πληρώσω τη σοκολάτα και να μην το βρίσκω.
Αχιλλέας: Κάτι πιο άσχημο.
Σαμπίνα: Πιο άσχημο; Να συμβεί ένα τροχαίο. Να τραυματιστεί κάποιος μπροστά μου.
Αχιλλέας: Πες μου κάτι πραγματικά άσχημο.
Σαμπίνα: Να παραπατήσω και να πέσω. Να σκιστεί το φόρεμά μου, να γδάρω το πόδι ή το χέρι μου.
Αχιλλέας: Αυτά είναι παιχνίδια. Σκέψου τι μπορεί να σου συμβεί. Σκέψου κάτι ανεπανόρθωτο.
Σαμπίνα: Δεν είναι παιχνίδια. Αυτά μπορεί να μου συμβούν. Δε θέλω να σκεφτώ άλλα. Με την επιμονή σου πας να χαλάσεις κι αυτό το παιχνίδι.
Αχιλλέας: Αυτά είναι μόνο όσα θα ήθελες να σου συμβούν. Το παιχνίδι το χαλάς εσύ αδιαφορώντας για τους όρους του.
Σαμπίνα: Όλο παιχνίδια με σαχλούς όρους ξέρεις να φτιάχνεις.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Θα σου πω εγώ τι μπορεί να σου συμβεί περπατώντας εκεί έξω. Μπορεί να σου συμβεί το πιο απλό, να πεθάνεις. Είσαι καρδιακή χωρίς να το ξέρεις. Ξαφνικά η καρδιά σου σταματά να χτυπάει. Σωριάζεσαι στο πεζοδρόμιο. Μια περιπολία αστυνομικών σε πλησιάζει. Το όπλο ενός από τους αστυνόμους εκπυρσοκροτεί από απροσεξία του. Η σφαίρα σού κάνει τα μούτρα για πάντα αγνώριστα. Ένα λυσσασμένο σκυλί, από τα αδέσποτα που σου αρέσουν, έρχεται με φόρα κατά πάνω σου. Σου ρίχνει μια γερή δαγκωματιά κι εξαφανίζεται. Πεθαίνεις στη διαδρομή για το νοσοκομείο. 
Σαμπίνα: Σταμάτα.
Αχιλλέας: Μια διαρροή αερίου τινάζει την καφετέρια που κάθισες να ξεκουραστείς στον αέρα. Αργότερα μαζεύουν τη σωρό σου με φτυάρι. Ένα γερό κομμάτι σοβά, κάποιας παλιάς πολυκατοικίας, προσγειώνεται με ακρίβεια στο κεφάλι σου και το ανοίγει στα δύο.
Σαμπίνα: Σταμάτα να λες αυτές τις βλακείες. Γίνεσαι γελοίος.
Αχιλλέας: Βλακείες; Απορρίπτεις την πιθανότητα να σου συμβεί μια από αυτές τις βλακείες,  ή μια απ’ τις χιλιάδες ανάλογες που μπορώ να σου αναφέρω;
Σαμπίνα: Δε θέλω να ακούσω καμιά άλλη. Πάψε επιτέλους να με γρουσουζεύεις.
Αχιλλέας: Α. Είμαστε προληπτικοί;
Σαμπίνα: Δεν υπάρχει λόγος να σκέφτομαι το κακό. Είναι σα να το αναζητάω.
Αχιλλέας: Επομένως η θεωρία σου είναι ότι πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο το καλό. Είσαι οπαδός της θετικής σκέψης με άλλα λόγια.
Σαμπίνα: Ναι, αυτό. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι.  
Αχιλλέας: Ο.Κ. Ας αφήσουμε τον δρόμο που, όπως και να το κάνουμε, αποτελεί πηγή κινδύνων. Τι άλλο θα μπορούσε να σου συμβεί εκτός από το να πας στο άβατό σου ή να φύγεις; Δέχομαι να μου πεις μόνο τις ευχάριστες εκδοχές αυτού του τρίτου δρόμου.
Σαμπίνα: Τι άλλο; (Μικρή σιωπή) Ναι. Θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο πολύ ενδιαφέρον αλήθεια.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Μίλα ελεύθερα.
Σαμπίνα: Θα μπορούσα να σε σκοτώσω…
Αχιλλέας: Θαυμάσια! Πραγματικά είναι αδύνατο να αποκλείσουμε αυτό το ενδεχόμενο. (Μικρή σιωπή) Βλέπεις ότι εγώ δεν πιστεύω στη γρουσουζιά. Εμπρός, για πες μου, με τι τρόπο; Υπάρχουν πολλοί τρόποι, έτσι δεν είναι;
Σαμπίνα: Θα μπορούσα να αρπάξω αυτό το χάλκινο αγαλματάκι και να στο κοπανήσω στο κεφάλι με όλη μου τη δύναμη. Δυο, τρεις, τέσσερις, δέκα φορές, μέχρι να βεβαιωθώ ότι τέλος, ότι τελείωσες.
Αχιλλέας: Αλήθεια είναι αυτό. Θα μπορούσες να το κάνεις. Τι άλλο;
Σαμπίνα: Ίσως να έχω άδεια οπλοφορίας, πού ξέρεις; Να βγάλω από την τσάντα μου ένα περίστροφο και να σε εκτελέσω πριν προλάβεις να πεις το επόμενο σαχλοοκέι σου. Να στη ρίξω ανάμεσα στα μάτια κι έπειτα να σηκωθώ να πατάω τα μυαλά σου στο πάτωμα μέχρι να τα κάνω αλοιφή.
Αχιλλέας: Αλήθεια είναι κι αυτό. Αν φυσικά έχεις άδεια οπλοφορίας και όπλο στην τσάντα σου. Τι άλλο;
Σαμπίνα: Μπορεί να σε πυροβολήσω στα πόδια. Έπειτα να σε δέσω γερά, να πάρω μια πιρούνα από την κουζίνα και να αρχίσω να σε πιρουνίζω σαν κοτόπουλο στο φούρνο, κι όσο πιο δυνατά θα φωνάζεις τόσο πιο δυνατά να σε πιρουνίζω. Μπορώ να πάρω… (Σταματάει. Μικρή σιωπή)
Αχιλλέας: …Γιατί με μισείς;
Σαμπίνα: Με πληρώνεις για να σε μισώ.    
Αχιλλέας: Είναι ένα παιχνίδι… Δεν πρέπει να το παίρνουμε στα σοβαρά. Ιδιαίτερα αυτό το νέο παιχνίδι μας το θεωρώ εξαιρετικό. Μάλιστα για να βοηθήσω την εξέλιξή του θα σου υποδείξω έναν ακόμη δρόμο, ή μάλλον παράδρομο του προηγούμενου που ανέφερες, δηλαδή του να μείνεις την επόμενη ώρα μαζί μου. Έχει κι αυτός τις πιθανότητές του. Το κάθε τι έχει τις πιθανότητές του. Αυτός ο παράδρομος οδηγεί στην εξής σκηνή: Έρχεσαι κοντά μου, με αγκαλιάζεις και μου δίνεσαι.
Σαμπίνα: Να σου δοθώ αποκλείεται! Αυτό δεν έχει καμία πιθανότητα.
Αχιλλέας: Είπαμε εξετάζουμε την πιθανότητα, όχι τη θέληση. Μην τα μπερδεύεις. Γνωρίζω πως η σκέψη αυτή δε σου είναι ευχάριστη. Μόνο που μερικές φορές δεν πηγαίνουμε εμείς προς το μέλλον. Έρχεται το μέλλον προς εμάς. Εγώ βλέπω το μέλλον σου να έρχεται. Έρχεται καλπάζοντας. Δεν το βλέπεις; Δεν ακούς το ποδοβολητό των αλόγων; Αν ακούσεις χτυπήματα στην πόρτα, να ξέρεις είναι η μοίρα σου.  
Σαμπίνα: Αποκλείεται να σου δοθώ… Άρχισες πάλι τις αόριστες απειλές. Δε δίνω δεκάρα, να το ξέρεις…
Αχιλλέας: Άκουσε κάτι. Παραδέχομαι ότι όλα αυτά που είπα προηγουμένως για τον δρόμο, συγκεντρώνουν πολύ μικρές πιθανότητες να επαληθευτούν. Τώρα έφτασε η στιγμή να σου πω κάτι που έχει μεγάλες πιθανότητες. Είναι σχεδόν σίγουρο. Είναι…     
Φωνή γυναικεία από μεγάφωνο στον δρόμο: Έκτακτη ενημέρωση. Σας πληροφορούμε ότι ο Ισίδωρος Πάνου, του Ιεροκλή και της Ιφιγένειας, αναγνώσθηκε από τις κάμερες ασφαλείας να μνημονεύει στις σκέψεις του το τελευταίο εκτελεσμένο μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης «Πράσινη Ειρήνη». Για την ασφάλειά σας είναι νεκρός. Συνεχίστε τις αγορές σας σε περιβάλλον απόλυτης ασφάλειας.
Αχιλλέας: … Έλεγα ότι είναι… ότι είναι μοιραίο. Πιστεύω ότι είναι μοιραίο.
Σαμπίνα: Ποιο;
Αχιλλέας: Είναι ένα άλλο παρακλάδι. Δε σου δίνει πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας. Μας συμβαίνουν και τέτοια γεγονότα. (Μικρή σιωπή) Μας συμβαίνει κάτι, καλό ή κακό αδιάφορο, χωρίς να προλάβουμε να του αντισταθούμε ή να το καλωσορίσουμε.
Σαμπίνα: Έχω την εντύπωση ότι τα ξανάπες αυτά.
Αχιλλέας: Ίσως. Αυτά ή κάτι παρόμοιο. Δεν έχει σημασία.
Σαμπίνα: Τι έχει σημασία;
Αχιλλέας: Σημασία έχει η πιθανότητα που σκεπάζει όλες τις άλλες. Η πιθανότητα να σε σκοτώσω. (Μικρή σιωπή) Δεν ξέρω γιατί πιστεύω πως τελικά αυτό θα γίνει…
Σαμπίνα: Μάλλον επειδή από την αρχή είχες αυτό τον σκοπό.
Αχιλλέας: Όχι. Δεν είχα κανένα σκοπό. Ήταν… είναι ένα παιχνίδι.
Σαμπίνα: Όταν πιο πριν προσπαθούσα να σκεφτώ ό,τι πιο φριχτό θα είχα τη δύναμη να σου κάνω, ξαφνικά σκέφτηκα τι θα έλεγε για μένα η μάνα μου, ο πατέρας μου, οι φίλες μου, ο κόσμος όλος, αν το μάθαιναν…
Αχιλλέας: Φαντάζομαι δεν έχεις ιδέα πως με αυτό προδίδεις τον εαυτό σου.
Σαμπίνα: Δεν έχω ιδέα για τη φαντασία σου. Μόνο για αυτό δεν έχω ιδέα.
Αχιλλέας: Θέλω να πω ότι όποιος σκέφτεται πριν τον φόνο τι θα πει η μάνα του κι ο πατέρας του, δε θα κάνει ποτέ τον φόνο, δε θα το αποφασίσει ποτέ, δεν το έχει σκεφτεί ποτέ στα σοβαρά.
Σαμπίνα (Σχεδόν ειρωνικά): Πες μου ότι έχεις εμπειρία από φόνους…
Αχιλλέας: Έχει η φαντασία μου, για την οποία παραδέχτηκες πως δεν έχεις ιδέα. Και η φαντασία μου μου λέει πως όταν παύει να υπάρχει αυτός που φρόντισες εσύ να μην υπάρχει, αυτός που όλο σου το είναι θέλησε να μην υπάρχει, τότε παύουν να υπάρχουν και οι συγγενείς, και οι φίλοι, και ο κόσμος όλος.  Η ύπαρξή σου μετατρέπεται σε ουδέτερο στοιχείο. Δε λέω στέκεις υπεράνω. Λέω έχεις ξεπεράσει τα παραδομένα…
Σαμπίνα: Όσο μεγαλύτερες αρλούμπες λες τόσο περισσότερο με κάνεις να σε περιφρονώ. (Σιωπή. Υποψία ταραχής) Με κρατάς ουσιαστικά αιχμάλωτη εδώ μέσα και με αναγκάζεις να ακούω τις μαλακίες σου. Αυτό είναι όλο το ζήτημα.
Αχιλλέας: Γιατί δεν παίρνεις την τσάντα σου να φύγεις;
Σαμπίνα: Ναι… Αυτό θα ήταν το καλύτερο. Αυτό θα έπρεπε να κάνω… Μάλιστα όσο πιο γρήγορα τόσο καλύτερα.
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Αποφάσισες να το κάνεις;
Σαμπίνα: Δε βλέπω το λόγο γιατί να μην το κάνω. (Μικρή σιωπή) Σχεδόν το αποφάσισα. Παίρνω την τσάντα μου και φεύγω. Φεύγω και σε αφήνω στο μαλακισμένο παραμιλητό σου. Εγώ θα κάνω τη βόλτα μου στα μαγαζιά και εσύ θα λες τις μαλακίες σου στον αέρα. Θα απειλείς τον αέρα. Θα σκοτώνεις τον αέρα. Αλήθεια, πώς τον σκοτώνεις τον αέρα; Τον πνίγεις; Τον μαχαιρώνεις; Πόσο μαλάκας είσαι!
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Δεν μπορείς να φύγεις.
Σαμπίνα: Άσε τις μαλακίες σε μένα.
Αχιλλέας: Γύρισα το κλειδί μόλις μπήκες. Μα, δε θυμάσαι;
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Θυμάμαι. Κλείδωσες… Και το κλειδί;…
Αχιλλέας: Βλέπεις να είναι στην πόρτα;
Σαμπίνα: Όχι. Δεν το βλέπω.
Αχιλλέας: Αυτό σημαίνει ότι η πόρτα είναι κλειδωμένη και το κλειδί δεν είναι στην κλειδαριά. Βλέπεις, ό,τι λέω δεν είναι μαλακίες. Είναι η πραγματικότητα. Θα σου πω και κάτι άλλο που είναι επίσης πραγματικότητα. Αν η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη, δε θα έφευγες.
Σαμπίνα: Θα είχα κιόλας φύγει.
Αχιλλέας: Είσαι σίγουρη;
Σαμπίνα: Γιατί να μη φύγω;… Γιατί να θέλω να μείνω;… Βαρέθηκα…
Αχιλλέας: Έστω. Σημασία έχει πως δεν μπορείς να φύγεις. Κι αυτό κάνει όλα τα άλλα υποθέσεις.  Φυσικά έχεις το άβατό σου. Επομένως δε συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας. Οποιαδήποτε στιγμή μπορείς να πας στο άβατό σου και να προστατευτείς, να μείνεις εκεί προστατευμένη.
Σαμπίνα: Αυτό θα κάνω. Αυτό είναι το καλύτερο. Τουλάχιστον δε θα σε ακούω.
Αχιλλέας: Μόνο που… μπορεί, επίσης, κάποια στιγμή τα πάντα να γυρίσουν στο κεφάλι μου, να παραβιάσω το άβατό σου, να σε βιάσω, να σε βασανίσω, να σου κάνω διάφορα, ό,τι φέρει η στιγμή. Η πιθανότητα αυτή με κάνει κυρίαρχό σου ακόμη κι αν τρυπώσεις στο δωμάτιο. Ένα δωμάτιο είναι. Εγώ το όρισα άβατο. Είπα: «Αυτό το δωμάτιο είναι άβατο». Σε λίγο λέω: «Αυτό το δωμάτιο δεν είναι άβατο. Είναι ένα απλό δωμάτιο, όπως κάθε δωμάτιο». Βλέπεις, καλή μου Σαμπίνα, όλα ρέουν, όλα αλλάζουν. Τίποτα δε μένει σταθερό, σίγουρο, θεϊκό… Αυτό αν καταλάβεις, τα κατάλαβες όλα.
Σαμπίνα: Πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι όλα θα πάνε όπως τα σχεδιάζεις; Και τα αρνιά αντιστέκονται.
Αχιλλέας: Σύμφωνα με τη δύναμή τους.
Σαμπίνα: Θα αντισταθώ και ‘γω σύμφωνα με τη δύναμή μου.
Αχιλλέας: Σκέψου πόσο μίζερα έζησες ως τα σήμερα. Όλα σου τα χρόνια πωλήτρια, να σου λένε οι προϊστάμενοι κάνε αυτό και κάνε εκείνο, να ακούς τις σαχλαμάρες των πελατών. Απ’ τη δουλειά στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στη δουλειά. Κάποιες φιλενάδες… Κάποιοι γκόμενοι… έτσι για αλλαγή. Κατάστρεψες τη ζωή σου. Μην καταστρέψεις και τον θάνατό σου.
Σαμπίνα: Κριτή στη ζωή μου σε έβαλα; Η ζωή μου είναι μια χαρά.
Αχιλλέας: Ο.Κ. Η ζωή σου είναι μια χαρά. (Μικρή σιωπή) Ήμουν ανόητος όταν ήθελα να μάθω το όνομά σου για να σε γνωρίσω. (Μικρή σιωπή) Θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα από όσο υπόσχεται ένα όνομα. (Την κοιτάζει) Υπάρχει ένας τρόπος να σε γνωρίσω καλύτερα.
Σαμπίνα: Θα αντισταθώ...
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Όλα θα γίνουν όμορφα. Θα σηκωθούμε και θα χορέψουμε έναν αργό, τελετουργικό χορό. (Σηκώνεται, την πιάνει από το χέρι απαλά και τη σηκώνει. Χορεύουν αργά μέχρι το τέλος της σκηνής) Θα είναι ένας χορός ερωτικός και ταυτόχρονα θυσιαστικός. Κάποτε έρωτας και θάνατος πρέπει να ήταν ένα.
Σαμπίνα: Είναι παράλογο. Δεν ξέρω…
Αχιλλέας: Δεν ξέρεις τι;
Σαμπίνα: Δεν ξέρω…
Αχιλλέας: Δεν ξέρω ούτε εγώ… Ήταν ένα παιχνίδι… Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι.
Σαμπίνα: Δεν ξέρω…
Αχιλλέας (Μετά από μικρή σιωπή): Κυκλοφορεί μια φήμη… Σα να τη φέρνει ο αέρας από ‘δω κι από ‘κει. Από μόνος του… Πως έχει δημιουργηθεί μια καινούργια τρομοκρατική οργάνωση. Στόχος της είναι όλες οι έγκυες γυναίκες. Τις πυροβολούν πάντοτε στην κοιλιά… Η φήμη λέει πως όσα μέλη της οργάνωσης και να σκοτώσει η αντιτρομοκρατική, αυτά ολοένα αυξάνονται. Πως ακόμη και μελλοντικοί πατεράδες πυροβολούν τις μελλοντικές μητέρες των παιδιών τους στην κοιλιά. Πως ακόμη και πολλές έγκυες προσχωρούν στην οργάνωση και αυτοπυροβολούνται στην κοιλιά. Η φήμη λέει πως τα μέλη της οργάνωσης στο εξωτερικό είναι πλέον απειράριθμα … 
Σαμπίνα (Αφηρημένα): Απαίσια φήμη…
Αχιλλέας (Επίσης αφηρημένα): Ναι.
Σαμπίνα: Δεν είναι σωστό. Δεν πρέπει να γίνονται τέτοια πράγματα. Πρέπει πάντοτε να τα καταδικάζουμε.
Αχιλλέας: Ναι, ναι…   
Σαμπίνα: Δεν ξέρω… Απαίσια φήμη…
Αχιλλέας: Και σένα, αγαπημένη μου, μόνο ένας Θεός μπορεί να σε σώσει. Μια Άρτεμη, να σε πάρει στον ουρανό και να βάλει στη θέση σου μια ελαφίνα.
Σαμπίνα (Μετά από μικρή σιωπή): Το μόνο που ήξερα, ερχόμενη εδώ, ήταν ότι δε θα πλήξω…  


                                                                                                                         2012