Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Αρπαλύκη








Τραγωδία σε πέντε σκηνές, μία εισαγωγή και έναν επίλογο

Πρόσωπα: Τροφός, Κλύμενος, Αρπαλύκη, φωνές πλήθους

(Σκηνικά – κοστούμια όλα σε άσπρο - μαύρο, η σκηνή με μεγάλους κενούς χώρους. Όταν οι ήρωες απευθύνονται στο κοινό, έχουν το πρόσωπο στραμμένο προς αυτό)

Εισαγωγή (Τροφός)

(Μπαίνει η Τροφός, γριά, με μαύρα ρούχα, μαύρο μαντήλι να καλύπτει τα μαλλιά της, σκυφτή, σοβαρή. Κοιτάζει ευθεία το κοινό)
Τροφός: Από παιδί δουλεύω σ’ αυτό το σπίτι. Σκλάβα ήρθα, απ’ το πέλαγος. Πού είναι η πατρίδα μου δεν κατέχω. Ποιοι ήταν οι γονείς μου; Τι ήταν; Βασιλιάδες για δούλοι κι αυτοί; Ξέρω κι άλλους  πολλούς σ’ αυτό τον τόπο που πέθαναν χωρίς να μάθουν πούθε κρατούσε η σκούφια τους. (Σιωπή) Δεν μπορώ να πω ότι με στενοχωράει και πολύ. Έτσι τα ορίσανε οι θεοί, λένε. (Σιωπή) Πιτσιρίκα, σκούπιζα και σφουγγάριζα το δωμάτιο του Τελέα, πατέρα του σημερινού μου αφέντη. Βοηθούσα και στην κουζίνα. Το πιο δύσκολο ήταν το κουβάλημα του νερού απ’ το ποτάμι. Φώλιαζα τη στάμνα στο κεφάλι μου, μέσα σ’ ένα χοντρομάντηλο. Μετά από εκατό μέτρα ένιωθα τον σβέρκο μου να θρυμματίζεται. Μπα. Ιδέα μου ήταν. Κι ο αναθεματισμένος ο σταμνάς τις φτιάχνει χοντρές τις στάμνες των δούλων. Βαριές κι ασήκωτες. Μόνο στους αφέντες φτιάχνει λεπτά ποτήρια και κανάτια σαν το τσόφλι του αβγού και μπιχλιμπίδια διάφορα. (Σιωπή) Στα δεκατέσσερα με πήρε ο αφέντης. Από τότε είχα μόνιμη θέση στην κουζίνα. Δεν κουραζόμουν πολύ. Οι άλλες σκλάβες με λοξοκοίταζαν. Υπάρχει πολύ ζήλια στον κόσμο. Όλες ήθελαν να ήταν στη θέση μου. (Μικρή σιωπή) Όταν γκαστρώθηκα ο αφέντης μού είπε να το ρίξω, γιατί διαφορετικά θα με σκότωνε. Ήπια βοτάνια παράξενα και το μωρό πέθανε μέσα μου. Από τότε δεν ξανάπιασα παιδί. (Μικρή σιωπή) Όχι ότι με κόφτει. Πολύ που τα χωνεύω τα μυξιάρικα… (Σιωπή) Στο μεταξύ, ο γιος του αφέντη μεγάλωσε, ο Κλύμενος, αν έχετε ακουστά. Τον έστειλε ο πατέρας του ταξίδι για να παντρευτεί, στο Άργος. Γύρισε καμαρωτός με τη γυναίκα του, την Επικάστη, την αφέντισσά μου. Ο Τελέας τον έστεψε βασιλιά. Κείνες τις μέρες εμείς οι δούλοι τρώγαμε και πίναμε ό,τι λαχτάραγε η καρδιά μας. Πριν κλείσει χρόνος η Επικάστη γέννησε τον Ίδα και πριν κλείσει δεύτερη χρονιά τον Θήραγρο. Διαδιδόταν ότι ο Κλύμενος δεν ήθελε να κάνει άλλο αγόρι. Προτιμούσε να μοιράσει το βασίλειο στους δυο γιούς όταν θα ερχόταν η ώρα. Αν είχε περισσότερους θα έπρεπε να δώσει όλο το βασίλειο στον πρώτο, γιατί αλλιώς θα χωριζόταν σε πολλά κομμάτια και θα αδυνατούσε. (Μικρή σιωπή) Ήθελε όμως μια κόρη. Πέρασαν χρόνια δίχως οι θεοί να του δώσουν αυτή τη χαρά. Κι όταν πήγε στο μαντείο να ρωτήσει, η μάντισσα του είπε πως χρειαζόταν μια δύναμη έξω απ’ αυτόν για να καρπίσει θηλυκό η γυναίκα του. Επέστρεψε μπερδεμένος. (Μικρή σιωπή) Τότε πήρα και ‘γω το θάρρος. «Αφέντη μου» του λέω, «ξέρω τι εννοούσε η μάντισσα». Ίσα που γύρισε να με κοιτάξει. Τούτος δε με συμπαθούσε σαν τον πατέρα του. «Τι λες, δούλα;» με ρώτησε. «Βοτάνια χρειάζονται, αφέντη μου» του είπα, «Υπάρχουν θηλυκοβότανα πολύ δυνατά, δύσκολο να μην πιάσουν τόπο. Μόνο αν όλοι οι θεοί είναι ενάντιοι». Μου έκανε νόημα να φύγω. Την άλλη μέρα μου έκανε νόημα να πλησιάσω. «Και πού βρίσκονται αυτά τα βοτάνια;» με ρώτησε. «Ξέρω εγώ, αφέντη μου» του λέω, «Να μείνει ήσυχη η αφεντιά σου». (Μικρή σιωπή) Πήγα στη μάγισσα που άλεσε το μωρό στα σπλάχνα μου. Μου είχε πει κάτι λίγα από παλιά. Υπήρχε ένα θηλυκοβότανο που μπορούσε να κάνει δουλειά, αλλά το πιθανότερο ήταν να έστελνε  τη  βασίλισσα  στον Άδη. (Κατάματα προς το κοινό) Πρέπει να παίρνεις τα ρίσκα σου όταν θέλεις κάτι, έτσι δεν είναι; (Μικρή σιωπή) Έβρασα το βοτάνι και πήγα το ζουμί του στον Κλύμενο. Εκείνος ανάγκασε την Επικάστη να το πιει. Όλη τη νύχτα ξερνοβολούσε. Την επόμενη μέρα της έδωσε ξανά και τη νύχτα ξερνοβολούσε πάλι. Ένα μήνα κράτησε αυτό. Η Επικάστη είχε γίνει φάντασμα του εαυτού της. Πιο πολύ άξιζε να τη λογιάζεις στους νεκρούς παρά στους ζωντανούς. Ξερνούσε το αίμα της. Μια μέρα έπεσε στα πόδια του Κλύμενου και τον ικέτεψε να της κόψει το βοτάνι για δυο μήνες κι αν στο μεταξύ δεν είχε πιάσει θηλυκό τότε ας της το έδινε πάλι. Του είπε πως ένιωθε μέσα της το κορίτσι, αλλά έπρεπε να συνέλθει για να το φτάσει μέχρι τη γέννα. Κι αυτός, φοβήθηκε για πείστηκε, της έκαμε το χατίρι. Στους δυο μήνες η κοιλιά της Επικάστης είχε φουσκώσει. Γέννησε κόρη. (Σιωπή. Στιγμιαίο χαμήλωμα ματιών) Με φώναξε ο αφέντης και μου είπε ότι θα γινόμουνα τροφός της Αρπαλύκης, έτσι ονόμασε το μωρό. «Μα, αφέντη μου» του λέω, «εγώ δεν έχω γάλα να του δώσω». «Αυτό το πρόβλημα θα λυθεί» μου είπε, «πάντως εσύ θα τη μεγαλώσεις». «Υποκλίνομαι στις διαταγές σου» λέω. Από τα βοτάνια και πέρα με συμπάθησε. Η Επικάστη στην αρχή δε με ήθελε για τροφό της μικρής. Ήθελε μια δούλα που είχε φέρει απ’ το Άργος. Ο Κλύμενος της το ξέκοψε. Έπεσα και ‘γω στα πόδια της, την παρακάλεσα. «Καλά» είπε. Έτσι ανέλαβα το μωρό. Η Επικάστη έκανε σα να μην ήταν δικό της. Χειρότερα ακόμα. Σα να ‘ταν του εχθρού της. Αντίθετα ο Κλύμενος έμοιαζε να το αγαπά περισσότερο κι απ’ τους γιους του. (Μικρή σιωπή) Ήταν ασθενικό παιδί. Λίγο να μην έδειχνες προσοχή μπορούσε να γίνει το κακό. (Σιωπή) Αυτό το παιδί ήταν σα να γεννήθηκε για να χωρίσει την οικογένεια στα δυο. Από τη μια η μάνα που το μισούσε και οι γιοι της που το ζήλευαν εξαιτίας της πατρικής αγάπης, κι από την άλλη ο πατέρας που δε χόρταινε να το καθίζει στα γόνατά του και να του λέει ιστορίες. Εγώ τη φρόντιζα. Της έκανα όλα τα χατίρια. Ήταν ιδιότροπη. Από τα πέντε ήθελε να με διατάζει. Θυμάμαι κάποια μέρα που επέμενε να φορέσει ένα άσπρο φόρεμα. Εγώ της έλεγα πως ήταν λεπτό για την εποχή. «Δε σε ταΐζουμε για να διαλέγεις τα ρούχα που θα φοράω» είπε, «Εγώ θα διαλέγω τα ρούχα μου». (Σιωπή) Αν και ασθενική, όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφη. Τη στόλιζα μ’ ένα σωρό μπιχλιμπίδια. Κοιταζόταν στον καθρέφτη σα να ‘ταν ερωτευμένη μ’ αυτό που έβλεπε. (Σιωπή) Από τη γέννα της μέχρι και σήμερα δεν έχω δει την Επικάστη να γελάει. Τις περισσότερες ώρες της μέρας κάθεται στο δωμάτιό της, στα σκοτεινά. Διώχνει όλες τις δούλες. Ποιος ξέρει τι σκέφτεται. Ένα βράδυ περνούσα απ’ την κάμαρή της και είδα πως η πόρτα ήταν λιγάκι ανοιχτή. Μια καταραμένη περιέργεια μ’ έκανε να σταθώ. Ξαφνικά η πόρτα έκλεισε τρίζοντας δυνατά. Τα σπλάχνα μου φοβήθηκαν βαθιά μέσα τους. Σα να περνούσα δίπλα από τάφο ανοιχτό και να ‘δα το νεκρό να φράζει την είσοδο. (Μικρή σιωπή) Δε βγαίνει ποτέ στο φως του ήλιου. Δεν ξέρω γιατί… (Σιωπή) Όσο τα χρόνια περνούσαν τα πλούτη του παλατιού αυξαίνονταν. Κάθε τόσο ο Κλύμενος έφτιαχνε καινούργιες αποθήκες για να στοιβάζει τις σοδειές και το χρυσάφι. Γυρίζοντας απ’ τους πολέμους, τα καράβια του κατέβαζαν μακριές σειρές σκλάβους, δεμένους μεταξύ τους με αλυσίδες στα πόδια και στα χέρια. Θαρρώ πως στο παλάτι υπάρχουν τα πλούτια που υπάρχουν και στον Όλυμπο, στα παλάτια των αθανάτων. (Σιωπή) Στο μεταξύ η Αρπαλύκη έχει γίνει μεγάλη κοπέλα. Είναι πεντάμορφη. Την περιποιούμαι όσο μπορώ καλύτερα. Δεν υπάρχει παλικάρι στον τόπο μας που να μην την έχει ερωτευτεί. (Σιωπή. Κατάματα προς το κοινό) Αυτό που θέλω να πω είναι πως εδώ και χρόνια ο αφέντης στέκεται πάντα βλοσυρός. Τους γιους του δεν τους εμπιστεύεται. Μερικές φορές τους βλέπω να κρυφομιλούν μεταξύ τους και μα τους θεούς σκέφτομαι πως δεν έχει άδικο. Πίνει πολύ. Μεθάει. Οι άλλοι δούλοι δεν ξέρουν τι να υποθέσουν. Οι περισσότεροι λένε κουταμάρες. Πως σκέφτεται να σφάξει τους διαδόχους του. Και ‘γω που είδα πολλές αγάπες του για δούλες, και για άλλες ελεύτερες, γνώρισα τα αλάνθαστα σημάδια. Μόνο το πολύ κρασί δεν καταλάβαινα και το γιατί τα ροδοκόκκινα μάγουλα έγιναν άσπρες λακκούβες στο πρόσωπό του. (Σιωπή) Πριν λίγο καιρό μάζεψε ξαφνικά στρατό και έφυγε. Οι κήρυκες φώναζαν για έναν παλιό εχθρό, δεν ξέρω και ‘γω ποιον. Γύρισε πολύ γρήγορα, κουβαλώντας ένα τσούρμο δούλους και δούλες. Οι στρατιώτες του καπνισμένοι απ’ της φωτιάς τις στάχτες. Κάθισε πάλι στη γωνιά του κι άρχισε να πίνει. Εχτές μου είπε να του ετοιμάσω μια μικρή δούλα, δέκα, έντεκα χρονών. Την έδεσε στο κρεβάτι. Έκανε πάνω της τα πάντα. Στο τέλος την έσφαξε και έχωσε τα χέρια του στο αίμα. Εγώ κατάλαβα πως κι έτσι δε βρήκε ησυχία. Το ίδιο βράδυ με φώναξε κοντά του. Τρόμαξα. Το βλέμμα του ήταν βλέμμα καλοπιάσματος. Τρόμαξα διπλά. (Φεύγει βιαστική με σκυμμένο κεφάλι)

1η σκηνή (Κλύμενος)

(Μπαίνει ο Κλύμενος, γύρω στα πενήντα, φορώντας μαύρα. Προχωράει αργά, με μικρή αστάθεια στα βήματά του. Φτάνει στη μέση της σκηνής και κοιτάζει κουρασμένα τους θεατές)
Κλύμενος: ‘Γω τους ανθρώπους δεν τους ξεχωρίζω απ’ τα γουρούνια, έξω απ’ τα χέρια που ξέρουν να σφάζουν και τις καρδιές που ξέρουν να μισούν. Έξω απ’ τα βήματα τα μπερδεμένα απ’ το μεθύσι και την απόγνωση. Γιατί τι άλλο χωρίζει τις μοίρες μας σ’ αυτό το θεϊκό χοιροστάσι που κυλιόμαστε; (Μικρή σιωπή) Αυτά όλα σαν ένιωσα, αρρώστησα. Πίνω. Θέλω το μυαλό μου να θολώνει και να μη σκέφτεται. (Μικρή σιωπή) Και πάλι σκέφτομαι. Αλλά μπαίνει μια κρούστα διάφανη, παλλόμενη, ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στη σκέψη μου. Εγώ είμαι από τη μια πλευρά και η σκέψη μου από την άλλη. Σαν όταν κοιτάζω το πλήθος απ’ το ανάκτορο και είμαστε όλοι ένα μπερδεμένο κουβάρι και ύστερα τραβώ τα παραθυρόφυλλα και είναι αυτοί εκεί κάτω και ‘γω εδώ πάνω. Λες και μεγαλώνει η απόσταση που μας χωρίζει. Αυτοί περπατάνε χωρίς πια να τρέμει το βήμα τους και ‘γω δεν τους βλέπω. Υπάρχουμε δεν υπάρχουμε είμαστε μια υπόθεση για τον άλλο. Τα μάτια δεν ξέρουν. (Σιωπή) Μερικές φορές σκέφτομαι πώς έφτασα μέχρι εδώ. Περισσότερο σκέφτομαι αν θα μπορούσα να φτάσω κάπου αλλού. Πίνω πολύ. Το ξαναείπα. (Σιωπή) Σκέφτομαι τότε που πήγα στο Άργος να παντρευτώ την Επικάστη και να τη φέρω πίσω βασίλισσα. Θυμάμαι τα ανοιχτά πανιά στα πλοία τα φορτωμένα δώρα, την αντανάκλασή τους στα ακύμαντα νερά, και την καταραμένη σκέψη που δεν έλεγε να με αφήσει, πως ήμουν και ‘γω ένα απ’ τα πεσκέσια του πατέρα μου στον βασιλιά του Άργους. (Μικρή σιωπή) Με προτροπή δική μου είχαμε σηκώσει κεφάλι. Τι δουλειά είχαν στα μέρη μας οι Αργίτες; Γιατί να μας παίρνουν τον χαλκό που είναι δίπλα στη γη μας κ’ ύστερα να τον αγοράζουμε, χαραμίζοντας όλη τη σοδειά μας; (Μικρή σιωπή) Μας νίκησαν δυο φορές. Τη δεύτερη πάθαμε πανωλεθρία. Ο πατέρας μου έστειλε αγγελιαφόρους προσφέροντας όλα τα πλούτη του βασιλείου του φτάνει να κρατούσε το σκήπτρο. Πρότεινε στον βασιλιά τους, σαν δείγμα φιλίας, να παντρευτώ μια κόρη του. Τον μίσησα. Ο βασιλιάς του Άργους δέχτηκε να μη λεηλατήσει την πόλη. Συμφώνησε με τα δώρα και με τον γάμο, με τη διαφορά πως ο Τελέας, ο πατέρας μου, έπρεπε να παραδώσει τον θρόνο σε μένα και στην Αργίτισσα, που έτσι θα γινόταν βασίλισσα. Νομίζω πως κι ο πατέρας μου με μίσησε. (Σιωπή) Είχε τέσσερις κόρες ο βασιλιάς του Άργους. Σε μένα έδωσε τη μικρότερη, την πιο χλωμή και αδύνατη. Αν κάποιος δε θα μπορούσε να την πει άσχημη, με πολύ μεγαλύτερη ευκολία δε θα την έλεγε όμορφη και ποτέ δε θα σκεφτόταν να την πει βασίλισσα. Το πρώτο βλέμμα της δε θα το λησμονήσω ποτέ. Ξεκίνησε χαμηλά, απ’ το έδαφος, κοντοστάθηκε στον λαιμό μου, έπειτα στο πηγούνι μου, στο στόμα. Χαμήλωσε ξανά και τέλος με κοίταξε στα μάτια. (Κοιτάζει τους θεατές στα μάτια) Αιφνιδιάστηκα. Δεν ήταν το περιφρονητικό βλέμμα του σιχαμερού πατέρα της. Ετούτο ήταν όλο προσμονή και ελπίδα. Αμέσως συνήλθα. Διάβασε στα μάτια μου ότι θα είμαστε παντοτινοί εχθροί. Ποτέ δε με ξανακοίταξε έτσι. Γενικά σε όλο τον βίο μας ελάχιστες φορές με έχει κοιτάξει στα μάτια. Και ποτέ έτσι. (Σιωπή) Πριν πολλά χρόνια το βλέμμα της στάθηκε πάλι στον λαιμό μου. Ένιωσα ένα κάψιμο. Γύρισα κι έφυγα πριν φτάσει στα μάτια και μου τα κάψει. (Σιωπή) Στο καράβι του γυρισμού, μετά τον γάμο μας, στριφογύριζε στο μυαλό μου η ιδέα να της δώσω τέλος φριχτό, να την πετάξω στο αλμυρό κύμα, να γίνει τροφή για τα ψάρια, να μην κάνω παιδιά που θα κυλά στις φλέβες τους αργείτικο αίμα. Καθόταν μόνη στην πλώρη. Κοιτούσε το πέλαγος. Δεν έστρεφε τα μάτια στη στεριά. Την παρατηρούσα και στοιχημάτιζα με τον εαυτό μου πως την είχε πάρει την απόφαση να πέσει. Δεν το έκανε. Όπως δεν το έκανα και ‘γω. Παρόλα αυτά είμαι σίγουρος ότι αυτό σκεφτόταν. (Σιωπή) Δεν ξέρω γιατί… Όλη τη ζωή της την περνάει στα σκοτάδια. Σπάνια μιλάει. Καμιά φορά ανοίγει το στόμα της και καταριέται κάποια δούλα. Η δούλα δεν απαντάει. Και η κατάρα γίνεται αόριστη, κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια όλων, μα πιο πολύ πάνω απ’ το δικό μου. (Μικρή σιωπή) …Δεν ξέρω αν τη μισώ ακόμη… Δεν ξέρω αν τη μίσησα ποτέ… Αισθανόμουν πάντα το βάρος της. Στην ανασαιμιά της αισθανόμουν την ανασαιμιά του σκύλου πατέρα της. (Μικρή σιωπή) …Ποτέ δεν της απαγόρευσα να βγει έξω, να δει το φως του ήλιου που είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά για μας τους θνητούς. Μια φορά κιόλας βγήκε. Πήγε με τις δούλες στο ποτάμι να πλύνουν τα ρούχα. Έστειλα έναν δικό μου άνθρωπο να δει τι θα κάνει. «Τίποτα» μου είπε, «Έπλυναν τα ρούχα». «Και τι άλλο;» ρώτησα. «Τίποτα» μου είπε, «Δεν έκανε τίποτα άλλο». Δεν ξαναπήγε. (Μικρή σιωπή) Την ίδια χρονιά -ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ με κακοκαιρία- κάποιος μου είπε πως, περνώντας απ’ την κάμαρή της, την άκουσε να τραγουδά ψιθυριστά ένα τραγούδι της καταραμένης πατρίδας της. Πήγα σπρωγμένος απ’ την περιέργεια ν’ ακούσω. Κόλλησα το αφτί μου στην πόρτα. Αυτό που άκουσα δεν ήταν τραγούδι. Έμοιαζε με ξόρκι μάγισσας. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Μπήκα μέσα. Κλώτσησα ό,τι βρέθηκε μπροστά μου. «Σκάσε!» της είπα, «Ποτέ μην ξαναπιάσεις αυτό τον σκοπό στο στόμα σου». Όπως είχε γυρισμένη την πλάτη έμεινε ακίνητη. Δε στράφηκε να κοιτάξει τον αργαλειό της που τον είχα κάνει συντρίμμια. Η πουτάνας κόρη ξέρει να κερδίζει! (Μικρή σιωπή) …Ναι, είμαστε δυο άγνωστοι. Δεν τη γνωρίζω. Μου είναι αδύνατο να μαντέψω τι σκέφτεται. Το μόνο που ξέρω είναι ότι της αρέσει το χρυσάφι. Μου το λένε οι δούλες της. Δεν περνά ούτε μια μέρα που να μη στολιστεί στην απομόνωσή της. Ανοίγει τα σεντούκια που κουβάλησε απ’ το σπίτι της και σκεπάζει τη χλομάδα του κορμιού της με τη λάμψη του χρυσού. (Σιωπή) Δεν ήθελε η άτιμη να κάνει θηλυκό. Εγώ ήθελα. Μετά τους δυο γιους ήθελα ένα θηλυκό. Πίστευα πως κάτι θα άλλαζε στο σπίτι. Όσο να ‘ναι, ένα θηλυκό… αλλάζει το σπίτι. Δεν είναι ότι δεν αγάπαγα… ότι δεν αγαπάω τους γιούς μου. Τους αγαπώ. (Μικρή σιωπή) Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ότι μικρούς τους αγαπούσα πιο πολύ. Ήταν παιδάκια και τους έπαιρνα στα γόνατά μου και τους έλεγα: «Οι δυο σας θα μοιραστείτε τούτο το βασίλειο για να το κάνετε διπλό, ο ένας να κινήσει για τη δύση, ο άλλος για την ανατολή, να κατακτήσετε τον κόσμο. Δεν είναι δα και τόσο μεγάλος που να μη χωράει σ’ ένα βασίλειο». Και μια μέρα -τα γόνατά μου ήταν ακόμα ζεστά απ’ τα κορμάκια τους- με πλεύρισε η δούλα. «Τα παιδάκια σας, οι λεβέντες σας» μου λέει. «Τι έκαναν;» της λέω. «Τίποτα, αφέντη μου» μου λέει, «πολύ χαριτωμένα είναι». Με κοίταξε επίμονα. «Θαρρώ του παππού τους μοιάζουνε». «Μπορεί και να του μοιάζουνε» είπα, «Δεν είναι κακό το εγγόνι να μοιάζει του παππού του. Η φύση έτσι το θέλει». «Μόνο» λέει η σκύλα, «μόνο, αφέντη μου, δεν ξέρω σε ποιον από τους δυο παππούδες τους μοιάζουν περισσότερο. Θαρρώ πως μοιάζουν πολύ στον βασιλιά του Άργους». Σκοτείνιασα. «Και πού τον ξέρεις μωρή εσύ τον βασιλιά του Άργους;» της κάνω μανιασμένος. «Συμπάθα με, αφέντη μου» λέει, «συμπάθα με τη φτωχιά, έξω απ’ το απέραντο βασίλειό σου τίποτα δε γνωρίζω. Μα να, εσύ δεν έχεις τέτοια μάτια. Ούτε ο τιμημένος πατέρας σου είχε. Κι αν κρίνω απ’ τα λίγα που έχω ακούσει για την αχαριστία εκείνου του άλλου, δικά του πρέπει να είναι τα μάτια τους». Εγώ το πήγα στο αστείο. «Σαν τι δηλαδή έχουν τα μάτια τους, πανάθεμά σε» της λέω γελώντας. «Έχουν τη λάμψη και το μεγαλείο των δικώνε σου» μου λέει, «μα έχουν και κάτι άλλο, βασιλιά μου. Ό,τι κοιτάζουν… Ό,τι κοιτάζουν» λέει, «το κοιτάζουν σα να θέλουν να το πάρουν και να φύγουν. Σα να θέλουν να σηκώσουν όλο το βασίλειό σου και να φύγουν». Τη στιγμή κείνη το βλέμμα μου πλανιόταν έξω απ’ το παράθυρο, στο ανάκτορο, και πέρα, στα χωράφια. Στη γης μου. (Σιωπή) Στο τραπέζι που καθίσαμε το βράδυ, κοιτούσα τα μάτια τους. Όταν τα πιάτα τους αδειάσανε και γύρω δε φαινόταν δούλος να τα γεμίσει ξανά, το μεγαλύτερο άπλωσε το χέρι και πήρε απ’ το πιάτο μου ένα κομμάτι κρέας. (Μικρή σιωπή) Ασήμαντο πράμα θα πει κανείς. Όλες τις επόμενες μέρες τα παρατηρούσα. Τα παρατηρούσα καθώς έτρωγαν, καθώς έπαιζαν, καθώς μάλωναν, καθώς κοιμόνταν, καθώς με παρατηρούσαν. (Σιωπή, σηκώνει τα μάτια) Έμοιαζαν στον βασιλιά του Άργους. (Σιωπή) Ο μεγαλύτερος περισσότερο, ο μικρός όχι τόσο. Του έμοιαζαν στα μάτια. Είχαν τα μάτια του. Ο μεγαλύτερος πιο πολύ, ο μικρός όχι τόσο. Έπειτα παρατήρησα για μέρες τα μέτωπά τους. Πλατιά κι απότομα σαν γκρεμός. Όπως του καταραμένου παππού τους. Έπειτα τις πέτρες που πετούσαν πάνω απ’ τα μάγουλά τους. Έμοιαζαν και σ’ αυτό του θεοκατάρατου παππού τους. Έπειτα τις κινήσεις των χεριών τους, τα βήματά τους, το γέλιο τους, το σμίξιμο των φρυδιών… (Μικρή σιωπή) Έπαψα να τα παρατηρώ. Τι κέρδιζα; Είπα: «Θέλω να μεγαλώσουν. Να τα δω άντρες. Να πολεμήσουν στο πλευρό μου». Ήθελα και μια κόρη. Μια κόρη που δε θα έμοιαζε στον παππού της. Ας έμοιαζε στη μάνα της. Αλλά όλοι μου λέγανε ότι οι κόρες μοιάζουν στον πατέρα. Οι κόρες μοιάζουν στον πατέρα και είναι πιστές στον πατέρα. (Μικρή σιωπή) Όχι ότι οι γιοι μου δε μου είναι πιστοί. Με σέβονται και το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία. Βιάζονται να με παινέψουν. (Χαμογελά) Προχθές θα ‘ταν. Ο μικρός μου, ο Θήραγρος, μπροστά σε όλους τους καλεσμένους, έχυσε κρασί κι ευχήθηκε στους αθάνατους: «Σαν τον πατέρα μου δοξασμένο κάντε με Θεοί! Άλλη τιμή δε ζητώ». (Σιωπή) Ανάθεμα κείνες τις κλεφτές ματιές που ρίχνω και βλέπω να κοιτούν το βιος μου – το βιος τους!, σαν… Η δούλα, η τροφός της Αρπαλύκης μου, λίγο μετά από κείνη τη σπονδή του Θήραγρου, όπως έσκυψε με τη βαθιά κανάτα να γεμίσει την κούπα μου κρασί, «Έτσι όπως λοξά τους βλέπεις να σε κοιτούν, δε νιώθεις τίποτα, βασιλιά μου;» μου ψιθύρισε στ’ αφτί. Σήκωσα αργά τα μάτια απ’ το ποτήρι μου. (Σιωπή) Ήπια πολύ. Άκουγα τους ξένους να μου μιλούν σαν από πολύ μακριά. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Αυτοί σίγουρα είχαν καταλάβει πως ήμουν μεθυσμένος. Σίγουρα έκαναν πως δεν το είχαν καταλάβει. Τους έβλεπα να πλησιάζουν και ν’ απομακρύνονται. Έβλεπα και τους γιους μου να πλησιάζουν και ν’ απομακρύνονται. Να μιλούν, να πίνουν. Καθόμουν με τα χέρια ακουμπισμένα στο τραπέζι και κοιτούσα ίσια μπροστά μου. Είδα την Αρπαλύκη να μπαίνει στην αίθουσα. Νόμιζα πως τη φαντάστηκα. Ένιωσα τα δυο χέρια της να αγγίζουν το δεξί μου χέρι. Ακόμα και νεκρός θα αναγνώριζα τα χέρια της αν άγγιζαν το χέρι μου. Κάτι μου είπε. Με σήκωσε με τη βοήθεια των δούλων, με πήγε στο κρεβάτι. Ξύπνησα το πρωί και νόμιζα ότι ακόμη μου κρατούσε το χέρι. (Σιωπή) Ήθελα πολύ μια κόρη. Κάποιος στρατηγός μου, δεν πάει πολύς καιρός από τότε… Πέρασε μπροστά μας η Αρπαλύκη. Και μου λέει αυτός: «Ήθελες κόρη, βασιλιά μου, αλλά να, οι κόρες γίνονται άνθη μοσχομύριστα, μια μέρα φεύγουν κι αφήνουν τον πατέρα τους μονάχο». Γύρισα αργά και τον κοίταξα. Την ίδια μέρα έβαλα ανθρώπους να ελέγξουν την πίστη του σε μένα. Τους εξήγησα πως έπρεπε να ψάξουν καλά. «Υπάρχουν βάσιμες υποψίες προδοσίας» μου λένε. Του έκοψα το κεφάλι. (Σιωπή) Αυτή δεν ήθελε κόρη. «Σου γέννησα δυο γιους» έλεγε, σα να λέγε: «Τέλεψα. Μέχρι εδώ». Εγώ ήθελα. Οι Θεοί στέλνουν στον καθένα την καταστροφή του. (Μικρή σιωπή) Όμως δεν ήθελα να τη βασανίσω. Δε με ένοιαζε. Κάθε μέρα ρωτούσα τη δούλα αν ήταν σίγουρη ότι το θηλυκοβότανο δε θα της έκανε κακό. Μου ορκιζόταν στη ζωή της πως όχι. Πως μήτε πόνο προκαλούσε. Έπειτα έπαιρνε το πιοτό και με τη βοήθεια δυο και τριών δούλων τής το έριχνε στο στόμα. Την άκουγα να ουρλιάζει, να βρίζει τη δούλα, να καταριέται των ανθρώπων τις βουλές και τα τεχνάσματα. Την έβλεπα μέρα με τη μέρα να σβήνει. Μια μέρα ήπιε το βοτάνι χωρίς αντίσταση. Την επόμενη το ίδιο. Υποπτεύθηκα. «Μωρή δούλα» της λέω, «έτσι και πεθάνει χωρίς να μου κάνει την κόρη θα σε σκοτώσω, το ξέρεις;» Πήγα στο δωμάτιό της. Οι δούλες της, οι φερμένες από το Άργος, την κλαίγανε. Της λέω: «Το σταματάω το χορτάρι. Αν είναι να βοηθήσει θα βοηθήσει. Μα πρέπει να βοηθήσεις και ‘συ». Με κοίταξε σα νικημένος πολεμιστής που τραβάνε απ’ τον λαιμό του το ξίφος χωρίς να τον αγγίξουν. Μάγος είναι ο Ήλιος και μας μαγεύει. «Ναι» μου λέει, «θα βοηθήσω». (Σιωπή) Άλλο είναι το περίεργο. Υπάρχει κάτι πολύ περίεργο. Δεν είχε γεννηθεί η Αρπαλύκη και ‘γω την ήξερα. Ήταν στην κοιλιά της μάνας της και ‘γω την έβλεπα σε όραμα μπροστά μου. Δεν ήξερα τότες πως ήταν αυτή. «Ποια είσαι;» της έλεγα. Δε μου μιλούσε. Ήταν μια κόρη δεκαέξι χρονών. Τα μάτια της ήταν όλα τα πέλαγα του κόσμου. Ήταν το μοναδικό ταξίδι της ζωής μου. Τα μαύρα της μαλλιά έπεφταν σαν τη νύχτα και σκέπαζαν το φως του κορμιού της. Το στόμα της ήταν η ροδοκόκκινη αυγή. Το χλωμό της πρόσωπο έφεγγε σαν κρύος χειμωνιάτικος ήλιος και πάγωνε την καρδιά μου. Το λεπτό της κορμί -τόσο λεπτό κορμί!- τρύπωνε σαν άνεμος απ’ τις χαραμάδες του μυαλού μου και το αναστάτωνε. Δεν ήξερα ποια ήταν. «Ποια είσαι;» της έλεγα. Δεν απαντούσε. Την έβλεπα μέρα και νύχτα. (Μικρή σιωπή) Όταν γεννήθηκε έπαψα να βλέπω το όραμα. Προσπαθούσα να το αναθυμηθώ και δεν τα κατάφερνα. Όλες οι αναμνήσεις είχαν σωριαστεί στο τίποτα. Πάλευα να θυμηθώ κ’ ύστερα πάλευα να πάψω την πάλη. Γιατί θα έπρεπε; ‘‘Γιατί να τρελαθώ για ένα φάντασμα;’’ έλεγα. Όχι, δεν μπορούσα να πάψω να προσπαθώ. (Κοιτάζει τρομαγμένος σε τυχαίο σημείο) Έτρεξε μια μέρα κοντά μου. Είχε κλείσει τα δέκα. Τέντωσε το αριστερό της ποδαράκι και το χαμήλωσε αργά μπροστά στο δεξί, ακουμπώντας φτέρνα με δάχτυλα. Τότε την είδα ξανά, ολοζώντανη κι όχι φάντασμα. Κι όλα τα θυμήθηκα. Γιατί πάντα έτσι ερχόταν στο όραμα και μετά χαμογελούσε πάντα. Κι όπως τότε δεν ήξερα τι σήμαινε το χαμόγελο της άγνωστης, έτσι δεν ήξερα κι η κόρη μου γιατί χαμογελούσε. (Μικρή σιωπή) Φοβήθηκε το παιδί και έφυγε από κοντά μου. Φοβήθηκα και ‘γω και έφυγα από τη χώρα. Επισκέφτηκα τους συμμάχους. Σε κάθε έναν που πήγαινα έλεγα: ‘‘Ώρα να επιστρέψω’’ και ξεκινούσα για μακρύτερα. Κι όταν έφτασα στα πέρατα του  κόσμου ένιωσα σα να είχα φτάσει εκεί που πήγαινα. Δεν πήγαινα πουθενά κι ούτε ήξερα γιατί έπρεπε να είμαι μακριά από τον τόπο μου και να τον φοβάμαι, κι όμως έβρισκα λογικό το να νιώθω σα να είχα φτάσει εκεί που πήγαινα. (Σιωπή) Επέστρεψα ύστερα από τρία χρόνια. Οι πιο έμπιστοί μου ετοίμαζαν ανταρσία. Την πρώτη νύχτα τους έκαψα ζωντανούς στην αυλή του ανακτόρου. Η λάμψη της φωτιάς έγλυφε το πρόσωπο της Αρπαλύκης. Κοιτούσε χαρούμενη τον σωρό με τα καιόμενα μέλη. Και να που γύρισε προς τα μένα και χαμογέλασε. Είδα ένα μπροστινό της δόντι να στραβώνει και να καλύπτει λίγο το διπλανό του. Έτσι όπως στο όραμα. Κοίταξα το πρόσωπό της για πρώτη φορά μετά την επιστροφή μου. Η φωτιά το μετάλλασε σε χίλια σχήματα σα να ‘ταν εικόνα του νου. Όραμα και πραγματικότητα είχαν γίνει αξεδιάλυτο ένα. Δεν ήξερα πια με τι είχα να κάνω. Δεν ήξερα αν υπήρχα ή αν ήμουν το όραμα κάποιου. Έτρεξα σαν τρελός και έριξα στη φωτιά έναν δούλο που έστεκε κοντά της. Η φωτιά δυνάμωσε καλύπτοντας τις κραυγές του. Η Αρπαλύκη έβγαλε ένα ξεφωνητό χαράς. Γέλασε και με κοίταξε με προσμονή. Εγώ έπιασα έναν άλλο και τον πέταξα κι αυτόν στη φωτιά. Η Αρπαλύκη γελούσε και χτυπούσε με τα χέρια της παλαμάκια. Όπως στο όραμα. Ή όπως στο άλλο όραμα. Τρελάθηκα. Πήγα να ρίξω και τρίτο δούλο στη φωτιά. Τον είδα να τρέχει πανικόβλητος μακριά μου, ενώ κανείς δεν τον σταματούσε. Έτρεξα ξοπίσω του και τον έπιασα. Ούρλιαζε, αλλά εγώ άκουγα πιο δυνατά απ’ τα ουρλιαχτά του τις μακρινές, ψιθυριστές κατάρες του λαού -καθώς σκορπούσε από ‘δω κι από κει- για τον βασιλιά του. Η Αρπαλύκη γελούσε. Γελούσα και ‘γω. (Σιωπή) Από τη νύχτα εκείνη το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να παρατηρώ τις καθημερινές αλλαγές στο παιδικό πρόσωπο της Αρπαλύκης. Την έκαναν να μοιάζει όλο και περισσότερο σε κείνη. Τη μια μέρα τα ζυγωματικά της πετούσαν πιο επιβλητικά κάτω απ’ τα μάτια` την άλλη τα φρύδια μάκραιναν, ίδια μονόχρωμα ουράνια τόξα` την επόμενη τα γεμάτα χυμούς χείλη καμπύλωναν προς τα έξω` την επόμενη το βλέμμα της είχε κάτι παραπάνω από τη γυναίκα που θα γινόταν μια μέρα` την επόμενη τα μαύρα της μαλλιά είχαν καλύψει τη λυγερή της μέση, σαν καταρράκτης πανύψηλος που τα νερά του γκρεμίζονται στο κενό δίχως μήτε μια σταγόνα να ανταριάσει ξεφεύγοντας αριστερά ή δεξιά` γιατί ήταν τα μαλλιά της ολόισια κι ούτε μια τρίχα δεν ξέφευγε από την κάθετη τροχιά της. Ένα πρωί ήρθε να με καλημερίσει και είδα πως είχε ξεπεταχτεί μια μικρή ελιά δίπλα στο δεξί της ρουθούνι. Στην αρχή ήμουν σίγουρος ότι έτσι και κείνη, είχε μια μικρή ελιά κοντά στο δεξιό της ρουθούνι. Το σκεφτόμουν πολύ, ώσπου μετά από μέρες δεν ήξερα πια αν πριν δω την ελιά της κόρη μου θυμόμουν πως εκείνη είχε μια ελιά δίπλα στη μύτη, ή αν άρχισα να το θυμάμαι όταν είδα την ελιά της κόρης μου. Μέρα και νύχτα, στον ξύπνιο και στον ύπνο έβλεπα αυτή την ελιά. Το πρωί και το βράδυ, όταν με καλημέριζε και με καληνύχτιζε, φιλούσα την ελιά της, σα να επρόκειτο έτσι να λύσω το μυστήριο. (Μικρή σιωπή) Όχι μόνο δεν το έλυσα, αλλά με τον καιρό γεννήθηκε ένα μυστήριο μεγαλύτερο. Λοιπόν, όσο ο καιρός περνούσε και το παιδί γινόταν κόρη, από το κορμί της αναδινόταν ένα μοναδικό άρωμα` με κανένα άλλο άρωμα στον κόσμο δεν μπορούσα να το αντιπαραβάλω σε λεπτότητα και σαγήνη ευωδιάς. Και το άρωμα αυτό σάλευε τα λογικά μου. Και κάθε πρωί, όταν με αγκάλιαζε, το οσφραινόμουν πιο έντονα από το περασμένο βράδυ. Και κάθε βράδυ πιο έντονα από το πρωί. (Σιωπή) Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Ένα σύννεφο σκοτεινό κάλυπτε το μυαλό μου και το κρατούσε καλά παγιδευμένο, οκνηρό. Κοιτούσα απ’ το παράθυρο τις εκτάσεις και το κάτω χείλος αποχωριζόταν το πάνω χάσκοντας ηλίθια. Μόνο όταν έπινα πολύ κρασί κατόρθωνα να ξεφύγω για λίγο. Με τη μυρωδιά του πάλευα να ξεχάσω την άλλη μυρωδιά. Τι γινόταν στο βασίλειό μου λίγο το κατείχα. Περνούσα τον καιρό μου κάνοντας αμέτρητα πέρα δώθε στην αίθουσα του θρόνου. Έρχονταν οι αυλικοί κι οι στρατηγοί μου. Αναφέρονταν. Αυτό κάναμε κι έτσι απαντήσαμε κι αυτούς τους εχθρούς νικήσαμε και τι προστάζει η εξοχότητά σου για παραπέρα. Τους έλεγα: «Συνεχίστε έτσι». Έφευγαν. Την άλλη μέρα έρχονταν ξανά. Τους έλεγα πάλι: «Συνεχίστε έτσι». Με το πολύ άρχισα να παρατηρώ ότι τα πέτρινα μάτια τους είχαν πάρει να σαλεύουν και φεύγοντας άλλαζαν μεταξύ τους κρυφές, πονηρές ματιές. (Μικρή σιωπή) Ξεπάστρεψα κάμποσους απ’ αυτούς τους προδότες. Ορκίστηκα μέσα στο ναό του Δία να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Κι ακόμη να μην ξαναδώ την Αρπαλύκη αν δεν ξεμεθύσω από το άρωμά της κι αν δεν πάψω να πνίγομαι στις καστανές θάλασσες των ματιών της. Το ορκίστηκα! (Σιωπή) Την έστειλα στην εξοχή με τη γριά δούλα της και με μερικές δούλες της ηλικίας της. Έστειλα μαζί και τη μισή φρουρά του ανακτόρου. Τις πρώτες μέρες με τρέλαινε η έννοια. Όλο έλεγα: ‘‘Τι να κάνει τώρα; Γελάει ή κλαίει; Κοιμάται ή είναι ξύπνια; Μιλάει ή σιωπά; Ντύνεται ή γδύνεται;’’ Καλούσα τους συμβούλους μου, τους ζητούσα λεπτομέρειες ακόμη και για τα πιο ασήμαντα θέματα. Κρατούσα το μυαλό μου συνεχώς απασχολημένο. Τις νύχτες δεν κοιμόμουν. Σχεδίαζα μακρινές εκστρατείες, πατούσα απόρθητα κάστρα, με προσκυνούσαν οι εχθροί και ‘γω τους κοίταζα βλοσυρός. Το πρωί καταπιανόμουν πάλι με τις υποθέσεις του βασιλείου κ’ ήταν σα να μην είχα ξενυχτήσει. Είχα  τρομερή ενεργητικότητα, βρισκόμουν διαρκώς σε κίνηση – χωρίς ύπνο και χωρίς φαΐ. (Μικρή σιωπή) Ένα καταραμένο βράδυ με πήρε ο ύπνος όπως καθόμουν στον θρόνο, ολομόναχος στην αίθουσα. Είδα εφιάλτη. Είχε μπάσει στο δωμάτιό της έναν στρατιώτη της φρουράς και έκαναν πράγματα ανείπωτα. Σηκώθηκα εξαγριωμένος. Καβαλίκεψα το άλογο κι έτρεξα να τη βρω. Το μυαλό μου άδειο. Έφτασα και ήθελα για καλό και για κακό να σφάξω όλους τους φρουρούς της. Τους προσπέρασα γρήγορα. Τη βρήκα να κοιμάται και γύρω της μόνο δούλες που κοιμόνταν κι αυτές. Την ξύπνησα. Ανάσανα την παρθενική της ανάσα. ‘‘Σήκω’’ της λέω, ‘‘γυρίζουμε στο σπίτι’’. ‘‘Ώχου, πατέρα, πρέπει τώρα;’’ μου λέει. ‘‘Τώρα’’ της λέω. Της έριξε η δούλα ένα ρούχο πάνω απ’ το νυχτικό. Την ανέβασα στο άλογο. Τη στιγμή εκείνη ξεχύθηκε το άρωμά της από το άνοιγμα του νυχτικού στο στήθος. Τα μάτια της μισόκλειστα. Το στόμα της μισάνοιχτο. Τα χεράκια της μουδιασμένα απ’ τον ύπνο. Το κορμί της ζεστό απ’ τα σκεπάσματα. (Μικρή σιωπή) Ξεκινήσαμε. Όπως με αγκάλιασε ένιωσα την πλάτη μου να φλέγεται. Σπιρούνισα το άλογο με λύσσα για να ξεφύγω απ’ τη φωτιά. Έτρεχα σαν τρελός, αλλά η φωτιά με κατάκαιγε. Σαν αστραπή φτάσαμε στο ανάκτορο. (Μικρή σιωπή) Την ακούμπησα στο κρεβάτι της. Σε λίγο την ξαναπήρε ο ύπνος. Ήπια μερικές κούπες κρασί. Ως το ξημέρωμα δεν έπαψα να πίνω. (Σιωπή) Δε θυμάμαι πόσες νύχτες μετά απ’ αυτό μπήκαν οι φρουροί και μου είπαν ότι οι εχθροί πλησίαζαν. Ποιοι εχθροί; Κοίταξα απ’ το παράθυρο ζαλισμένος απ’ το πιοτό. Είδα πράγματι μακρινές φωτιές να πλησιάζουν. Κείνη τη στιγμή οργίστηκα με τον εαυτό μου απέραντα. Ήθελα να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Ξεμέθυσα μονομιάς. Έδωσα εντολές, πήρα το κοντάρι μου και κίνησα. Πριν φτάσω στο στράτευμα ξέκοψα λίγο. Μπήκα στο ναό του Δία. Έσφιγγα το κοντάρι στο χέρι σα να ήθελα να το λιώσω. Ορκίστηκα για δεύτερη φορά μπροστά στον θεό να τελειώνω μ’ αυτή την ιστορία. Δε χρειαζόταν να τη στείλω μακριά, να μην τη βλέπω, να μην τη σκέφτομαι… Απλά θα διέταζα τη λογική να κάνει αυτό που έπρεπε, έτσι όπως διατάζω τους στρατιώτες μου. Κι η λογική θα το έκανε. Και τέλος. (Σιωπή) Ήταν η εποχή που αναγκάστηκα να συνθηκολογήσω με τους εχθρούς. Ήμουν ταπεινωμένος και οργισμένος. Δεν είχα διάθεση ούτε να φάω ούτε να πιω. Η παλιά παραφορά μου μου φαινόταν ακατανόητη. Πώς να το πω… Γενικά, οι επιθυμίες της σάρκας έλεγα πως ήταν ένα τίποτα. Η Αρπαλύκη ερχόταν κάθε πρωί και κάθε βράδυ για να με προσκυνήσει σύμφωνα με το τυπικό. Στην αρχή ξαφνιαζόταν που δεν της έλεγα να καθίσει, που δεν τη ρωτούσα αν αισθανόταν καλά και πώς θα περνούσε ή πώς πέρασε τη μέρα, που έμπαινε στην αίθουσα του θρόνου και ‘γω δε σήκωνα το βλέμμα απ’ τα κατάστιχα με τις απογραφές των αποθηκών μου. Αργότερα συνήθισε. Είχα ξεχάσει την παλιά μου τρέλα. Με υποσχέσεις και δώρα έστρεψα όλους τους γειτονικούς λαούς ενάντια στους εχθρούς μου. Σχεδόν ταυτόχρονα έσπασα τη συφερτική γι’ αυτούς συνθήκη. Στεκόμουν στο παράθυρο, κοιτούσα το ανάκτορό μου, τα τείχη της πόλης μου, τους υπηκόους μου μέσα κι έξω απ’ αυτά, τον κάμπο φορτωμένο την καινούργια σοδειά μου. Είχα τη χαρά του ανθρώπου που ξέρει πως ακόμη πορεύεται στην ανηφόρα και ποιος μπορεί να πει αν υπάρχει κατηφόρα γι’ αυτόν… (Σιωπή) Κι όμως. Η κατηφόρα ίσως να ξεκινά στο επόμενο βήμα. (Σιωπή) Ένα μεσημέρι, άνοιξη δυναμωμένη,  έπαιζε με τις δούλες της τόπι στην αυλή του ανακτόρου. Είχα σταθεί πάλι στο παράθυρο. Οι κινήσεις και τα γέλια τους τράβηξαν τη ματιά μου κατά κει, ενώ το μυαλό μου εξακολουθούσε να είναι απασχολημένο με άλλα πράγματα. (Μικρή σιωπή, σα να προσπαθεί να θυμηθεί με ακρίβεια το περιστατικό) Μια δούλα πέταξε το τόπι προς τη μεριά της Αρπαλύκης, αλλά ψηλά και μακριά. Αυτή έτρεξε να το πιάσει. Γλίστρησε. Έπεσε χάμω. Το ανοιξιάτικο φορεματάκι της σκίστηκε, αφήνοντας τα λεπτά ποδαράκια της γυμνά. Θυμάμαι την πρώτη σκέψη. ‘‘Είναι παιδί ακόμα’’ είπα. Κι άξαφνα, ο  ήλιος νίκησε δεν ξέρω πιο εμπόδιο κι έπεσε πάνω της αστραφτερός. Τα γυμνά της πόδια έλαμψαν σαν δυο ήλιοι μικροί. Τυφλώθηκα. Καψαλίστηκε το μυαλό μου. Το κεφάλι μου έγινε κάστρο παραδομένο στις φλόγες. Κι όπως ήμουν ανίκανος να στρέψω τα μάτια αλλού, γύρισε αυτή απ’ τη δύναμη της ματιάς μου και με κοίταξε. Μου χαμογέλασε. Στην όψης της ζωγραφίστηκε φευγαλέα ικανοποίηση. Ήταν ολόιδια με την άγνωστη του οράματος, ήταν η άγνωστη του οράματος. Ήταν γνωστή και δεν ήταν όραμα. Δεν τράβηξε το σκισμένο φουστάνι να καλύψει τη γύμνια της. Το χαμόγελο έσβησε στα χείλη της, μα εξακολούθησε να με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια. Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε. Μπορεί όσο κρατά μια μάχη σκληρή που το αίμα της σκαλίζει ορμητικούς χείμαρρους στην ξερή γης. Μπορεί όσο κάνει μια πέτρα να πέσει απ’ το χέρι στο χώμα. Έτρεξαν οι δούλες κοντά της. Τις είδα μόνο σαν σκέπασαν με τα κεφάλια τους το κορμί της, όπως έσκυψαν να τη ανασηκώσουν. Κατάλαβα. Έκλεισα τα μάτια. Κατάλαβα. (Σιωπή) Χίλιες φορές κείνη τη μέρα θέλησα να στείλω μήνυμα να της πω να έρθει. Και χίλιες κρατήθηκα. Αν ερχόταν… Αν ερχόταν κείνη τη φορά… Ήπια κρασί όσο μια στρατιά στην καθισιά της. Το βράδυ δεν ξέρω αν πέρασε να με καληνυχτίσει. Τρέκλιζα. Άναρθρες κραυγές λαβωμένου ζώου έβγαιναν απ’ το στόμα μου, έτσι μου είπαν αργότερα. Τρεις μέρες κράτησε το μεθύσι μου. Την τέταρτη το πρωί ξύπνησα ξεμέθυστος, κι ήταν σα να ξυπνούσα απύρετος ύστερα από τρία μερόνυχτα υψηλού πυρετού. Το βράδυ έπιασα πάλι να πίνω. Άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν ήξερα τι έκανα. Έπειτα, για καμιά βδομάδα, έμεινα κλεισμένος στην αίθουσα του θρόνου, χωρίς να συναντήσω κανέναν. Κι έπειτα βγήκα και πήγα ίσια στο ναό του Δία και έκανα τον φοβερό όρκο ή να νικήσω το πάθος μου ή να σφαχτώ με το σπαθί μου. Το ίδιο βράδυ, τα έκπληκτα μάτια μου είδαν την Αρπαλύκη να μπαίνει στην αίθουσα του θρόνου με στολή χορού, όχι μόνη, μαζί με πλήθος ακόμη αρχοντοπούλες, για να χορέψουν τον χορό της νίκης` γιατί είχα ξεχάσει πως συμπληρώνονταν πενήντα χρόνια απ’ την πιο θριαμβευτική εκστρατεία του πατέρα μου. Κοιτούσα τον χορό παραδομένος στις κινήσεις του σώματός της. Αυτή κινούταν αδιάκοπα σε τέλεια ισορροπία, με απίστευτη χάρη, με απαράμιλλη τεχνική, και ‘γω στεκόμουν καθηλωμένος στον θρόνο, άκαμπτος στο σώμα και στην ψυχή σαν πέτρα απελέκητη. Κάποια στιγμή ένιωσα μέσα μου να ρέει κάτι, μια κλωστή σάλιο που ήταν έτοιμο να κυλήσει απ’ την άκρη του μισάνοιχτου στόματός μου προς το πηγούνι. Έφραξα τα χείλη. (Μικρή σιωπή) Όταν τελείωσε ο χορός τη χειροκρότησα με χέρια μουδιασμένα. Έκανε να φύγει, μα πάλι γύρισε και με κοίταξε κατάματα. Της είπα: ‘‘Έλα κοντά μου’’. Ήρθε. Της είπα: ‘‘Κάθισε στα γόνατα του πατέρα σου’’. Κάθισε. Με κοιτούσε συνεχώς στα μάτια δίχως να μιλά. Την κοιτούσα και ‘γω. ‘‘Χόρεψες υπέροχα’’ της είπα. Γέλασε. Έλαμψε το πρόσωπό της από χαρά. Σκέφτηκα πως αυτό ήταν που ζητούσε. Άπλωσα αργά το χέρι ταιριάζοντας την παλάμη μου στο γόνατό της. Ένιωσα ένα δυνατό κάψιμο. Έσφιξα το χέρι γύρω απ’ το γόνατο για να καεί περισσότερο. Αυτή συνέχισε να γελά. Ξάφνου τινάχτηκε όρθια, προσκύνησε, έφυγε τρέχοντας και γελώντας. Ποτέ στη ζωή μου δεν έκανα πιο ταραγμένο ύπνο από κείνο το βράδυ του χορού. Με ξυπνούσαν εφιάλτες. Έλεγα: ‘‘Βέβαια δεν πάτησα τον όρκο μου, ένας καταραμένος χορός ήτανε μόνο’’. Με έπαιρνε ο ύπνος. Καινούργιος εφιάλτης τάραζε το ναρκωμένο νου μου. Ξυπνούσα. Έλεγα: ‘‘Βέβαια αυτή η αμφιβολία οφείλεται στη σύγχυση του ύπνου και στους καταραμένους εφιάλτες’’. Με την πρώτη ακτίνα του ήλιου άνοιξα τα μάτια. Μετάνιωσα πικρά. Φούσκωσα από οργή. Γύρισα το κεφάλι και το χτύπησα με δύναμη στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Σκοτείνιασαν γύρω μου τα πάντα. (Σιωπή)  Ό,τι έκανα για πολλούς μήνες ύστερα απ’ αυτό, ήταν να περπατώ σαν φάντασμα στους διαδρόμους του παλατιού. Όλοι με φοβόντουσαν. Πάντοτε με φοβόντουσαν, μα τότε περισσότερο. (Μικρή σιωπή) Ένιωθα σα να στεκόμουν χρόνια πολλά μπροστά σε μια πόρτα, χωρίς ούτε να την περνώ ούτε ν’ απομακρύνομαι. Δεκάδες φορές κάθε μέρα έρχονταν στα χείλη μου τα εξής λόγια: ‘‘Θέλω να κάνω κακό στον εαυτό μου, θέλω να κάνω κακό στον εαυτό μου’’. Τα πρόφερα ξανά και ξανά σαν ξόρκι εναντίον της ζωής. Όταν δεν έκανα αυτό, σκεφτόμουν πως έπρεπε να βρω το κουράγιο και να πάω στο ναό, να δώσω καινούργιο όρκο, να κάνω καινούργια αρχή, να πάψω να σαπίζω έτσι ανώφελα. Δεν το αποφάσιζα. Μισούσα το σύμπαν. Έλεγα πάλι το ξόρκι: ‘‘Θέλω να κάνω κακό στον εαυτό μου’’. (Μικρή σιωπή) Μια μέρα το αποφάσισα. Λέω: ‘‘Αν ο θεός αποστρέφεται τους ορκοπάτες, θα κάνει αυτό που εγώ δεν έχω το θάρρος να κάνω’’. Στην είσοδο του ναού σταμάτησα. Δεν μπήκα παραμέσα. Δεν ήταν από αμφιβολία ή από φόβο. Όλα ξεκαθάρισαν μονομιάς. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ορκιστώ. Είχα παραβεί τον όρκο μου δυο φορές, χωρίς να δεχτώ σαν άνδρας τις συνέπειες. Ένας καινούργιος όρκος δε θα είχε καμιά σημασία, γιατί δεν ήμουν ικανός να κρατώ όρκους. Δε θα ήταν καν όρκος. Γύρισα στο παλάτι. Σκεφτόμουν αν το συμπέρασμα κείνης της μέρας ήταν η ολοκληρωτική μου παράδοση. Κατέληξα πως ναι, ήταν η ολοκληρωτική μου παράδοση. (Σιωπή)  Τον πρώτο καιρό μού αρκούσε να φαντάζομαι διάφορα ανάμεσα σε μένα και την Αρπαλύκη. Είναι περίεργο, αλλά ποτέ δε φαντάστηκα κάτι συνηθισμένο όπως για τις άλλες γυναίκες. Τη φανταζόμουν θεά άφθαρτη. Φανταζόμουν πως έπεφτα στα γόνατα και την προσκυνούσα και φιλούσα -με λαγνεία πόση!- τους μικροκαμωμένους αστραγάλους της. Το κακό ήταν πως είχε γίνει τέλεια γυναίκα πια. Το φίδι της ζήλιας συνάντησε το φίδι της ενοχής στη μιαρή καρδιά μου. Οι νέοι την καλοέβλεπαν. (Γυρίζει για λίγο το πρόσωπο αλλού) Σε κάτι αγώνες που οργάνωσα… Είχαν έρθει παλικάρια πολλά από τα γύρω μέρη, ήταν και πολλά δικά μας. Ένα αρχοντόπουλο, ξένο ήτανε, έριξε την πέτρα μακρύτερα κι απ’ το δικό μου σημάδι, αυτό που είχα κάνει πριν χρόνια, όταν ακόμη έριχνα και ‘γω την πέτρα. Γύρισε το κεφάλι και κάρφωσε τη ματιά του στην Αρπαλύκη, ενώ θεατές κι αντίπαλοι τον χειροκροτούσαν. Τον χειροκροτούσε κι αυτή. Λύθηκε ο κόμπος του πέπλου από τον ώμο της και δε σταμάτησε για να τον δέσει, ούτε άφησε τη δούλα που στεκόταν δίπλα της να το κάνει. Και μόνο που της είχα επιτρέψει να δει τα αγωνίσματα ήταν πολύ. Θόλωσα. ‘‘Τι καμώματα είναι αυτά;’’ της λέω, ‘‘Έτσι ξεχρεώνεις την καλοσύνη του πατέρα σου; Ρεζιλεύοντάς τον σε όλους τους αρχόντους;’’ Με κοίταξε για πρώτη φορά στη ζωή της με ένα ευθύ, αυστηρό ύφος. Τα ‘χασα. Μετάνιωσα που τη μάλωσα μπροστά σε τόσο κόσμο. Τραύλισα κάτι προσπαθώντας να την καλοπιάσω κι αμέσως ντράπηκα που οι δούλοι μου με είδαν να τραυλίζω. Χαμογέλασε περήφανα κι έφυγε. Τι είχε συμβεί λοιπόν; Ποιος ήταν πλέον ο ρόλος μου και ποιος ο δικός της; Έφυγα απ’ τους αγώνες με τους ανέμους να ουρλιάζουν άγρια απ’ όλες τις κατευθύνσεις στο μυαλό μου. Με τα χέρια σφιχτά πιασμένα στην πλάτη περπατούσα στην αίθουσα του θρόνου απ’ τη μια γωνιά της στην άλλη. ‘‘Μπορώ κι αυτήν να την κάνω δική μου όποτε το θελήσω, με όποιον τρόπο το θελήσω’’ έλεγα. Όμως δεν ήθελα έτσι. Δεν το ήθελα έτσι. Έπρεπε να το ήθελε αυτή. Πέρασε απ’ τη ματιά μου πάλι εκείνος ο αχρείος αθλητής. Μήπως δεν έφταιγε αυτός για όλα; Φώναξα έναν έμπιστο δούλο και του είπα: ‘‘Πρέπει να τιμωρηθεί αυτός ο άθλιος για την ξετσιπωσιά του’’. ‘‘Με ποιον τρόπο επιθυμείς να τιμωρηθεί, αφέντη μου;’’ μου λέει. Σκέφτηκα λίγο. ‘‘Βρες την πέτρα που πέταξε στον αγώνα και θρυμμάτισε με αυτήν τα μυαλά του όσο θα κοιμάται’’  του λέω. ‘‘Εκεί, στο άλσος του θεού;’’ με ρωτάει έντρομος. ‘‘Εκεί ή όπου άλλου’’ του απαντάω. Έφυγε. Ύστερα από λίγο επέστρεψε. ‘‘Επιθυμείς κάτι άλλο, αφέντη μου;’’ μου λέει. Ένιωσα ανακούφιση. Για μια στιγμή μου φάνηκαν πολύ απλά τα πράγματα. Όποιος θα την καλοέβλεπε, ή θα τη ζητούσε ταίρι, θα είχε το ίδιο τέλος με το ξένο αρχοντόπουλο. Κι έτσι δε θα έφευγε ποτέ από κοντά μου. Όταν ξαστέρωσε λίγο το μυαλό μου, το τελικό συμπέρασμα, πως δε θα έφευγε ποτέ από κοντά μου, με έκανε να νιώσω για πρώτη φορά άμεσα τον φόβο του χωρισμού. Γιατί σίγουρα κάτι θα γινόταν και θα την έχανα. Και πώς θα ‘ταν δυνατό να μην την ξανάβλεπα; Πώς θα ‘ταν η ζωή χωρίς αυτήν; ( Σιωπή) Αυτό ήταν. Από τότε κάθε ώρα και κάθε λεπτό ζούσα μ’ αυτό τον φόβο. Με έτρωγε σαν κακιά αρρώστια. Και καθώς δεν μπορούσα να κάνω πίσω, έπρεπε να κάνω μπροστά. Μόνο που δεν ήξερα με ποιον τρόπο. Λοιπόν, άρχισα να βασανίζω το μυαλό μου για να βρω τον τρόπο. Θέλησα να την πλησιάσω εκμεταλλευόμενος την πατρική μου ιδιότητα. Ήταν η μεγαλύτερη ανοησία που μπορούσα να σκεφτώ. Αντίθετα` θα έπρεπε να σβήσω από τη σκέψη μου κι από τη σκέψη της αυτή την καταστροφική συγγένεια. Μου ήρθε μια ιδέα. Την όρισα υπεύθυνη για την οργάνωση όλων των εορταστικών εκδηλώσεων στην πόλη, πλην αυτών που την ευθύνη είχαν οι ιερείς. Ερχόταν και μου έδινε λογαριασμό κάθε μέρα για όσα είχε προετοιμάσει. Τη ρωτούσα διάφορα. Συζητούσαμε το κάθε θέμα αναλυτικά. Ήταν ενθουσιασμένη. (Μικρή σιωπή) Από καιρό οι άνθρωποί μου με συμβούλευαν να αναβαθμίσω τις λαϊκές γιορτάδες και να φτιάξω και άλλες, καινούργιες. Θα είχαν να ξεδίνουν, μου έλεγαν, κι ούτε θα περίμεναν καλό μονάχα από τους ιερείς. Εμένα δε μου έλεγαν τίποτα όλα αυτά. Αδύναμοι βασιλιάδες τα έχουν ανάγκη. Μα τώρα ήταν αλλιώς. Έδωσα εντολή στην Αρπαλύκη. (Μικρή σιωπή)  Όπως το παιδί πιάνει ευτυχισμένο να παίξει με τα καινούργια κουκλάκια που του χάρισαν` έτσι και η Αρπαλύκη έπαιζε με τους χωρικούς και τους τεχνίτες. Τους οργάνωνε σε ομάδες, ποιητικές, μουσικές, τέτοια πράγματα. Μου ζήτησε όσοι συμμετείχαν να δούλευαν λιγότερο. Δέχτηκα. Μου ζητούσε και διάφορα άλλα κατά καιρούς. Τα δεχόμουν όλα. Μέχρι που μια μέρα, ένας σύμβουλος έρχεται και μου λέει: ‘‘Αφέντη μου, να την προσέχετε την κόρη σας. Ο λαός είναι αχάριστος. Δεν την αγαπάει. Φοβάμαι μην πάθει καμιά συμφορά’’. Διέταξα να μου τη φέρουν μπροστά μου. Αμέσως το μετάνιωσα και είπα να μην το κάνουν. Όταν σύμφωνα με το πρόγραμμα πήγε στους χωρικούς, την ακολούθησα κρυφά. Από τις πρώτες ματιές κατάλαβα ότι πραγματικά οι χωρικοί τη μισούσαν. Αυτή δεν το καταλάβαινε. Έπαιζε ξένοιαστα και ταυτόχρονα έπαιρνε τον ρόλο της σοβαρά. Σε κάποια στιγμή ένας χωρικός έπεσε απ’ το δέντρο που τον είχε βάλει να σκαρφαλώσει για να παραστήσει δεν ξέρω ποιο ζώο. Έσπασε τα πλευρά του. Σακατεύτηκε. Η Αρπαλύκη πήγε από πάνω του στην αρχή εκνευρισμένη. Έπειτα έβαλε τα γέλια. Τον κοιτούσε και γέλαγε με το πιο αυθόρμητο και ασυγκράτητο γέλιο. Έπιασαν να γελάνε και οι φρουροί της. Και οι χωρικοί μετά. Και ‘γω -δεν ξέρω γιατί- ένιωσα πιο αδύναμος από ποτέ ακούγοντας αυτό το γέλιο της. Αργότερα την έπιασα και της είπα πως θα ήταν καλύτερα να τα παρατήσει. Της είπα τον λόγο. ‘‘Δε με ενδιαφέρει αν ο λαός με αγαπάει ή με μισεί’’ μου είπε, ‘‘Το μόνο που επιζητώ είναι η αγάπη του βασιλιά μου’’. Τα βλέμματά μας έμειναν ενωμένα για αρκετή ώρα. Τραβήχτηκα πρώτος, γιατί μου φάνηκε πως διάβασα στα μάτια της αυτό που λαχτάραγα να διαβάσω. Φοβήθηκα. Είπα δεν μπορεί, έκανα λάθος. (Μικρή σιωπή) Τα πράγματα πήραν περίεργη εξέλιξη. Έψαχνα αιτία κι αφορμή για να την κοιτάζω στα μάτια, κι όσο διάβαζα ξανά και ξανά την ίδια γραφή, τόσο περισσότερο φοβόμουν να εμπιστευτώ την όρασή μου. Κι αφού δεν εμπιστευόμουν την όραση, χρησιμοποίησα τις άλλες αισθήσεις. Άκουγα προσεχτικά τον τόνο της φωνής της και το νόημά του συμφωνούσε με το νόημα της ματιάς της. Την πλησίαζα, της χάιδευα τα μαλλιά, και το σεμνό χαμήλωμα του κεφαλιού της συμφωνούσε με το νόημα της ματιάς της και της φωνής της. Απορούσα. Έλεγα: ‘‘Γιατί δεν αντιστέκεται; Δεν καταλαβαίνει; Είμαι έτοιμος να ορκιστώ στους θεούς πως καταλαβαίνει. Αλλά γιατί δεν αντιστέκεται;’’ Απορούσα και φοβόμουν. Ξαφνικά όλα ήταν εύκολα. Τι να σήμαινε αυτό; Δεν ήξερα τι σήμαινε. Φοβόμουν. Έφτανε να απλώσω το χέρι και να πάρω. Μα δεν ήξερα αν αυτό που θα έπαιρνα θα ήταν αυτό που θα κοίταζα απλώνοντας το χέρι. Λέω: ‘‘Χαμένος άνθρωπος είμαι. Ας πάω στο μαντείο να ζητήσω χρησμό, μήπως τίποτα φοβερό κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι μου’’. Πήρα μαζί μου χρυσάφι όσο χρειαζόταν και ξεκίνησα την επόμενη μέρα. Στο ταξίδι κοιτούσα τα δάση, τα ποτάμια, άκουγα το ασταμάτητο τραγούδι των πουλιών. Ο βαρύς πόθος μου έγινε μακρινή ανάμνηση. Σκεφτόμουν: ‘‘Πού πηγαίνω; Για ποιο λόγο; Αυτό που μου συμβαίνει είναι ένα τίποτα. Αυτή η γυναίκα είναι μια μάγισσα. Της παίρνω το κεφάλι και τελειώνουν όλα. Και πιάνω ν’ ασχοληθώ μ’ ό,τι πρέπει να ασχολείται ένας βασιλιάς’’. Αλλά συνέχιζα τον δρόμο μου χωρίς να κόβω ταχύτητα. Η δύναμη του πόθου δεν επιδρούσε πάνω μου ασφυκτικά όπως πριν το ταξίδι, δε με εξουσίαζε. Ωστόσο η γνώση αυτής της δύναμης και η σιγουριά ότι επιστρέφοντας θα λύγιζα σαν φύλλο στο πρώτο της φύσημα, με έκανε να συνεχίσω το ταξίδι. Έφτασα στο μαντείο. (Μικρή σιωπή) Υποκλίσεις, υποδοχές, ποιος τόπος παινεύεται πως είσαι βασιλιάς του, ποιες οι δόξες του πατέρα σου, ποιες των προπάππων σου, ποιες οι δικές σου. Ξεφόρτωσα το χρυσάφι και τους το έδωσα. Δεν είχαν λόγο να αμφιβάλουνε πως ήμουν από τρανή γενιά. Βιαζόμουν να προχωρήσουμε στα παραπέρα. Όταν οι ιερείς με κοίταξαν σα να προσπαθούσαν να μαντέψουν τον λόγο του ταξιδιού μου, κατάλαβα πόσο ηλίθιος θα αισθανόμουν όταν θα έπρεπε να τον αποκαλύψω. Αυτοί οι άνθρωποι θα περίμεναν να ρωτήσω για την έκβαση κανενός πολέμου, ή για το ξεκίνημα μιας νέας εκστρατείας, ή για το τελείωμα καμιάς βαριάς αρρώστιας, ενώ εγώ είχα πάει εκεί για μια ερωτοδουλειά. ‘‘Στο κάτω κάτω’’,  έλεγα, ‘‘πολύ που τους νοιάζει. Και ‘γω ας έχω τουλάχιστον τη δύναμη να σηκώνω την ντροπή μου με περηφάνια’’. Τους είπα πως βιαζόμουν, πως έπρεπε να γυρίσω γρήγορα στην πόλη μου. Με οδήγησαν όπου έπρεπε. Είδα την Πυθία να με κοιτάζει σαν μέσα από το όνειρό της. Κάθισα. ‘‘Λοιπόν’’ μου λέει. ‘‘Διψώ’’ της λέω. Είχε στεγνώσει το σάλιο μου. Χτύπησε απαλά το χέρι της. Κάποιος μπήκε. Δε γύρισα να κοιτάξω. Του έκανε νόημα. Έφυγε και σε λίγο επέστρεψε αυτός ή κάποιος άλλος με μια κούπα δροσερό νερό. Το ήπια μονορούφι. ‘‘Λοιπόν’’ ξανάπε. Δεν είχα αποφασίσει ακόμη τι ακριβώς θα ρωτούσα. Την κοίταξα στα μάτια και ήταν σα να την κοιτούσα πίσω από ένα πυκνοϋφασμένο πέπλο. Είτε την κοιτούσα είτε όχι ήταν το ίδιο, γιατί είτε ήταν εκεί είτε όχι ήταν το ίδιο. Λέω: ‘‘Τι να κάνω για να γίνω ευτυχισμένος;’’ Έτσι μου ήρθε εκείνη τη στιγμή, επειδή κοιτάζοντάς την είχα αναρωτηθεί αν ήταν ευτυχισμένη στο όνειρό της, ή αν η ευτυχία δεν είχε σημασία γι’ αυτήν. Ούτε μια τρίχα των φρυδιών της δεν κινήθηκε στο άκουσμα της ερώτησης. Σιώπησε για λίγο. Ύστερα είπε: ‘‘Γίνε ένας’’. Και ‘γω ο αστόχαστος, βιάστηκα να της απαντήσω πως ασφαλώς και ήμουν ένας, μάλιστα όχι ένας οποιοσδήποτε. ‘‘Είμαι ένας βασιλιάς’’ της λέω, ‘‘ένας άντρας ισχυρός, ένας πατέρας τριών παιδιών. Τι άλλο εννοείς πως πρέπει να γίνω;’’ Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει, χωρίς να με κοιτάξει. Κατάλαβα πως δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε. Επίσης πως, ό,τι κι αν εννοούσε, δεν ήμουν ένας. (Σιωπή) Έφυγα. Θα έπρεπε να έκανα το ταξίδι του γυρισμού πιο μπερδεμένος απ’ όσο ήμουν πριν ξεκινήσω. Δεν ήταν έτσι όμως. Όχι ότι μου άνοιξε τα μάτια το μαντείο. Είπα: ‘‘Θα τα βάλω κάτω και θα βρω μιαν άκρη’’. Από τη μια ήταν ο πόθος, που δεν είχα επιστρέψει στην εξουσία του, κ’ ίσως γι’ αυτό έλπιζα σε μια λύση. Ο πόθος από μόνος του ήταν μια ανάγκη, σαν την ανάγκη της τροφής, ή του ύπνου. Την ικανοποιείς και όλα καλά. Και εγώ μπορούσα να την ικανοποιήσω. Και πράγματι θα ήταν όλα καλά, αν από την άλλη δε βάραινε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι αόριστων επιχειρημάτων. Ποια ήταν αυτά τα επιχειρήματα; Δεν τα ήξερα καλά καλά. Κάθισα και σκέφτηκα σαν ποια να ήταν. Βρήκα πως ήταν ένα: Ο φόβος που φώλιαζε στα σωθικά μου. Τι είδους φόβος ήταν αυτός; Ήταν γέννημα της λογικής; Όχι. Αν έκανα δική μου την Αρπαλύκη, τίποτα κακό δε θα πάθαινα. Είχα όλη την εξουσία να το κάνω κι όλη τη δύναμη να ελέγξω τις συνέπειες. Αλλά ίσως κάποιος θεός έκρυψε στις καρδιές μας τον φόβο, κι αν έτσι έχει το πράγμα, κάποιο λόγο θα είχε να το κάνει. (Μικρή σιωπή) Δύο επιλογές έχει κανείς αν δεχτεί πως είναι έργο θεού. Η πρώτη να πει πως αφού το έφτιαξε θεός, για όποιο λόγο κι αν το έφτιαξε, είναι καλά φτιαγμένο, κι εμένα δεν είναι δουλειά μου να εξιχνιάζω τα θεϊκά μυστήρια. Η άλλη είναι να προσπαθήσεις να εξιχνιάσεις τα θεϊκά μυστήρια. (Μικρή σιωπή) Οι θεοί σού λένε να είσαι τίμιος, δίκαιος, ευσεβής, δηλαδή να κάνεις αυτό, και το άλλο, και το παράλλο. Εύκολο είναι να είσαι δίκαιος. Το δύσκολο είναι να κάνεις το εύκολο. Γιατί δεν είναι στη φύση των ανθρώπων. Ούτε στη φύση των θεών άλλωστε. Κι όλη αυτή η κουβέντα για δικαιοσύνη πολύ γενικόλογη μου φαίνεται. Δεν αγγίζει την καρδιά μου. Δεν πείθει το νου μου. ‘‘Μην κάνεις αυτό!’’ σου λένε. Οπότε ή δεν το κάνεις, ή σκέφτεσαι τι θα συμβεί αν το κάνεις. Κι αν καταλήξεις στο συμπέρασμα πως τίποτα κακό δε θα σου συμβεί, ή πως δε σε νοιάζει ό,τι και να σου συμβεί, γιατί να μην το κάνεις; (Σιωπή) Αποφάσισα να το κάνω. Ένα τροφαντό μοσχάρι είχε έρθει στα πόδια μου και μου είχε πει: ‘‘Σφάξε με, και ψήσε με, και φάε με, κι απόλαυσέ με, γιατί έχεις στομάχι, κι αυτό σημαίνει πως πρέπει να το γεμίζεις’’. Είχα πάρει την απόφαση. Γιατί όμως δεν το έκανα; Γιατί δε σήκωνα το μαχαίρι να σφάξω τον μόσχο, να τον ψήσω, να τον φάω; Τι με σταματούσε; Λοιπόν, έπρεπε να βρω τι με σταματούσε. Πέρασα πολλά βράδια άυπνος χωρίς να το ανακαλύψω. Ορκιζόμουν πως δεν έφταιγε η δειλία μου. Αν μου έλεγαν πως, κάνοντάς το, την επόμενη μέρα θα έβλεπα ενωμένους έξω απ’ τα τείχη μου όλους τους στρατούς του κόσμου, θα το έκανα περιγελώντας τους. Κι αν μου έλεγαν πως, κάνοντάς το, δε θα ξανάβλεπα το φως του ήλιου, θα το έκανα νύχτα, μέσα σε απόλυτο σκοτάδι, απαρνούμενος ακόμη και το φως του λύχνου, για να φαινόταν πόσο η καρδιά μου περιφρονεί τέτοιες απειλές. (Μικρή σιωπή) Το γεγονός είναι ότι κάτι ανυπέρβλητο με εμπόδιζε να το κάνω. Κι αυτό με τρέλαινε. Μανία με έπιανε. Κρίσεις στις οποίες έτρεμε το κορμί μου από οργή. Χτυπούσα το κεφάλι μου στον τοίχο. Έσπαγα ό,τι βρισκόταν μπροστά μου. Δεν ήξερα τι περισσότερο ήμουν: τρελός ή λογικός; Κοιτούσα τα χέρια μου κι έλεγα στον εαυτό μου: Είναι βαμμένα με το αίμα αμέτρητων θνητών. Γιατί διστάζεις τώρα; Σκεφτόμουν πως ο μόνος τρόπος ήταν να πάω ξαφνικά στο δωμάτιό της και να τη βιάσω. Κι αμέσως έλεγα: ‘‘Ηλίθιε! Έτσι θα τα καταστρέψεις όλα’’. Κι αυτό το ‘‘έτσι θα τα καταστρέψεις όλα’’ με έκανε να φαντάζομαι σαν μόνη λύτρωση το να τρέξω να τη σφάξω και να σφαχτώ και ‘γω. (Μικρή σιωπή) Σαν βεβαιώθηκα πως το ζύγιαζα για τα καλά στο νου μου ένα τέτοιο μακελειό, πήρα την απόφαση για την εκστρατεία. Ο πιο άτιμος απ’ τους εχθρούς μου εδώ και καιρό δεν έχανε ευκαιρία να μου δίνει αφορμές. Οι σύμβουλοι μου είπαν: ‘‘Περίμενε, δεν ήρθε ακόμη η ώρα’’. Τους λέω: ‘‘Το αποφάσισα. Πώς δεν ήρθε η ώρα;’’ (Μικρή σιωπή) Σύναξα όσο στρατό μπόρεσα και ξεκίνησα. Από τους γείτονες έδωσαν μόνο όσοι δεν είχαν τη δύναμη να μη δώσουν. Όλοι μαζί δεν ήμασταν πολλοί. Επιπλέον, στη διαδρομή χάθηκε κοντά το ένα τρίτο από μια ξαφνική αρρώστια. Το θεώρησαν δεδομένο ότι θα γυρίζαμε πίσω. Εγώ δεν έβλεπα τη στιγμή να μπω στην άνιση μάχη και πεθαίνοντας να γλιτώσω απ’ το απροσμέτρητο βάρος του πόθου. Οι στρατηγοί μου εκφράσανε ανοιχτά τις αμφιβολίες τους για την επιτυχία της εκστρατείας. Άρχισα να φοβάμαι μη σφαχτώ ατιμωτικά στα χέρια τους. Κείνες τις μέρες επέστρεψε με νέα απ’ το κάστρο του εχθρού ένας αγγελιαφόρος. Είχαν δεχτεί επίθεση, είπε, από κάποιον άγνωστο στρατό. Αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν, αλλά οι απώλειές τους ήταν μεγάλες και καθόλου προετοιμασμένοι δεν έμοιαζαν για καινούργια μάχη. Θα ήταν εύκολο για μας να τους ξεθεμελιώσουμε. Ο στρατός ενθουσιάστηκε. Σε λίγη ώρα ετοιμαστήκαμε και συνεχίσαμε την εκστρατεία. Όταν ανταμώσαμε το κάστρο τα χάσαμε. Οι βορινές του πύλες ήταν σωρός από ερείπια. Ορμίσαμε. Η πρώτη μας ανοργάνωτη επίθεση αποκρούστηκε. Έδωσα σύνθημα για νέα. Τη φορά αυτή οπισθοχωρήσαμε με μεγάλες απώλειες. Οι πέτρες απ’ τα ερείπια έγιναν ο εφιάλτης μας. Τις πετούσαν εναντίον μας ασταμάτητα. Δεν άντεχα να το πιστέψω. Είχαμε βρει τον εχθρό γυμνό κι αντί να τον περάσουμε με το κοντάρι τρέχαμε να σωθούμε. Είπα: ‘‘Ως εδώ οι βιασύνες και τα λάθη’’. Ξέκανα όλους τους στρατηγούς και όρισα νέους. Τη νύχτα τους κάλεσα να ετοιμάσουμε το σχέδιο της τρίτης επίθεσης. Ακόμη δεν είχε φέξει κι ακούσαμε οχλοβοή. Ο εχθρός είχε αφήσει το κάστρο πιάνοντάς μας στον ύπνο. (Σιωπή) Από θαύμα γλιτώσαμε σχεδόν οι μισοί. Είχα καταστρέψει τον στρατό μου και είχα χάσει μοναδική ευκαιρία να ισοπεδώσω το κάστρο του μεγαλύτερου εχθρού μου. Θα είχα τρελαθεί οπωσδήποτε τότε, αν η άμετρη οργή μου δεν έβρισκε εκτόνωση σε μια νέα μάχη. Θυμάμαι γυρίζαμε σιωπηλοί, ταπεινωμένοι. Περνούσαμε έξω από μια σύμμαχο-πόλη. Μου είχε δώσει αρκετό στρατό για την εκστρατεία. Οι ελάχιστοι που είχαν επιστρέψει ζωντανοί ξέκοψαν απ’ το υπόλοιπο σώμα του στρατού για να πάνε σπίτια τους. Άνοιξαν οι πύλες του κάστρου για να τους υποδεχτούν. (Μικρή σιωπή) Το γεγονός ότι γύριζαν σώοι στα σπίτια τους, ενώ η εκστρατεία είχε αποτύχει, χωρίς άλλο ήταν σημάδι προδοσίας. Γιατί ποιος στρατιώτης προτιμά την ήττα από τη ζωή του; Ποιος άλλος από τον δειλό και τον προδότη; Έτσι σκεπτόμενος, τους κοιτούσα με άπειρο μίσος να μπαίνουν στο κάστρο. Οι γυναίκες τους -μάνες, κόρες κι αδερφές- τους υποδέχονταν με ξεφωνητά χαράς, κι όσες δεν έβλεπαν ανάμεσά τους τους δικούς τους ανθρώπους στριγγλίζαν σαν μαινάδες, ξέσχιζαν τα ρούχα τους, κυλιούνταν στο χώμα και ξερίζωναν τα μαλλιά τους. Έβλεπα το σώμα τους να λυτρώνει με την ακραία συμπεριφορά του την ψυχή και τις ζήλευα. Μέχρι που κάποιες σταθήκανε ξανά στα πόδια τους και κινούμενες προς τα μένα άρχισαν να με καταριούνται. Δεν άκουγα τα λόγια τους από κει που βρισκόμουν. Τα χέρια τους όμως ήταν αδιάψευστοι μάρτυρες. Λέω: ‘‘Να σε κρατήσω σκύλα Οργή, ή να σε αμολήσω στα κουνέλια;’’ Κι αυτή μου απαντάει: ‘‘Σίγουρα τις αλυσίδες θα τις σπάσω όπου να ‘ναι. Καλύτερα στα κουνέλια’’. Γύρισα το πρόσωπο στους στρατηγούς. Απόλαυσα για ένα ελάχιστο την έκπληξη στα πρόσωπά τους πριν ακόμη διαφανεί. ‘‘Θάνατος στους προδότες!’’ φώναξα, ‘‘Εμπρός! Συντρίψτε τους αίτιους της καταστροφής μας!’’ Τους είδα να κοιτάζουν γύρω ξαφνιασμένοι, ψάχνοντας με αγωνία να βρουν τους αίτιους που είχα ανακαλύψει εγώ, ενώ σ’ αυτούς διέφευγαν. Γύρισα το άλογο κατά το κάστρο. Σήκωσα το κοντάρι και το έστρεψα προς την ανοιχτή πύλη. Έπειτα κοίταξα τους στρατηγούς με μίσος για την αναίδειά τους να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Τότε κατάλαβαν. Ξεχύθηκα πρώτος ενάντια στο κάστρο. Πίσω μου ο στρατός ακολούθησε μπουλούκι. (Μικρή σιωπή) Δε θα ξεχάσω ποτέ τα λίγα λεπτά της επέλασης. Δε θα ξεχάσω ποτέ μια σκέψη που έκανα ενώ το άλογό μου πλησίαζε την πύλη. Σκέφτηκα… Αν το κάνω αυτό… Αν το κάνω… Τίποτα πια δεν έχω να φοβάμαι... Τον πιο κρυφό και ύπουλο φόβο τον νικάω. (Σιωπή) Με μέθυσε η σκέψη μου. Από το σημείο εκείνο δεν ήξερα πού πατούσα και πού βρισκόμουν. Οι πρώτες σταγόνες αίμα που έραναν το πρόσωπό μου ήταν το κρασί μιας τέλειας μέθης. Είχε ξεκινήσει την επίθεση η οργή μου, μα τη συνέχιζε η μεθυστική απόλαυση της σκέψης που είχα κάνει. Πιο ελεύθερος δεν ένιωσα στη ζωή μου. (Μικρή σιωπή) Δεν αφήσαμε τίποτα όρθιο. Τα τείχη έγιναν ένα με τη γης. Μας ξεπροβόδησαν οι λευκοί καπνοί των μισοσβησμένων πυρκαγιών. Πίσω μας ακολουθούσαν τσούρμο οι δούλοι κι οι δούλες. Φτάσαμε καμιά φορά στην πατρίδα. (Σιωπή) Λίγες μέρες έχω που γύρισα. Τώρα είμαι έτοιμος. Κι αν δεν εκπλήρωσα τον πόθο δεν είναι από φόβο, μόνο από θέληση να τον απολαύσει ο νους πριν τον απολαύσει το σώμα. (Μικρή σιωπή) Ήρθε χτες η βάγια της Αρπαλύκης και μου λέει: ‘‘Αφέντη μου, έχω ένα πετράδι που σίγουρα θα το εκτιμήσεις. Μια σύμπτωση που οι θεοί τη δημιούργησαν, για να φραθεί η καρδούλα σου’’. ‘‘Τι ‘ναι, μωρή βάγια;’’ της λέω. ‘‘Ένα κορίτσι απ’ αυτά που φέρατε σκλάβες στην τελευταία εκστρατεία σας’’. ‘‘Τι έκανε;’’ ‘‘Είναι όμορφο σαν τα κρύα νερά και σαν φεγγάρι ολόγιομο την ώρα που ανατέλλει’’. Γέλασα ξινά γιατί δε με ενδιέφερε. ‘‘Μα δεν είναι μόνο αυτό’’ βιάστηκε να πει βλέποντάς με. ‘‘Τι άλλο;’’ τη ρωτάω. ‘‘Όταν την πρωτόδα ανάμεσα στις σκλάβες’’ λέει, ‘‘τα ‘χασα, μπερδεύτηκα. Τι δουλειά έχει η αφέντρα μου ανάμεσα στις δούλες, λέω. Μα ξανακοίταξα καλύτερα και είδα πως δεν ήταν η αφέντρα μου. Γιατί ήταν τρία τέσσερα χρόνια μικρότερη, όχι γιατί διέφερε απ’ αυτήν σε κάποιο εξωτερικό της σουσούμι’’. Έμεινε με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου. ‘‘Φέρε μπροστά μου αυτή τη δούλα’’ της λέω. Πήγε αμέσως και την έφερε. Ήταν στ’ αλήθεια ολόιδια η Αρπαλύκη, μόνο κάπου τρία χρόνια μικρότερη. Σηκώθηκα κι έκανα ένα γύρο το κορμί της, ενώ αυτή κοιτούσε τρομαγμένη τη σκιά μου στο πάτωμα. Μου ήρθε να βάλω τα γέλια. Τι θεόσταλτο πεσκέσι είχε πέσει στα χέρια μου; Τι παιχνίδι τέλειο είχε παίξει η μοίρα μ’ αυτή τη δεύτερη Αρπαλύκη; Της έπιασα απαλά το πηγούνι για να σηκώσω το προσωπάκι της και να την κοιτάξω στα μάτια. Όχι μόνο ήταν ολόιδια τα μάτια της, αλλά τα είχε γουρλώσει από τον φόβο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το ‘χε κάνει κι η Αρπαλύκη στην ηλικία της, όταν είχαμε δει έναν πύθωνα στο δάσος. Ο πόθος μου φούσκωσε σαν πανί θαλασσινό στον βοριά. Χάιδεψα τα μεταξένια της μαλλιά. Ίδια κι αυτά, ολόιδια. Κοίταξα τη βάγια. Κι η βρόμα τα κατάλαβε όλα. Κατάλαβε ως και την τελευταία λεπτομέρεια όσων της παράγγειλε η ματιά μου. Πήρε το κορίτσι απ’ το χέρι κι έφυγε. Το βράδυ γύρισε. ‘‘Στις προσταγές σου, αφέντη’’ μου λέει, ‘‘Έτοιμη η μικρή Αρπαλύκη’’. Με όσο πιο αργά βήματα γινόταν πήγα στην κάμαρα που την είχε. Και ναι, η μικρή Αρπαλύκη φορούσε το άσπρο φορεματάκι που φορούσε η πραγματική πριν τρία χρόνια, τα κόκκινα παπουτσάκια που φορούσε η πραγματική πριν τρία χρόνια, είχε χτενισμένα τα μαλλάκια της όπως η πραγματική πριν τρία χρόνια και τα συγκρατούσε με τα ίδια κόκκινα φιογκάκια που τα συγκρατούσε η πραγματική πριν τρία χρόνια. (Σιωπή) Ο τρόμος στα μάτια της μ’ έκανε να τη λυπηθώ. ‘‘Κάθισε στο σκαμνάκι, παιδί μου’’ της λέω. Δεν κουνήθηκε. Ο φόβος είχε κάνει τις κλειδώσεις των ποδιών της άκαμπτες. Χαμογέλασα για να της δώσω θάρρος. Της χάιδεψα τα μαλλιά. Κάθισα στο σκαμνάκι εγώ και θέλησα να την καθίσω στα πόδια μου. Διαπίστωσα πως αν και δεν έβαζε δύναμη, δε λύγιζαν τα γόνατά της. Με τα πολλά τα κατάφερα. Της έλεγα: ‘‘Μη φοβάσαι. Δε θα σου κάνω κακό. Μη φοβάσαι. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας’’. Έβλεπα το τρομαγμένο προσωπάκι της και τη συμπαθούσα όλο και περισσότερο. ‘‘Μη φοβάσαι, καλό μου κορίτσι’’ της λέω πάλι με γλυκιά φωνή, ‘‘Το μόνο που ζητώ από σένα είναι ν’ απλώσεις λίγο το πανέμορφο χεράκι σου και να χαϊδέψεις τα μαλλιά μου, όπως χάιδεψα εγώ τα δικά σου’’. Το έλεγα και το εννοούσα. Μου έφτανε ένα της χάδι. Μα τότε ήταν που άρχισε να κλαίει και να ζητάει τη μάνα της, χωρίς να έχει σταματημό. ‘‘Σώπα’’ της έλεγα τρυφερά, ‘‘Σώπα, δε θα πάθεις κακό, σ’ αγαπώ’’. ‘‘Θέλω τη μαμά μου! Θέλω τη μαμά μου!’’ έλεγε και ξανάλεγε. Και τα μάτια της είχαν γίνει ποτάμια αστέρευτα. Ώσπου τα αφτιά μου δεν άντεχαν άλλο να ακούν την ίδια φράση και το ίδιο κλάμα. ‘‘Θέλω τη μαμά μου! Θέλω τη μαμά μου!’’ Μου φαινόταν πως θα διαρκούσε όσο και το αιώνιο ματαγύρισμα της νύχτας και της μέρας. Έκλεισα τ’ αφτιά μου με τα χέρια για να μην ακούω. Ο ήχος τα διαπερνούσε. Οι κινήσεις του στόματός της πάντα ίδιες. Μ’ ένα δυνατό σκαμπίλι την πέταξα στο κρεβάτι. (Μικρή σιωπή) Είχε αλλάξει η διάθεσή μου. Έσκισα το φόρεμά της και με τα κομμάτια τής έδεσα χέρια και πόδια. Στρίγκλιζε. Για μερικά δευτερόλεπτα κοβόταν η ανάσα της και σταματούσε. Έπειτα ξανά. Της λέω: ‘‘Εσύ το θέλησες!’’ Ποτέ σε γυναίκα άλλη δεν έκανα ό,τι σε κείνη τη μικρή. (Μικρή σιωπή) Όταν ξεψύχησε έφυγα απ’ το δωμάτιο χωρίς καμιά χαρά. Ούτε υπήρξε κάποια στιγμή όσο ήμουν μαζί της που να μου έδωσε χαρά. Ήταν καλύτερα όταν έβγαλα τα λερωμένα ρούχα και βούλιαξα στο ζεστό νερό. Φώναξα τη βάγια. Της είπα: ‘‘Αύριο το βράδυ θα είναι η πραγματική Αρπαλύκη’’. ‘‘Ναι, αφέντη μου, ό,τι ορίζεις’’ μου λέει, ‘‘Θα την έχεις όμορφη σαν σελήνη και χαμογελαστή σαν ήλιο’’. (Κοιτάζει το κοινό κατάματα) Γιατί ο χρόνος αναμονής περικλείει τώρα την πιθανότητα να μη νιώσω καμιά χαρά. Κι ως το βράδυ απομένουν αρκετές ώρες. Και το κρασί δεν μπορεί να τις λιγοστέψει. (Φεύγει αργά, με λίγο μπερδεμένο βηματισμό)                      

2η σκηνή (Αρπαλύκη)


(Μπαίνει η Αρπαλύκη, νέα δεκαπέντε περίπου χρονών, φορώντας λευκό μακρύ φόρεμα, αδύνατη, με το σώμα της να δίνει την αίσθηση του εύθραυστου. Κοιτάζει το κοινό στρέφοντας το πρόσωπο προς όλες τις μεριές με φυσική σεμνότητα, χωρίς ντροπή. Με το ένα χέρι κρατάει το φόρεμα χαμηλά και το κουνάει δεξιά αριστερά. Η κίνηση αυτή επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στη σκηνή)
Αρπαλύκη: Τι να πω;… Δεν ξέρω… Εεε… Με λένε Αρπαλύκη. Είμαι κόρη του Κλύμενου και της Επικάστης. Κόρη βασιλιά. Οι γονείς μου είναι κι αυτοί τέκνα βασιλιάδων. Έχω δύο αδελφούς που πρόκειται να κληρονομήσουν το βασίλειο του πατέρα μας. (Μικρή σιωπή) Εγώ θέλω να παντρευτώ κάποιον βασιλιά που το βασίλειό του να είναι μακριά. Να με πάρει μαζί του και να με κάνει βασίλισσά του. (Μικρή σιωπή) Υπάρχει ένα βασιλόπουλο που θέλει να με παντρευτεί. Είναι όμορφο. Η γενιά του σέρνει από τον ένδοξο Νηλέα. (Μικρή σιωπή) Δεν είναι ότι βιάζομαι να φύγω από το σπίτι των γονιών μου. Έχω φτάσει σε ηλικία γάμου. Κάθε κοπέλα στην ηλικία μου ονειρεύεται να παντρευτεί και να γίνει  αφέντρα στο καινούργιο σπιτικό της. (Μικρή σιωπή) Έπειτα είναι και οι χαρές του ζευγαρώματος. Ακόμη και τα φίδια τις ξέρουν και τις επιζητούν. Και τα άλογα, και τα πουλιά όλων των ειδών, και οι γάτες, και οι σκύλοι. (Υποψία χαμόγελου) Πριν λίγο καιρό είδα έναν σκύλο να καβαλάει μια σκύλα πολύ μεγαλύτερή του. Έμεινα και τους κοίταζα. Ο καημένος, έτσι μικροσκοπικός που ήταν, δυσκολευόταν να τα καταφέρει. Δεν τα παρατούσε όμως. Με τίποτα. Έμοιαζαν να είναι κολλημένοι, κάτι σαν ένα πράγμα. Αυτός προσπαθούσε κι αυτή καθόταν κι απολάμβανε. (Μικρή σιωπή) Όταν βλέπει τέτοιες σκηνές μια παρθένα βιάζεται να τις ζήσει κι η ίδια. Οι περισσότεροι μου λένε ότι δεν υπάρχει τίποτα γλυκύτερο στον γάμο από τα παιδιά. Δεν ξέρω. Ίσως όταν αποκτήσω και ‘γω παιδιά να συμφωνήσω μαζί τους. Για την ώρα τα παιδιά μού είναι αδιάφορα. Και εδώ που τα λέμε, αν δε λύγιζε τα γόνατα των ανθρώπων ο πόθος να σμίξουν και να κάνουν τις τρέλες του έρωτα, το μέλλον της ανθρωπότητας κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένο θα ήταν. (Σιωπή, όπου σκέφτεται πώς θα πει αυτό που θέλει να πει) Είναι λίγο περίεργα τα πράγματα στο βασίλειό μου. Φαντάζομαι ότι σε όλα τα βασίλεια έτσι θα είναι. Να, για παράδειγμα, στο παλάτι μέσα κανείς δε γελά. Δεν απαγορεύεται το γέλιο. Κι όμως δε γελά κανείς. Σε όλη τη ζωή μου δεν είδα κάποιον να γελάει μέσα στο παλάτι. Μονάχα εγώ. Ακόμη και ‘γω σπάνια. Κι όταν γελάω συμβαίνει κάτι πραγματικά πολύ παράξενο. Είναι σα να γελάει κάποιος άλλος, μιας και δε νιώθω τίποτα. Μόνο όταν γελώ έξω απ’ το παλάτι αισθάνομαι να χτυπά η καρδιά μου χαρούμενα. Είμαι σίγουρη ότι σε όλα τα παλάτια έτσι γίνεται. Δεν είναι κακό αφού έτσι γίνεται σε όλα τα παλάτια. Απλά, σκέφτομαι μερικές φορές πως, αφού το γέλιο δεν μπορεί να μου προσφέρει τίποτα, τότε θα πρέπει να ανακαλύψω κάτι άλλο για να περνάω ευχάριστα τις ώρες μου. Το ίδιο και όσοι ζουν στο παλάτι. Ένα παιχνίδι ας πούμε. Ή μια ορισμένη συμπεριφορά, να κάνεις πως είσαι κάποιος άλλος. Ή ίσως πράγματα πιο μπερδεμένα. Χωρίς άλλο, σε κάποια ξένα παλάτια θα έχουν ανακαλύψει τέτοιους τρόπους. Ο άντρας μου ο… δηλαδή ο μελλοντικός άντρας μου, θα ξέρει πολλούς και θα μου τους μάθει όλους. Είμαι σίγουρη ότι θα μου τους μάθει όλους. (Μικρή σιωπή, με σκέψη) Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως να μην υπάρχει τίποτα για να αναπληρώνει το γέλιο. Δηλαδή είσαι βασιλιάς, ή είσαι βασίλισσα, ή είσαι κόρη βασιλιά, όπως εγώ, κι αυτό είναι όλο. Εννοώ ότι η καρδιά ενός ανθρώπου που έχει κατακτήσει το ύψιστο, δεν καταδέχεται πλέον τη χαρά του γέλιου κι ό,τι άλλο κάνει ευτυχισμένους τους κοινούς ανθρώπους. (Μικρή σιωπή. Σα να απαντά σε ερώτηση) …Ναι, μου αρέσει που είμαι κόρη βασιλιά. Έχω δούλες πολλές. Με ακολουθούν όπου κι αν πάω. Κάνουν ό,τι τους ζητήσω. Κι αν δεν το κάνουν καλά τις τιμωρώ όπως τους αξίζει. Όταν περπατώ στους διαδρόμους όλοι πέφτουν στα γόνατα και με προσκυνούν, γιατί είμαι η κόρη του βασιλιά και μελλοντική βασίλισσα. Μου αρέσει να περπατώ αργά, να βλέπω τα μέτωπά τους να αγγίζουν το πάτωμα. Όταν ήμουν οκτώ χρονών, φώναξα στο δωμάτιό μου μια δούλα κακιά και άσχημη. Της λέω: ‘‘Είσαι δούλα μου και έχεις υποχρέωση να κάνεις ό,τι σε διατάξω’’. ‘‘Μάλιστα, αφέντρα μου’’ μου λέει. ‘‘Πολύ ωραία’’ της ξαναλέω. ‘‘Χαίρομαι που συμφωνείς. Κι αφού είναι έτσι, σε διατάζω να πέσεις απ’ το παράθυρο και να τσακιστείς’’. Αμέσως άλλαξε το χρώμα στο μούτρο της κι από κιτρινιάρικο έγινε κόκκινο βαθύ. ‘‘Τι με κοιτάς ακίνητη σαν κούτσουρο;’’ της κάνω, ‘‘Δεν άκουσες τι σε διέταξα;’’ ‘‘Αφέντρα μου’’ μου λέει, ‘‘σε ικετεύω, όχι αυτό. Ό,τι άλλο θέλεις. Όχι αυτό’’. Αμ τότε τι σόι αφέντρα είμαι; Οργίστηκα με το βρομοδούλι. Έτρεξα να βρω τον πατέρα μου. Του είπα πόσο πολύ με πρόσβαλε. Μου είπε: ‘‘Ξέχασέ το’’. Εγώ επέμενα. ‘‘Τις δούλες τις έχεις για να σε υπηρετούν, όχι για να τις γκρεμίζεις απ’ το παράθυρο’’ μου ξαναλέει, ‘‘Αν τις γκρέμιζες όλες ποιες θα φρόντιζαν το δωμάτιό σου, ποιες θα σε έλουζαν, ποιες θα σε χτένιζαν, ποιες θα σε άλειφαν με μύρα;’’ Τσαντίστηκα και μαζί του. ‘‘Θέλετε να πείτε, αγαπημένε μου βασιλιά και πατέρα’’ του λέω, ‘‘πως αν αυτές όλες χάνονταν, δε θα καταφέρνατε να μου φέρετε άλλες; Κι αν γίνει το δικό της, ποια δούλα μετά απ’ αυτό θ’ ακούει τις προσταγές μου; Όλες θα γελούν όταν θα τους μιλώ, και θα με ειρωνεύονται’’. Με κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Αλήθεια, όταν έχω δίκιο, μόνο τότε επιμένω. Κι όταν με πνίγει το άδικο τα βάζω ακόμα και με τον πατέρα μου, που είναι βασιλιάς τρανός και οι πάντες τον τρέμουν. Με πήρε από το χέρι και μέχρι να φτάσουμε στο δωμάτιό μου, μου λέει: ‘‘Θα γίνει το θέλημά σου. Μα ποτέ ξανά μη μου ζητήσεις κάτι παρόμοιο. Κανένας βασιλιάς δε σκοτώνει τους δούλους του χωρίς λόγο’’. ‘‘Είμαι σύμφωνη’’ του λέω. Μπήκαμε στο δωμάτιο. Η δούλα ήταν στη θέση που την άφησα. Έκλαιγε, αν και δεν της είχα κάνει τίποτα. Μόλις είδε τον βασιλιά πάγωσε. Σύρθηκε στα πόδια του, άρχισε να τα φυλά και να ζητάει έλεος. Εκείνος δε μίλησε. Έπειτα από λίγο παράτησε τα κλάματα. Σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε. Τότε κατάλαβε πως τίποτα δεν είχε κερδίσει με την πρόστυχη συμπεριφορά της. Ο βασιλιάς έκανε ένα βήμα μπροστά. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω. Έπειτα πάλι ο βασιλιάς έκανε ένα βήμα μπροστά κι αυτή ένα βήμα πίσω. Όταν μετά από δυο ή τρία βήματα ακόμη η πλάτη της κόλλησε στο παράθυρο, άρχισε να τον ικετεύει ξανά. Ο βασιλιάς έκανε άλλο ένα βήμα. Αυτή έγειρε τρομαγμένη στο κενό. Γρήγορα έχασε την ισορροπία της και έπεσε. Ο βασιλιάς κοίταξε για λίγο έξω απ’ το παράθυρο. Έπειτα γύρισε κι έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Νομίζω πως για μερικές μέρες ήταν θυμωμένος μαζί μου. Φυσικά του πέρασε ο θυμός. Ήμουν σίγουρη ότι θα του περνούσε. (Μικρή σιωπή) Όταν παντρευτώ και πάω στο καινούργιο μου σπίτι, το πρώτο που θα κάνω είναι να γκρεμίσω μια σκλάβα μου από το πιο ψηλό τειχί. Έτσι όλες οι υπόλοιπες θα μάθουν να με σέβονται. (Μικρή σιωπή) Κι αλήθεια, ο τρόπος αυτός είναι προτιμότερος από της μητέρας μου, που έχει κάνει τις φερμένες απ’ τ’ Άργος σκλάβες της αδελφές και φιλενάδες. Απ’ το πρωί ως το βράδυ τις έχει για μοναδική συντροφιά. Μαζί τους υφαίνει, μαζί τους τρώει, μαζί τους πίνει, μαζί τους κοιμάται. Σα να μην κατοικείται από άλλους ανθρώπους το παλάτι, παρά μοναχά απ’ τις Αργίτισσες σκλάβες που της χάρισε ο πατέρας της όταν παντρεύτηκε τον βασιλιά Κλύμενο. Δεν καταλαβαίνει πως με τη συμπεριφορά της δίνει αφορμές για σχόλια. Έχουν να λένε τα κακά στόματα ότι περισσότερο αγαπάει τις σκλάβες της από τον άντρα και τα παιδιά της. Και μήπως, μικρό κορίτσι σαν ήμουν, δεν ένιωθα παραμελημένη από την ίδια μου τη μάνα; Δεν αισθανόμουν την περιφρονητική ματιά της κάθε μια από τις σπάνιες φορές που με κοιτούσε; Δεν ονειρευόμουν ότι κούρνιαζα στην αγκαλιά της κι όταν ξυπνούσα έβλεπα δίπλα μου τη βάγια; Δεν τη ζητούσα άρρωστη στο κρεβάτι κι αυτή έστελνε μια σκλάβα της με ευχές για ταχεία ανάρρωση; Δεν έχω δίκιο, επομένως, να λέω ότι δε στάθηκε καλή μάνα; Δεν έχω δίκιο; Ω, πόσο με πνίγει το δίκιο μου! Όρκο παίρνω! Θα γίνω μάνα καλή για τα παιδιά μου. Θα τα μεγαλώσω με στοργή κι αγάπη. Και γενικά θα λένε για μένα: ‘‘Να μια γνοιαστική μάνα και δίκαιη βασίλισσα’’. Γιατί δε θα ξημεροβραδιάζομαι σε μια κάμαρη όλα τα χρόνια της βασιλείας μου, παρά θα κάθομαι στον θρόνο μου, δίπλα στον θρόνο του βασιλιά, κι ο βασιλιάς θα κρίνει και θα αποφασίζει μαζί μου για τις υποθέσεις του βασιλείου. Κι ο λαός θα μας αγαπάει και θα ευχαριστεί τους θεούς για τον βασιλιά και τη βασίλισσά του και θα εύχεται να ζήσουμε χίλια χρόνια. (Σιωπή, όπου σκέφτεται αν πρέπει να συνεχίσει) Ποτέ δεν κατάλαβα τη μητέρα μου. Αυτό που δε θα της συχωρέσω ποτέ είναι η άρνησή της να βασιλέψει. Όποια γυναίκα έχει τη δύναμη να φορέσει στέμμα και να καθίσει σε θρόνο, κι αντί γι’ αυτό κλείνεται σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό και δουλεύει ολημερίς στον αργαλειό, είναι άξια να την περιφρονήσουν θνητοί κι αθάνατοι, και να της πάρουν ό,τι έχει, και να την αφήσουν έρημη στους δρόμους, μια ζητιάνα, και να της πουν: ‘‘Συ δεν ήσουν που περιφρονούσες ό,τι περισσότερο οι άνθρωποι θαυμάζουν; Ζήσε τώρα χωρίς αυτό και χωρίς τίποτα άλλο, και νιώσε την περιφρόνηση της ανθρωπότητας όλης’’. (Μικρή σιωπή) …Όχι, δεν τη μισώ. Δε μισώ κανέναν. Μου έκανε κακό, αλλά δεν ποθώ να της το ανταποδώσω. (Μικρή σιωπή) …Αν ερχόταν, ναι. Αν ερχόταν και μου ζητούσε με ειλικρίνεια συγγνώμη θα τη συχωρούσα. (Μικρή σιωπή) …Δε θα την ταπείνωνα. Θα της έλεγα: ‘‘Σε συχωρώ’’. Τίποτα άλλο. Θα της έλεγα: ‘‘Σε συχωρώ. Στο αίμα μου κυλάει το αίμα του πατέρα μου, που ξέρει να τιμωρεί την αχαριστία και να χαρίζει μεγαλόψυχα τη συγγνώμη του’’. Τίποτα άλλο. Μα αν ήθελε να μ’ αγκαλιάσει και να με πει κόρη της, τότες θα της έλεγα: ‘‘Δεν είμαι κόρη σου. Οι θεοί το θέλησαν να βγω απ’ τα σπλάχνα σου. Και οι θεοί το θέλησαν πάλι να μη μας ενώσει ό,τι ενώνει μάνα και κόρη. Εσύ θλίβεσαι γι’ αυτό, αν και πολύ αργά, ενώ εμένα απασχολούν το μυαλό μου σπουδαιότερες σκέψεις’’. (Σιωπή) …Για τον πατέρα μου; Τι να πω; Είναι ένας σπουδαίος βασιλιάς. Οι σύμμαχοι τον σέβονται και οι εχθροί τον φοβούνται, όπως θα πρέπει πάντα να συμβαίνει μ’ ένα βασιλιά. Γιατί όταν οι εχθροί σου δε σε φοβούνται, τότε θα σου κάνουν κακό. Κι όταν οι σύμμαχοι δε σε σέβονται, τότε οι μέρες σου στον θρόνο είναι μετρημένες. (Χαμογελάει) Ο βασιλιάς Κλύμενος μου τα είπε αυτά. Μου έχει πει κι άλλα. Ξέρει να λέει σοφά λόγια. Μου έχει πει για παράδειγμα: ‘‘Αλίμονο στον βασιλιά που είναι μόνο βασιλιάς, δίχως να είναι σοφός. Βλέπει μόνο το σήμερα. Το αύριο πάντοτε άγνωστο του είναι’’. Κι ακόμα: ‘‘Η τόλμη χτίζει τα βασίλεια και η δειλία τα γκρεμίζει’’. Και μια ανοιξιάτικη μέρα, θα ήμουν πέντε ή έξι χρονών, με ανέβασε στο άλογο και με πήγε στην εξοχή. Καθίσαμε κάτω από ένα ψηλό και πλατύ δέντρο. Εγώ κοίταξα τα σύννεφα στον ουρανό και του είπα: ‘‘Κοιτάξτε, πατέρα, πόσο όμορφα είναι!’’ Τα κοίταξε, έπειτα γύρισε σε μένα και είπε: ‘‘Τίποτα δεν είναι πιο εξαίσιο απ’ αυτά τα σύννεφα, που δεν είναι τίποτα’’. Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω. (Μικρή σιωπή) …Αν είμαι περήφανη; Φυσικά! Είμαι πολύ περήφανη για το ότι είμαι κόρη του βασιλιά Κλύμενου. Μονάχα τον σύζυγό μου θα αγαπήσω περισσότερο απ’ τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου δεν έπαψε ποτέ να μου δείχνει την αγάπη του. Βέβαια υπήρχαν κάποιες περίοδοι όπου δεν ασχολούταν μαζί μου κι ένιωθα ότι με απέφευγε. Όμως οι ευθύνες ενός βασιλιά είναι μεγάλες και έχει πολλά πράγματα να σκεφτεί και για πολλά να αποφασίσει. (Μικρή σιωπή, χαμογελά) Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να τον κοιτάζω με τη στρατιωτική του πανοπλία. Πιο πολύ μου άρεσε η περικεφαλαία του, άγρια,  ίδιο λιοντάρι έτοιμο να ορμίσει σε κοπάδι ελαφιών. Οι άλλοι τον φοβόντουσαν. Εγώ τον θαύμαζα. Πολλές φορές παραφύλαξα στους διαδρόμους του ανακτόρου για να τον δω να περνά φορώντας τη λιονταρίσια περικεφαλαία και κρατώντας το μακρύ δόρυ. Τα βήματά του τράνταζαν το έδαφος. Τρανταζόταν κι η καρδιά μου, χτυπούσε ακανόνιστα. Έλεγα μέσα μου: ‘‘Τέτοιος θέλω να είναι και ο άντρας μου, ανίκητος πολεμιστής, να περπατά και να σκορπά τον τρόμο. Τα μάτια του να πετούν φωτιές, τα μπράτσα του να είναι σκληρά σαν πέτρα, τα στήθη του σαν σίδερο’’. Βιαζόμουν να μεγαλώσω για να γίνω γυναίκα πολεμιστή. Και τώρα που μεγάλωσα κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι πως ο βασιλιάς φεύγει σε εκστρατεία και η βασίλισσα, εγώ δηλαδή, τον αποχαιρετά και περιμένει με αγωνία τον γυρισμό του. Σύντομα ο βασιλιάς επιστρέφει θριαμβευτής. Τρέχει, αγκαλιάζει τη βασίλισσα, έπειτα την κρατά από το χέρι και εμφανίζεται μαζί της μπροστά στο πλήθος που τους προσκυνά. (Σιωπή, όπου συνεχίζεται η ονειροπόληση) …Ναι, είναι αλήθεια ότι ο βασιλιάς Κλύμενος μου έχει μεγάλη αδυναμία. Φυσικά κάθε πατέρας αγαπάει τα παιδιά του και τους έχει αδυναμία. Έτσι ο βασιλιάς Κλύμενος αγαπάει και τους γιους του και μένα, αν και αυτοί πολλές φορές με λίγα ανταπόδωσαν τα πολλά που πήραν. Κι όταν θα πάρουν πολύ περισσότερα, το βασίλειο ολάκερο, με άδεια χέρια θα σταθούν εμπρός του φοβάμαι. Όμως θέλω να πω για τη μεγάλη αδυναμία που δείχνει σε μένα ο πατέρας μου. Το κατάλαβα από πολύ μικρή. Ένιωθα ευτυχισμένη όποτε με κάθιζε στα γόνατά του και μου χάιδευε τα μαλλιά, και με φιλούσε στα μάγουλα και στο μέτωπο. Η βάγια μού έλεγε: ‘‘Ο βασιλιάς σάς αγαπάει πολύ. Προσέξτε να μην τον στενοχωρήσετε ποτέ’’. Εγώ σκεφτόμουν πως ήταν αδύνατο να τον στενοχωρήσω κι έβριζα τη βάγια, λέγοντάς της: ‘‘Τι ανοησίες είναι αυτές που λες, γριά; Κλείσε το απαίσιο στόμα σου. Απαίσιες οσμές κι απαίσια λόγια βγαίνουν από μέσα του’’. Όχι, δε φοβόμουν μην τον στενοχωρήσω. Φοβόμουν μήπως κάποια μέρα πάψει να μου έχει αδυναμία. Μήπως με πάρει και με παραδώσει στους δούλους και τους πει: ‘‘Από σήμερα είναι μια σαν και σας’’. Ήμουν πολύ μικρή και πολύ ανόητη όταν φόβιζαν το μυαλό μου τέτοιες σκέψεις. Δεν ήξερα τι είδους ήταν η αδυναμία του πατέρα μου. Γιατί πρέπει να μάθετε ότι ο πατέρας μου με λατρεύει σαν μοναχοκόρη. Στην αγάπη της κόρης, όμως, προστίθεται η αγάπη που φυσιολογικά θα είχε για τη βασίλισσα, αν η βασίλισσα ήταν πραγματική βασίλισσα κι όχι ένα πελεκημένο ξόανο. (Μικρή σιωπή) Μόνη μου έχω καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα. Κανένας δε μου είπε ποτέ κάτι ανάλογο. Η βάγια -χτες ακόμη- μου έλεγε: ‘‘Έτσι γίνεται παντού. Έτσι πρέπει να γίνεται. Είναι η τιμή που προσφέρει κάθε κόρη στον πατέρα της. Στολίσου και πήγαινε ευτυχισμένη’’. Η παλιόγρια! Ξέρω ότι δε γίνεται παντού έτσι. Τόσα χρόνια αυτό μου έλεγε. Μα εγώ δεν την άκουγα. Ήμουν μια μικρή και ανυπεράσπιστη κόρη που έπρεπε να προστατεύσει πρώτα την αγνότητά της, έπειτα την τιμή και την υπόληψη του βασιλιά πατέρα της, και τέλος το όνομα ενός δοξασμένου βασιλείου. Ποτέ δε θα έκανα μια πράξη που θα μίαινε το όνομα του βασιλείου μας. Οι θεοί ξέρουν με πόση αποφασιστικότητα αγωνίστηκα μέχρι σήμερα για να μην έχουν αύριο οι εχθροί μας να πούνε κάτι κακό. Μια λέξη με χαρακτηρίζει πιο πολύ απ’ τις άλλες: Σεμνότητα. Ναι, με όπλο τη σεμνότητα νίκησα όλες τις πιέσεις, κάποιες φορές αφόρητες. Μα οι θεοί με βοήθησαν. (Μικρή σιωπή) Ας σκεφτεί κανείς πάνω από ποια θάλασσα τρικυμιασμένη έπρεπε να φτερουγίσουν οι αδύναμες φτερούγες μου για να φτάσουν σε απάνεμο λημέρι! (Μικρή σιωπή) Και γιατί όλα αυτά; Ποιο το κέρδος ενός τέτοιου αγώνα; Μήπως υπάρχει καμιά κόρη που να μη λαχταρά το φιλί και την αγκάλη; Κι αν βρεθεί καμιά τέτοια, δίκαιη δε λένε πως είναι η τιμωρία της από την πανώρια Αφροδίτη; Κι αν έχεις ριγμένο στα πόδια σου έναν βασιλιά ασύγκριτο σε μεγαλείο και δύναμη, ποιο το κέρδος και ποια η ζημιά να τον απαρνηθείς; Κι αν νιώθεις κάτι να σαλεύει στα σπλάχνα σου παραπάνω γι’ αυτόν, επειδή δεν είναι ο ξένος, ο περαστικός, ο άγνωστος, αυτός που θα μπορούσε σε κάθε μία να βρεθεί μπροστά της, μα κάποιος που θα κάνει τη μοίρα σου μοναδική, τότε, σε ποια ζυγαριά να ζυγίσεις τούτο το σάλεμα των σπλάχνων; Ευκαιρία είναι` γιατί να πάει χαμένη; (Μικρή σιωπή) Εγώ σε κάθε περίπτωση έπρεπε να ήμουν σεμνή. Αυτή ήταν η αποστολή μου. Έτσι έπρεπε να φερθώ. Δεν είχα καμιά αμφιβολία. Κι όταν η βάγια ήρθε χτες και μου είπε τα νέα, η καρδιά μου χτύπησε γοργά, μα είπα αμέσως μέσα μου: ‘‘Δικό μου χρέος είναι η σεμνότητα’’. (Μικρή σιωπή) Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε την ώρα που περνούσα τους φαρδιούς διαδρόμους πηγαίνοντας να συναντήσω τον πατέρα μου. Θυμάμαι κοιτούσα σε κάθε άνοιγμα. Τα πάντα προσέλκυαν το ενδιαφέρον μου: Μια γριά δούλα που τεμπέλιαζε αισχρά, ένα σπασμένο πιάτο στο πάτωμα, μια ξέχειλη κανάτα κρασί σ’ ένα τραπέζι, μια άστρωτη κλίνη. Περνούσα δίπλα τους, μα αισθανόμουν να περπατώ σε όνειρο. Δεν ένιωθα απόλυτα τι συνέβαινε. Δηλαδή τίποτα δε συνέβαινε. Απλά περπατούσα σ’ έναν διάδρομο του παλατιού. Κι όμως, σαν κάτι να μην καταλάβαινα. Τότε ήρθε εκείνη η σκέψη: ‘‘Και ποιο είναι το τίμημα που θα πληρώσει ο βασιλιάς; Όταν ένας βασιλιάς σε παρακαλεί γονατιστός, τι πρέπει να ζητήσεις για να ικανοποιήσεις την επιθυμία του;’’ Καθώς στάθηκα μπρος στην κλειστή του κάμαρη χαμογέλασα, γιατί σκέφτηκα πως θα μπορούσα να φύγω, αφήνοντάς τον να με περιμένει μάταια. Γρήγορα θα απελπιζόταν από την αναμονή, θα έτρεχε να με παρακαλέσει, γιατί οι αντοχές του μόλις θα είχαν φτάσει στο μηδέν. Και τότε θα μου έταζε τον ουρανό και τ’ άστρα, δίχως εγώ να ζητήσω τίποτα. Εγώ τον γνωρίζω καλά τον βασιλιά. Τα δέκα δάχτυλα των χεριών μου μπορούν να του παίξουν δέκα διαφορετικά παιχνίδια. Χτύπησα την πόρτα δυνατά, με τόλμη. Άργησε λίγο να απαντήσει. Μπήκα. Μου άρεσε να ακούω τον ήχο από τα βήματά μου, έτσι βαρύς που αντηχούσε στην απόλυτη ησυχία. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε σαν μαθητούδι. ‘‘Αρπαλύκη!’’ μου λέει. ‘‘Τίιι θέλεις;’’ του λέω. ‘‘Έλα κοντά μου’’ μου λέει. ‘‘Και γιατί να έρθω;’’ τον ρωτώ γελώντας. ‘‘Μην παίζεις με την αγωνία μου’’ μου λέει λιγωμένα, ‘‘έλα, μην καθυστερείς ούτε λεπτό’’. ‘‘Κι αν έρθω; Τι θα κερδίσω αν έρθω;’’ τον ρωτώ ξανά. Ξαφνιάστηκε. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. ‘‘Θα έχεις από μένα ό,τι θελήσεις’’ λέει, ‘‘Όλο το χρυσάφι του βασιλείου κι όλο το ασήμι θα το δώσω στους καλύτερους τεχνίτες, να σου φτιάξουν κοσμήματα όμορφα τόσο που να θαμπώνει ο νους του ανθρώπου σαν θα τα φοράς. Κι όταν θα φορείς ένα, δεύτερη φορά δε θα το φορείς, παρά θα διαλέγεις άλλο απ’ τ’ αμέτρητα που θα ‘χεις. Κι υφαντά θα διατάξω τις υφάντρες να γεμίσουν την κάμαρή σου, διαλέγοντας από τα καλύτερα τα καλύτερα, με τα πιο περίτεχνα ξόμπλια και τα πιο όμορφα χρώματα, να ‘χεις φορεσιές άπειρες να αλλάζεις, και κάθε μια που θα βγάζεις να την πετάς στη φωτιά και να φορείς καινούργια πάντα. Κι ό,τι άλλο θελήσεις δικό σου θα γίνει. Μα έλα μόνο, μην αργείς, μικρή είναι η νύχτα και περνάει γρήγορα’’. ‘‘Αυτά τα έχω και τώρα’’ του λέω, ‘‘γιατί λοιπόν να έρθω;’’ ‘‘Έλα, σε ικετεύω’’ μου λέει, ‘‘Τι άλλο θέλεις; Θέλεις να χτίσω παλάτι ξέχωρο, δικό σου, δυο και τρεις φορές τρανότερο από αυτό; Θέλεις να βάλω χίλιους δούλους μέσα του να σε υπηρετούν;’’ ‘‘Οι ανέσεις και οι δούλοι δε μου λείπουν’’ λέω εγώ. ‘‘Μα τι ζητάς επιτέλους;’’ μου λέει. Με κοίταξε για λίγο στα μάτια. ‘‘Έλα, έλα και το μισό βασίλειο δικό σου’’ μου λέει, ‘‘Θα κάθεσαι στο πλευρό μου και θα βασιλεύεις. Εγώ θα ορίζω τον πόλεμο και ‘συ τις τύχες των αρχόντων και του λαού.’’ ‘‘Τι να το κάνω μισό βασίλειο;’’ λέω, ‘‘Θα παντρευτώ βασιλιά και θ’ αποκτήσω ολόκληρο’’. Απόμεινε ανέκφραστος. Κάτι πήγε πάλι να πει, μα δε βγήκαν λέξεις απ’ το στόμα του. Εγώ γελούσα. Τέλος, ‘‘Τι θέλεις;’’ μου λέει. ‘‘Ω, βασιλιά μου, ένα πράγμα μηδαμινό’’ του απαντάω. Συνέχισε να με κοιτάζει. Ο καημένος! Δεν πήγαινε ο νους του. Έκανα ένα βήμα πίσω. Κόντεψε να δακρύσει απ’ τον πόνο. ‘‘Μα νομίζω πως δε θα θελήσεις να το χαρίσεις στην κόρη σου, κι ας λες πως τη λατρεύεις’’ συνέχισα. Πάλι δε μίλησε. Με ρώτησαν τα μάτια του όμως, γουρλωμένα, γεμάτα αγωνία. ‘‘Έχεις δυο γιους’’ του λέω. Αμέσως το μυαλό του έπιασε να γυροφέρνει αυτές τις τρεις λέξεις, με την ελπίδα να μαντέψει τι θα ζητούσα. Ωστόσο παρέμεινε άφωνος, με τα μάτια πιο γουρλωμένα από πριν. ‘‘Θα σκότωνες ένα γιο σου για μένα; Μόνο τον ένα. Θα σου έμενε ο άλλος. Δε θα ‘ταν τόσο αβάσταχτος ο πόνος. Θα το έκανες;’’ του λέω. Τότε μαρμάρωσε και φαίνεται πως πια τίποτα δεν ήταν ικανός να σκεφτεί. Μέχρι που χαμήλωσε το κεφάλι και κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα. ‘‘Όχι’’ μου λέει, ‘‘αυτό δεν μπορώ να στο κάνω. Ορκίζομαι πως θα ήθελα να μπορούσα, θα ήθελα να το έκανα για να γίνεις δική μου. Μα δεν το μπορώ’’. (Μικρή σιωπή) Στ’ αλήθεια δεν ήξερα αν έπρεπε να τον αφήσω και να φύγω, έτσι γέρος και μαραγκιασμένος, αδύναμος και ταπεινός, όπως μου φάνηκε ξαφνικά, ή αν έπρεπε να μπω βαθύτερα στην περιπέτεια για να δω πού θα με βγάλει. Έκανα ένα βήμα μπροστά. Σήκωσε το κεφάλι γεμάτος απρόσμενη ελπίδα. Έκανα ένα πίσω. Το χλωμό του πρόσωπο ράγισε. Έβαλα τα γέλια. Γελούσα πολύ δυνατά. Τον κοίταζα και γελούσα. Κι ο βασιλιάς με κοίταζε σαστισμένος, ξέπνοος, με το στόμα ανοιχτό. Ξαφνικά γέλασε κι αυτός. Θεοί! Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί να γελάει. Σίγουρα οι φρουροί έξω απ’ την κάμαρη δε θα πίστευαν στ’ αφτιά τους. Σκέφτηκα πως έστω και μια φορά αν είχε συμβεί στο παρελθόν, δε θα ‘μουν εκεί χτες, και κανένα ενδιαφέρον δε θα μου είχε προξενήσει. Έπειτα έπαψα να σκέφτομαι. Είναι όμορφα να μη σκέφτεσαι. Σηκώθηκε και με αγκάλιασε. Γελούσαμε και οι δύο χωρίς σταματημό. Ώσπου απότομα σταμάτησε. Σταμάτησα και ‘γω. Τι να σας πω για τα παρακάτω; Μια σεμνή κόρη πρέπει να σιωπά σε τέτοιες περιπτώσεις. (Μικρή σιωπή. Γυρίζει για να φύγει. Στέκεται λίγο και γυρίζει ξανά προς το κοινό) Περιμένω τώρα, από ώρα σε ώρα, την απάντησή του. Ένα τρανό βασιλόπουλο, Αλάστωρας λέγεται, έστειλε σήμερα το πρωί μεγάλη ακολουθία για να με ζητήσει. Είμαι σίγουρη ότι θα πει το ναι και θα με κάνει ευτυχισμένη. Κι ούτε θα ορίσει τον γάμο σε έξι μήνες ή σ’ ένα χρόνο, παρά αμέσως πρέπει να φωνάξει τον γαμπρό και να μας κάνει ζευγάρι. Γιατί του έκανα τη μεγαλύτερη θυσία που μπορεί να κάνει κόρη σε πατέρα. (Φεύγει χαρούμενη)

3η σκηνή (Ο γάμος)
 
(Ακούγεται θόρυβος από κόσμο πολύ, εύθυμα τραγούδια, γέλια, φωνές, όλα σαν κοντινά και σαν μακρινά. Μπαίνει ο Κλύμενος παραπατώντας απ’ το μεθύσι. Κρατάει κούπα με κρασί. Κάθεται σε ένα παράμερο τραπέζι. Δε σταματάει να πίνει σε όλη τη διάρκεια της σκηνής. Μπαίνει και η Αρπαλύκη, λαμπερή, χαρούμενη, χορεύοντας, κινούμενη επίσης σε όλη τη διάρκεια της σκηνής. Ο Κλύμενος και η Αρπαλύκη είναι μέσα στο γλέντι και ταυτόχρονα έξω από αυτό)
Κλύμενος: Αλήθεια είναι όλα αυτά, ή το σαλεμένο μου μυαλό μόνο ακούει τόσες φωνές και τόσα χάσκανα; Για κάποιος θεός έπλασε αυτό το ανθρωπομάνι για να χαλάσει την καρδιά μου; Πώς έγινε και ζω μέσα σε εφιάλτη; (Σιωπή) Γιατί δε σηκώνομαι από τούτο το παλιοτράπεζο, να τραβήξω το σπαθί μου και να τους χαλάσω όλους; Όλους! Και τότε αλήθεια θα τους βγουν ξινά τα γέλια και τα χάχανα. (Σιωπή) Δεν υπάρχει μεγαλείο και δύναμη παρά στη μοίρα, την αναπότρεπτη και αμετάκλητη. Το λέω γιατί μόλις πριν λίγα βράδια την έκανα δική μου. Το επόμενο πρωί ξύπνησα για πρώτη φορά στη ζωή μου ευτυχισμένος, κρατώντας την στην αγκαλιά μου. (Μικρή σιωπή) Δεν πρόλαβα να πάω στον θρόνο και βλέπω ουρά τους προξενητάδες στο παλάτι μου. Πώς το κατάλαβα αμέσως; Το κατάλαβα. Ήξερα πως οι ξένοι δεν ήρθαν να ζητήσουν συμμαχία, ούτε με πόλεμο να με απειλήσουν, που μύριες φορές προτιμότερο θα ήταν, ούτε ξεστράτισμα τους έριξε στη γη μου κ’ ήρθαν να ζητήσουν την οφειλόμενη στους θεούς φιλοξενία, ούτε ήρθαν εξόριστοι απ’ την πατρίδα τους, αναζητώντας πατρίδα καινούργια. Όχι! Όχι! Τίποτα τέτοιο δε συνέβαινε. Σαν κλέφτες και σαν σκύλοι ήρθαν ν’ αρπάξουν το φαγητό από το πιάτο μου την ώρα που το κρατούσα στα δυο μου χέρια και που μόλις είχα προλάβει να ζεστάνω το λαρύγγι μου με την πρώτη ζεστή μπουκιά του, καταπραΰνοντας  λιγάκι την άπειρη πείνα του στομαχιού μου.
Αρπαλύκη: Σήμερα παντρεύομαι. Σήμερα είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Ο όμορφος σαν τον ήλιο και σαν το φεγγάρι Αλάστωρας είναι εδώ κι όταν θα πάψει να είναι εδώ, θα πάψω επιτέλους και ‘γω να είμαι. Γιατί θα με πάρει μαζί του, στην πατρίδα του, γυναίκα και βασίλισσά του. Στη διαδρομή άκουσα θα μας συνοδεύουν πεντακόσιοι καβαλάρηδες, όλοι τους παλικαριά πρώτα στην ανδρεία και στη δύναμη, κι άλλοι χίλιοι δούλοι θα ακολουθούν πεζοί. (Μικρή σιωπή) Βαρέθηκα σε τούτο το βασίλειο. Είναι πολύ στενάχωρο, δε χωράει τα μεγάλα μου όνειρα. Οι άνθρωποί του είναι μικροί σαν μυρμήγκια, δειλοί σαν κουνέλια, ακάθαρτοι σαν ποντίκια. Είναι όλοι τους έτσι. Από τον τελευταίο δούλο μέχρι τον βασιλιά και τη βασίλισσα. Με πόση περιφρόνηση θα τους αφήσω πίσω! Ποτέ πια δε θα πατήσω το πόδι μου στο βασίλειο του Κλύμενου. Κι αν ακούσω πως το ζώσανε εχθροί και οι φλόγες το τυλίξανε, θα προσφέρω μεγάλες θυσίες στους θεούς και θα ευχηθώ να μη γλιτώσει ούτε ένας, παρά μονάχα αν γίνει σκλάβος τού πιο δύστροπου αφέντη στην πλάση και η ζωή του γίνει πιο μαύρη κι απ’ το βασίλειο του κάτω κόσμου. (Μικρή σιωπή) Μη θαρρείτε πως έχω πιει και ‘γω κρασί, σαν τον μπεκρούλιακα τον πατέρα μου. Όχι. Με έχει μεθύσει η ευτυχία. (Μικρή σιωπή) Δηλαδή δεν είμαι ακόμη ευτυχισμένη. Είναι μόνο η προσμονή ημερών μελλούμενων. Όσο η ψυχή μου είναι κλεισμένη στα βαριά τείχη της πόλης που με γέννησε, κάτι σφίγγει το στήθος μου. Όταν ένα σύννεφο κρύβει τον ήλιο σκιάζομαι. Λέω κάτι κακό θα μου συμβεί. Ανόητη που είμαι! Μήπως δεν είναι ο Αλάστωρας ήλιος αβασίλευτος; (Πλησιάζει τον Κλύμενο. Προς τον Κλύμενο) Ένα μόνο διώξε απ’ το νου σου` πως θα με κρατήσεις κοντά σου. (Απομακρύνεται χορεύοντας)
Κλύμενος: Μερικές φορές θαρρώ πως είμαι τρελός. Ύστερα βλέπω τους υπόλοιπους ανθρώπους. Και λέω πως δεν είμαι. Δεν είμαι τρελός. Ή είμαστε όλοι. (Κοιτάζει γύρω του) Και τι να πει κανείς για τούτους εδώ που χορεύουν και τραγουδούν δίχως να ξέρουν το γιατί; Θα μπορούσα να χορέψω και ‘γω. Να χορέψω και να τραγουδήσω. Δίχως γιατί. Και κει που θα χορεύω μπορώ να βγάλω μια δυνατή κραυγή, να τραβήξω το σπαθί απ’ το θηκάρι και να κόψω το γέλιο από κάθε αχείλι. Κι ύστερα μπορώ να συνεχίσω τον χορό μου. Μόνος. Μπορώ να συνεχίσω τον χορό και το τραγούδι. Κι αυτοί να είναι κρυμμένοι στα δώματα και να με κοιτάζουν απ’ τα παράθυρα τρομαγμένοι. ‘‘Τρελός είναι!’’ θα λένε. Και ‘γω θα λέω: ‘‘Τρελοί είστε!’’
Αρπαλύκη: Αγαπώ τον Αλάστωρα. Τον αγαπώ με αγάπη αγνή και αστείρευτη. Δεν τσιγκουνεύομαι την αγάπη μου. Δεν τη μετρώ και δεν τη μοιράζω. Τη χαρίζω ακέρια στον αγαπημένο μου. Τίποτα δεν κρατάω για μένα. Ορκίζομαι στους θεούς να σταθώ δίπλα του στα εύκολα και στα δύσκολα, στα σημαντικά και στα ασήμαντα, στα όμορφα και στα άσχημα, στην ευτυχία και στη συμφορά. Το ίδιο ζητώ από αυτόν να κάνει για μένα. Θέλω να είμαι η μοναδική γυναίκα της ζωής του, η μοναδική του σκέψη, η μοναδική του πίστη και παρηγοριά. Όταν ξυπνά το πρωί, θέλω να λέει: ‘‘Σήμερα αγαπώ την Αρπαλύκη περισσότερο από χτες’’. Κι όταν πλαγιάζει τη νύχτα, θέλω να λέει: ‘‘Απόψε αγαπώ την Αρπαλύκη περισσότερο απ’ το πρωί’’. Στα όνειρά του μόνο εμένα θέλω να βλέπει. Κι αν κάποιο βράδυ συμβεί ένα άλλο πρόσωπο να σβήσει τη μορφή μου, θέλω το πρωί να έρθει και να μου πει: ‘‘Συχώρεσέ με, αγαπημένη μου γυναίκα, το βράδυ αυτό δεν ήσουν ο μοναδικός φιλοξενούμενος στο όνειρό μου’’. (Μικρή σιωπή. Στρέφεται προς τον Κλύμενο. Τον κοιτάζει για λίγο αμίλητη. Τον πλησιάζει) Πατέρα, είναι μεγάλη η ευτυχία μου. Αν ήταν πιο μικρή ίσως να σε φοβόμουν. Είναι μερικές σκιές που πέφτουν απ’ τα δέντρα και με σκιάζουν. Ήσουν και ‘συ μια σκιά στη ζωή μου, που πάντα μου έκρυβε τον ήλιο και δεν τον άφηνε να λάμψει στην καρδιά μου. Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, κοριτσάκι μια σταλιά, τον θυμάμαι κάτω απ’ τη σκιά σου. Και τώρα ακόμη πέφτει πάνω μου βαριά, σβήνοντας το νιό, τρεμάμενο φως της ευτυχίας. Θέλω να σου πω ότι σήμερα θα την πετάξω απ’ τις πλάτες μου τη σκιά σου, θα βγω απ’ την πόλη πατώντας πάνω της και ποτέ πια δε θα καταφέρει να με σκεπάσει. Για τούτο μην προσπαθήσεις άδικα να μου κάνεις κακό, γιατί θα κάνεις κακό στον εαυτό σου.
Κλύμενος: Όταν νιώθω το κρασί να κυλά στο στήθος μου, νιώθω να κυλά μέσα μου η αγνότητα. Όταν μεθώ, νιώθω αγνός. Κι όταν ξεμεθάω το στήθος μου καίει, κι αναπολώ με πόθο τη χαμένη αγνότητα του κρασιού. Τότε νομίζω πως βλέπω τον  άνεμο να παρασέρνει μια σκέψη ψηλά στον ουρανό, όχι φανερή, κρυμμένη πίσω από σύννεφα. Είναι η σκέψη πως η ζωή μου θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Πώς ακριβώς θα ήταν δεν το ξέρω. Δε μου έρχεται καμιά εικόνα στο μυαλό. Απλά μια αόριστη υποψία πως κάτι μου διαφεύγει, μαζί με το κάψιμο στο στήθος και την επιθυμία να ξαναπιώ, να ξαναμεθύσω, να ξανανιώσω αγνός. (Σηκώνεται με την κούπα στο χέρι. Δυνατά σε όλους) Ζήτω το κρασί! (Ακούγονται πολλές φωνές που φωνάζουν ‘‘Ζήτω!’’) Το κρασί είναι ο βασιλιάς, όχι εγώ. Λοιπόν, ξανά, ζήτω το κρασί! (Ακούγονται πάλι φωνές που φωνάζουν ‘‘Ζήτω!’’) Ω, άρχοντες του βασιλείου μου και λαέ μου, ακούστε τι θα πω: Αύριο κιόλας θα βάλω ο ίδιος το θεμέλιο ενός καινούργιου ναού. Κανείς άλλος στο βασίλειο δε θα τον ξεπερνά σε μεγαλείο και πλούτο. Θα είναι αφιερωμένος στον πιο τρανό θεό, στον πιο σπλαχνικό για το ανθρώπινο γένος, στον μεγάλο Διόνυσο. Στο εξής, ο γιος της Σεμέλης θα είναι ο προστάτης του βασιλείου μου, σε αυτόν θα πρέπει να αποτείνετε τις ικεσίες σας, από αυτόν θα πρέπει να ζητάτε έλεος. Γιατί οι υπόλοιποι θεοί υπάρχουν μόνο όταν απουσιάζει αυτός από τα χείλη μας. (Το πλήθος φωνάζει: ‘‘Ζήτω ο θεός Διόνυσος! Ζήτω ο βασιλιάς Κλύμενος!’’) Ω, αρχόντοι και λαέ, ακούστε προσεχτικά τι άλλο έχω να πω: Μεγάλες τιμές θα περιβάλλουν τους ιερείς του καινούργιου ναού, κι όποιος αποφασίσει στο εξής να αφιερώσει τη ζωή του στον θεό που θα τον κατοικεί, πολλά προνόμια θα έχει και πολύ πλούτο θα συνάξει. Όσο για όλους τους υπόλοιπους, χωρίς καμιά εξαίρεση, θα δικαιούνται καθημερινά τρεις ξέχειλες κούπες κρασί ο καθένας, δώρο απ’ τον θεό, για να γιατρεύουν τις πληγές τους και να δοξάζουν τον ευεργέτη τους. (Το πλήθος φωνάζει ξανά: ‘‘Ζήτω ο θεός Διόνυσος! Ζήτω ο βασιλιάς Κλύμενος!’’ Ο Κλύμενος κάθεται βαρύς στη θέση του)
Αρπαλύκη: Εγώ αυτόν τον θεό δεν τον γνωρίζω. Ούτε τον καταλαβαίνω. Μα και να τον γνώριζα δε θα τον αγαπούσα. Δύο θεούς λατρεύω και τιμώ: Τον Δία πρώτα και την Αφροδίτη έπειτα. Ας μου έδιναν οι δύο αυτοί θεοί τα καλά τους σε αφθονία και τίποτα άλλο στον κόσμο δε θα ζητούσα. Κι όσο για τις ξέχειλες κούπες κρασί που χαρίζει αυτός ο Διόνυσος, θα τις χάριζα με τη σειρά μου στον μπεκρή πατέρα μου, να μη σώνει βήμα ξεμέθυστο μέρα και νύχτα. (Μικρή σιωπή. Κοιτάζει τον πατέρα της) Μα τι να λέμε τώρα; Λόγια του αέρα είναι αυτά. Σημασία έχει να μ’ αφήσει να φύγω. Τίποτα άλλο. Τρέμω, φοβάμαι πως δε θα μ’ αφήσει. (Σηκώνει τα χέρια σε ικεσία) Δία, πατέρα θνητών κι αθάνατων, πρόσφερέ μου την εύνοιά σου. Στεφάνωσε τα μαλλιά μου με τη βασιλοκορώνα της Πύλου και μην την αφήσεις να πέσει ποτέ από το κεφάλι μου, παρά μαζί μου στον τάφο να την πάρω. Και ‘συ, Αφροδίτη, αφέντρα κάθε τι ωραίου στον κόσμο, στάξε μέλι στο πρώτο μου φιλί με τον Αλάστωρα και φαρμάκι σε όποιον προσπαθήσει να μας χωρίσει. Αν δεν έλειψαν ποτέ απ’ τους ναούς σας οι προσφορές μου, πλούσιες όσο κανενός άλλου, δεχτείτε καλόβολα την ικεσία μου και μην καταδεχτείτε να μου δώσετε τίποτα λιγότερο απ’ όσα ζήτησα. (Μικρή σιωπή) Δεν ξέρω γιατί φοβάμαι τόσο. Είμαι ανόητη. Είμαι δειλή. Τα μάτια μου κοιτούν το γλέντι του γάμου μου. Κι όμως. Σχεδόν δεν πιστεύω ότι σύντομα θ’ αντικρίσουν τα τείχη της Πύλου. Σαν… (Κοιτάζει τον Κλύμενο) Είναι ένα σίδερο ασήκωτο πάνω στο στήθος μου… Πρέπει να βρω τη δύναμη να το αποτινάξω... Τι πρέπει να κάνω;… Τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος για ν’ ανταμώσει την ευτυχία; (Μικρή σιωπή. Πλησιάζει τον Κλύμενο. Χαμογελά) Διασκεδάζεις, πατέρα; Όλα έγιναν όπως διέταξες. Οι φιλοξενούμενοί σου είναι εντυπωσιασμένοι απ’ τη γιορτή. Είσαι ευχαριστημένος; (Ο Κλύμενος γυρίζει αργά προς το μέρος της. Την κοιτάζει χωρίς να μιλήσει) Λέω πως… μια τέτοια γιορτή, μόνο ο δοξασμένος σε ολόκληρη την οικουμένη βασιλιάς Κλύμενος θα μπορούσε να διοργανώσει. Σήμερα έδειξες πόσο αγαπάς την κόρη σου. Έδειξες πόσο πολύ επιθυμείς την ευτυχία της. Και τι θα ήμουν στ’ αλήθεια αν δεν είχα πατέρα τον τιμημένο Κλύμενο; Ένα σκουπίδι είναι ο άνθρωπος δίχως την εξουσία, ή δίχως την προστασία της. Εμένα οι θεοί με έφεραν στον κόσμο κάτω από την ισχυρή προστασία σου. Μα πάλι λέω ένα σκουπίδι είμαι μπροστά σου. Δεν αξίζω το χτύπημά σου κι απολαμβάνω το χάδι σου. Δεν αξίζω το έλεός σου κι απολαμβάνω την αγάπη σου. Σε παρακαλώ, αξίωσε να μου μιλήσεις. Διώξε από την καρδιά μου το βάρος της αγωνίας. Δυο σου λέξεις μπορούν να με σκοτώσουν ή να με ανεβάσουν στην κορυφή του Ολύμπου. Πες τις δυο ομορφότερες για τα αφτιά μου λέξεις… Να, γονατίζω και σε προσκυνώ, όπως το έκανα πάντα ως τα σήμερα. Άφησέ με να φύγω! Δείξου μεγαλόψυχος! Άφησέ με να φύγω! (Μικρή σιωπή) 
Κλύμενος: Είναι πολύ αργά, κόρη μου.
Αρπαλύκη: Γιατί το λες; (Μικρή σιωπή) Τι θέλεις να πεις;
Κλύμενος: Το σώμα σου κρύβει ένα μυστικό. Δε θα το αποκαλύψει σε κανέναν, έξω από κείνον που αγαπάς.
Αρπαλύκη: Δε σε καταλαβαίνω, πατέρα.
Κλύμενος: Το σώμα σου έχει φωνή. Εσύ θα σιωπάς κι εκείνο θα μιλάει.
Αρπαλύκη: Θα λέει τι;
Κλύμενος: (Έπειτα από ελαφρύ μειδίαμα) Πως δεν είσαι πια κόρη.
Αρπαλύκη: (Με έκπληξη) Θεοί!
Κλύμενος: Αν δε σε κρατήσω εγώ, θα σε στείλει πίσω ο αγαπημένος σου.       
Αρπαλύκη: Ω βρομερή βάγια! Ψέματα όσα μου έλεγες. Κι εγώ, ενάντια σε κάθε λογική… (Ξανά στον Κλύμενο) Γιατί μου το ‘κανες αυτό αφού φέρνει τέτοια συμφορά;
Κλύμενος: (Με το ίδιο ελαφρύ μειδίαμα πριν μιλήσει) Γιατί το δέχτηκες;
Αρπαλύκη: Δεν ήξερα… Δεν ήξερα ότι ήταν κακό… Είχα εμπιστοσύνη στον πατέρα μου.
Κλύμενος: Δεν έκανες καλά, κόρη μου.
Αρπαλύκη: Αλίμονό μου! Να ποιο ήταν το βάρος που πλάκωνε το στήθος μου. (Σιωπή) Ας είναι κι έτσι! Άφησέ με να φύγω! Θα σου τα συχωρήσω όλα αν με αφήσεις να φύγω. Άφησέ με να φύγω!
Κλύμενος: (Έπειτα από σιωπή) Παραδόθηκα στη λαγνεία.
Αρπαλύκη: Τώρα πήγαινε κρεμάσου! Σώσε τον εαυτό σου από τις Ερινύες, σώσε και μένα!
Κλύμενος: (Χαμογελά) Είναι αργά για να μετανιώσω, κόρη μου. (Ανέλπιστα) Εντάξει, σου υπόσχομαι ότι θα σε αφήσω να φύγεις. Μη μου ζητάς τίποτα περισσότερο.
Αρπαλύκη: (Μετά από μικρό διάστημα μεγάλης αμηχανίας) Μου φτάνει αυτό. (Σηκώνεται και απομακρύνεται. Αρχίζει ετοιμασίες ταξιδιού. Στολίζεται.)
Κλύμενος: (Ενώ παρακολουθεί την Αρπαλύκη) Η ψυχή μου είναι άρρωστη. (Έπειτα από λίγο οι φωνές, τα γέλια και οι μουσικές σταματούν. Η Αρπαλύκη φεύγει φορώντας ταξιδιωτικά ρούχα. Στη σκηνή μένει ο Κλύμενος καθισμένος στο τραπέζι του. Σηκώνεται αργά. Περπατάει λίγο κι ακουμπάει την πλάτη του σε έναν τοίχο) Γύρνα πίσω!... Γύρνα πίσω!... Γύρνα πίσω!... (Φεύγει με αργά βήματα, παραπατώντας)
    
4η σκηνή (Η επιστροφή της Αρπαλύκης)

(Μπαίνει στη σκηνή ο Κλύμενος κρατώντας στην αγκαλιά του την Αρπαλύκη. Είναι καταπονημένος από τον δρόμο, αλλά ικανοποιημένος. Η Αρπαλύκη είναι ήρεμη, χωρίς καμία αντίσταση. Φοράει τα ρούχα με τα οποία έφυγε για την Πύλο. Ο Κλύμενος προχωρά μέχρι το κέντρο της σκηνής. Τη φυλάει στο στόμα)
Κλύμενος: Ακούστε αρχόντοι και λαέ του βασιλείου μου. Η γυναίκα που κρατώ στην αγκαλιά μου, (Κοιτάζει για λίγο την Αρπαλύκη και σηκώνει ξανά το κεφάλι) είναι γυναίκα μου και βασίλισσά σας. Κατάγεται από λαμπρή γενιά. Είναι βασιλοκόρη κι ο πατέρας της γιος βασιλιά, κι ο πατέρας τού πατέρα της βασιλιάς επίσης. Έγινε δική μου με τη θέλησή μου και τη θέλησή της. Τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό. Καμιά δύναμη δεν είναι ικανή να μας χωρίσει, έξω απ’ τον θάνατο, κι αυτός πάλι όχι. Γιατί ορκίζομαι μπροστά σας να μπήξω το σπαθί πέρα για πέρα στα σωθικά μου αν μου την κλέψει ο Χάρος, ώστε αμέσως να την ξαναβρώ στον κάτω κόσμο. Το ίδιο ορκίστηκε και η βασίλισσα πριν από λίγο σε μένα και με την ομολογία μου γίνεστε μάρτυρες του όρκου της. (Μικρή σιωπή) Διατάζω τριήμερες εορταστικές εκδηλώσεις για την υποδοχή της νέας βασίλισσας. Την έφερα από πολύ μακριά για να αντικαταστήσει την παλιά βασίλισσα, που όπως ξέρετε έχασε τα λογικά της και με δική της πράξη θλιβερή έδωσε αναπάντεχο τέλος στη ζωή της. (Μικρή σιωπή) Η νέα μας βασίλισσα είναι κουρασμένη απ’ το μακρύ ταξίδι. Σε λίγο θα περάσει για πρώτη φορά στη ζωή της την είσοδο του παλατιού και θα αποσυρθεί στη βασιλική της κάμαρη για να ξεκουραστεί. Το βράδυ, όμως, θα δώσει το παρόν στη γιορτή. Πρώτα σε γεύμα με τους αρχόντους, για να τους γνωρίσει και να τη γνωρίσουν κι αυτοί. Ύστερα θα περπατήσει στην πόλη, για να γνωρίσουν οι υπήκοοί της τη βασίλισσά τους και η βασίλισσα τους υπηκόους της. Όταν τη γνωρίσετε θα καταλάβετε πόσο καλή βασίλισσα είναι και θα δοξάζετε τους θεούς που την έστειλαν στο βασίλειό μας. Γιατί τίποτα δε γίνεται δίχως τη θέληση των θεών. Κι ένα πετραδάκι ακόμη, για να σηκωθεί απ’ το χώμα, πρέπει να το θελήσουν οι θεοί. (Μικρή σιωπή) Δεν έχω να σας πω άλλα λόγια. Σας εύχομαι καλή διασκέδαση. (Χαμηλώνει αργά το κεφάλι προς την Αρπαλύκη. Στην Αρπαλύκη) Σ’ αγαπώ. (Την αφήνει από τα χέρια του όρθια. Η Αρπαλύκη κάνει μερικά βήματα προς την έξοδο της σκηνής. Σταματάει με την πλάτη μισογυρισμένη)
Αρπαλύκη: Πώς να πάω στης μάνας μου την κάμαρη; (Μεγάλη σιωπή) Θα ήθελα να ήμουν πουλί.
Κλύμενος: (Μετά από μικρή σιωπή) Τι πουλί;
Αρπαλύκη: Πουλί.
Κλύμενος: Πώς σου ήρθε αυτό;
Αρπαλύκη: Το ξημέρωμα είδα ένα σμήνος πουλιών. Σηκώθηκε από κάτι δέντρα και πέταξε μακριά.
Κλύμενος: Κουταμάρες. (Σιωπή. Η Αρπαλύκη φεύγει αργά από τη σκηνή. Κάνει δυο τρία βήματα μπροστά απευθυνόμενος στο κοινό. Μικρή σιωπή) Όταν έμεινα μόνος, κατάλαβα πως δεν ήταν γραμμένο από τη μοίρα να ζήσω χωρίς την Αρπαλύκη. Κάθισα ήρεμος μέχρι να ξεμεθύσω. Δεν μπορούσαν να πάνε μακριά. Οι άμαξές τους ήταν φορτωμένες χρυσάφι κι ασήμι και άλλα πολλά χαρίσματα μεγάλα σε όγκο και βαριά. Το άλογό μου και τα άλογα των λίγων, επίλεκτων πολεμιστών μου, εύκολα θα τους προλάβαιναν. (Μικρή σιωπή) Έτσι και έγινε. (Μικρή σιωπή, όπου ψάχνει τις λέξεις για να συνεχίσει) Μόλις είδα από μακριά το σύννεφο της σκόνης που σήκωναν οι άμαξές τους ένιωσα ανακούφιση. Να ξέρετε πως δεν πήγα για να τη φέρω πίσω. Πήγα για να σκοτωθώ. Γιατί όρκο έπαιρνα πως βλέποντας αυτοί εμάς να θέλουμε να κλέψουμε την Αρπαλύκη, θα αντιστέκονταν και πολλοί καθώς θα ήταν, θα αφάνιζαν εμάς τους λίγους. Τη σκοτεινιά της τρέλας μου φώτιζε αυτή η σιγουριά. (Σιωπή) Δεν ξέρω γιατί ήρθαν έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα. (Μικρή σιωπή) Δεν αντέδρασε κανένας τους. Μας κοιτούσαν ακίνητοι κι αμίλητοι, σα να μην πίστευαν ό,τι έβλεπαν. Κι αλήθεια φαίνεται πως δεν το πίστευαν. Κάποιος θεός κούνησε το τυφλοπάνι του μπροστά στα απορημένα μάτια τους. Βλέποντας το σάστισμά τους εγώ, πλησίασα την άμαξα της Αρπαλύκης. Πέρασα τ’ αριστερό μου χέρι γύρω από τη μέση της. Την τράβηξα και την κάθισα στ’ άλογό μου, συνεχίζοντας να την κρατώ σφιχτά απ’ τη μέση. (Μικρή σιωπή) Δεν αντιστάθηκε. Δεν προσπάθησε να ξεφύγει. (Μικρή σιωπή) Γιατί δεν αντιστάθηκε; (Μικρή σιωπή) Υποτάχτηκε στη μοίρα της, σαν σε κάτι τόσο βέβαιο όσο το καθημερινό ψήλωμα και χαμήλωμα του ήλιου. (Μικρή σιωπή) Τρέξαμε μακριά. Στην αρχή δε σκεφτόμουν τίποτα. Ύστερα είπα μέσα μου: ‘‘Το δίχως άλλο ήτανε θέλημα θεϊκό ό,τι έγινε’’. Κι αμέσως ακολούθησε η επιθυμία να πάω ενάντια στο θέλημα του αθάνατου προστάτη μου. Να τρέξω πίσω και να σφάξω τον Αλάστωρα. Να μου επιτεθούν οι δικοί του. Να πολεμήσω μέχρι τα μούτρα μου να φάνε χώμα. Δεν ξέρω αν ήταν επιθυμία ή τρέλα. (Μικρή σιωπή) Στο μεταξύ το κορμί της Αρπαλύκης είχε ζεστάνει το κορμί μου. Το χνώτο της έκαιγε τ’ αριστερό μου μάγουλο. Η ζωή μού ήταν και πάλι επιθυμητή. Υπερβολικά επιθυμητή. Φτάσαμε στην πόλη. (Μικρή σιωπή. Στρέφει αργά την πλάτη στο κοινό και φεύγει. Ακολουθεί σιωπή)

  5η σκηνή (Το δείπνο)

(Μπαίνει η Αρπαλύκη ευδιάθετη, προχωρώντας με γρήγορο βηματισμό)
Αρπαλύκη: Όλα τα έπραξα όπως έπρεπε. Σηκώθηκα νωρίς. Δεν είχε χαράξει καλά καλά. Πλύθηκα, ντύθηκα, στολίστηκα και σαν καλή βασίλισσα έτρεξα στην κουζίνα να ετοιμάσω το γεύμα του βασιλιά. Έδιωξα όλους τους δούλους και τις δούλες. Έμεινα εγώ κι η βάγια μου. Οι δυο μας. Το κρέας ήταν έτοιμο για μαγείρεμα αποβραδίς. Το είχαμε κόψει σε μικρά κομματάκια, πετώντας ό,τι δε χρειαζόταν. Η βάγια ετοίμασε τη φωτιά. Εγώ έβαλα το κρέας πάνω. Το μύρωσα με πολλά αρώματα. Το άλειψα με πολλά αλείμματα. Τρυφερό ήταν. Δεν άργησε να ψηθεί. Η βάγια στο μεταξύ έφτιαξε τα υπόλοιπα. Ένα βασιλικό γεύμα δε γίνεται να έχει μόνο κρέας. Πρέπει και άλλα πράγματα να βάλεις στο τραπέζι. Να το γεμίσεις. Να το ξεχειλίσεις. Έβλεπα τα χέρια της γριάς να τρέχουν σβέλτα από δουλειά σε δουλειά. Εγώ προτιμούσα κάθε τι να το κάνω αργά. Αργά και σωστά. Υπάρχει μια σειρά που οφείλεις να την ακολουθείς όταν μαγειρεύεις. Νευρίαζα σαν έβλεπα τη βάγια να παραλείπει έστω το πιο ασήμαντο. ‘‘Τι βιάζεσαι, μωρή παλιόγρια;’’ της έλεγα, ‘‘Βλέπεις εμένα να βιάζομαι;’’ (Μικρή σιωπή) Όταν ετοιμάστηκαν όλα την έδιωξα. Έμεινα μόνη στην κουζίνα. Πλησίασα το ροδοψημένο κρέας. Άπλωσα το χέρι και πήρα ένα κομμάτι. Το έφαγα. Πιο νόστιμο φαγητό δεν είχα βάλει ποτέ πριν στο στόμα μου. Ίσως να μου φάνηκε τόσο νόστιμο επειδή το ετοίμασα η ίδια. Πήρα και δεύτερο κομμάτι. Ήθελα και τρίτο, μα κράτησα την όρεξή μου για αργότερα. Περίμενα να περάσει η ώρα. Και η ώρα πέρασε. Ο βασιλιάς κάθισε στο τραπέζι πεινασμένος. Διάλεξα τα καλύτερα κομμάτια κρέας για το πιάτο του. Γέμισα την κούπα του κρασί. Έφαγε και ήπιε χωρίς να μιλά. Μόλις τελείωσε τον ρώτησα: ‘‘Βασιλιά μου, σου άρεσε το γεύμα;’’ Απάντησε: ‘‘Δεν υπάρχει γεύμα που να μη μου αρέσει αν το μοιράζομαι στο ίδιο τραπέζι με τη βασίλισσα Αρπαλύκη’’. Του είπα τότε εγώ: ‘‘Χαίρομαι που το ακούω, βασιλιά μου. Μα τι θα έλεγες αν μάθαινες πως το σημερινό σου γεύμα το μαγείρεψα εγώ;’’ Απάντησε: ‘‘Ακόμη και για έναν βασιλιά, είναι μεγάλη τιμή να του ετοιμάζει το γεύμα μια βασίλισσα’’. Του είπα πάλι εγώ: ‘‘Και τι θα έλεγες αν μάθαινες πως μόλις έφαγες τον μικρότερο γιο σου, σφαγμένο, λιανισμένο και ψημένο απ’ τα χέρια μου;’’ Βουβός έμεινε. Δε με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια όπως πίστευα. Δε με ρώτησε, όπως πίστευα, ‘‘Τι είπες;’’ Απλά με κοίταξε. Ξαφνικά ξέρασε μέσα στο πιάτο του. Ξεχώρισαν μερικά κομμάτια κρέας που κολυμπούσαν στο κρασί. Τα γένια του, το βασιλικό του ένδυμα, ήταν πασαλειμμένα με άλλα κομμάτια. Σήκωσε πάλι το βλέμμα και με κοίταξε στα μάτια. Τότε ακόμη και εγώ, η Αρπαλύκη, ένιωσα φρίκη, γιατί κατάλαβα πως, βαθιά μέσα του, ο πόθος δεν είχε σβήσει. (Φεύγει. Μικρή σιωπή. Ακούγεται δυνατή κραυγή πόνου της Αρπαλύκης. Ένα πουλί πετάγεται από κει που η Αρπαλύκη έφυγε)   

Επίλογος

(Μπαίνει η Τροφός. Προχωράει με κουρασμένα βήματα. Σταματάει στο κέντρο της σκηνής)
Τροφός: Αυτά συνέβησαν σ’ αυτό το σπίτι. Εγώ… έκανα αυτά που μου είπαν και είδα αυτά που έκαναν. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Τώρα είμαι λεύτερη. Μια λεύτερη γριά σκλάβα. Μια λεύτερη γριά σκλάβα που πρέπει να ψάξει για άλλον αφέντη. (Μικρή σιωπή. Κοιτάζοντας με ζωηράδα το κοινό) Θα έπρεπε να του πω ότι η Αρπαλύκη δεν ήταν κόρη του; Για ποιο λόγο; Η αφέντρα που το ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα γιατί δεν το είπε; (Κάνει να φύγει. Σταματάει για λίγο. Κοιτάζει πάλι το κοινό) Ποιοι να ‘ταν οι γονείς μου; Τι να ‘ταν; Βασιλιάδες για δούλοι κι αυτοί; (Γυρίζει και φεύγει με το ίδιο κουρασμένο βήμα) 


                                                                                                                             2009