Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Ο μαλάκας του Θεού








Ένα, oh dio, τρία, κι αρχίζει η ιστορία!

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας μικρός μέρμηγκας που τον έλεγαν Σάββα. Φαινομενικά δε διέφερε σε τίποτα απ’ τα άλλα μυρμήγκια. Ξυπνούσε πολύ νωρίς το πρωί, έμπαινε στη γραμμή που σχημάτιζαν οι σύντροφοί του και υπό τις αυστηρές εντολές του αρχηγού αναζητούσε όλη τη μέρα τροφή. Όταν έβρισκε κάποιο σπυρί, το φορτωνόταν στις γερές δαγκάνες του και το κουβαλούσε ιδρώνοντας κι αγκομαχώντας στη μυρμηγκοφωλιά. Κάπου-κάπου έκανε και καμιά ζαβολίτσα. Περισσότερο για να ελαφρύνει το φορτίο, παρά από λαιμαργία, έμπηγε μια γερή δαγκωνιά στον σπόρο, έκοβε ένα κομμάτι και το μασουλούσε αργά, προσέχοντας να μην τον δουν τα άλλα μυρμήγκια, μιας και το άρθρο 527, παράγραφος IIV, υποπερίπτωση κβ’, του ποινικού μυρμηγκοκώδικα, απαγόρευε ρητά τη μερική ή ολική κατανάλωση των μεταφερόμενων τροφίμων, ενώ το άρθρο 1, παράγραφος Ι, υποπερίπτωση α’, ρητά ανέφερε πως… «παν μέρμηγκας διαπιστώσει ή υποπτευθεί πως άλλος μέρμηγκας διαπράττει οποιοδήποτε αδίκημα του ποινικού μυρμηγκοκώδικα, οφείλει πάραυτα να τον καταδώσει στον αρχηγό της διμοιρίας του».

Η διαφορά του Σάββα από τα άλλα μυρμήγκια είχε να κάνει με τις φιλοδοξίες του. Ως πότε θα έμενε ένας απλός χαμάλης; Όλη η ζωή του θα ήταν κουβάλημα και υπακοή στους ανωτέρους; Και σαν τι παραπάνω είχαν αυτοί οι δήθεν… «ανώτεροι» από αυτόν, τον μέρμηγκα Σάββα; Έναν μέρμηγκα με όνομα! Διόλου τυχαίο. Α, αυτός ήταν προορισμένος από τη μοίρα για μεγάλα πράγματα! Μια μέρα θα γινόταν μυρμηγκάρχης κι όλα τα μυρμήγκια θα υπάκουαν στις εντολές του. Το μόνο που του διέφευγε προσώρας ήταν το πώς θα πραγματοποιούσε το σχέδιό του.

Σκεφτόταν, σκεφτόταν διαρκώς. Καμιά φορά, εκεί που προχωρούσε στη γραμμή, σταματούσε απορροφημένος απ’ τις σκέψεις του. Κι έπρεπε να φάει μια γερή κατραπακιά απ’ τον μέρμηγκα που προχωρούσε πίσω του για να συνέλθει. Τα βράδια, την ώρα που οι σύντροφοί του κλείνονταν στη μυρμηγκοφωλιά και κοιμούνταν, αυτός το έσκαγε, ανέβαινε κρυφά σ’ ένα δέντρο κι από ‘κει ψηλά αγνάντευε τριγύρω. Του είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι το… «μεγάλο κόλπο» που αναζητούσε για την εκπλήρωση του ονείρου του, τον περίμενε κάπου εκεί κοντά, σαν ένα πεσμένο ψίχουλο απ’ αυτά που μάζευε για τις αποθήκες της μυρμηγκοφωλιάς.

Ώσπου ένα βράδυ… Ένα βράδυ η νύχτα έγινε εντελώς ανεξήγητα μέρα. Τυφλώθηκε απ’ το δυνατό, απότομο φως. Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια, είδε τα μυρμήγκια, κάτω στο χώμα, να μπαίνουν βιαστικά στη σειρά, αναστατωμένα από το απρόσμενα γρήγορο ξημέρωμα. Κοίταξε μισανοίγοντας τα μάτια εκεί απ’ όπου ερχόταν ο εκτυφλωτικός φωτισμός. Και είδε! Είδε το «μεγάλο κόλπο» ολοζώντανο μπροστά του. Μεγάλο. Πολύ μεγάλο! Και βαρύ. Πολύ βαρύ! «Τι τεράστιος μεζές!» αναφώνησε σαστισμένος.

Αν ένας μέρμηγκας μπορούσε να εξασφαλίσει το φαγητό όλης της μυρμηγκοφωλιάς για τα επόμενα… (Ο Σάββας έκανε μερικούς γρήγορους υπολογισμούς, σαν αυτούς που έβλεπε να κάνουν οι αποθηκάριοι στη μυρμηγκοφωλιά, μετρώντας την ποσότητα των εισερχόμενων τροφίμων). Για τα επόμενα… Τα επόμενα 586 χρόνια και τρεις μήνες περίπου (απόκλιση ± 3 ημερών), χωρίς μάλιστα ψαξίματα και κουβαλήματα, δε θα δικαιούταν να εκλεγεί μυρμηγκάρχης; Και με το παραπάνω! Δε θα δικαιούταν να λατρεύεται σα θεός; Ασφαλώς!

Ο δυνατός προβολέας που ακολουθούσε σε κάθε της επιδέξια κίνηση μια μικρή και ευλύγιστη ελεφαντίνα, φώτισε το μυαλό του Σάββα μέχρι την πιο σκοτεινή γωνίτσα του. Κι απ’ αυτή τη σκοτεινή γωνίτσα γεννήθηκε το όραμα που κυοφορούσε εδώ και πολύ καιρό η φιλοδοξία του. Είδε με τα μάτια της φαντασίας τη μικρή ελεφαντίνα σκοτωμένη, τεμαχισμένη και παστωμένη. Είδε τα μυρμήγκια-σκλάβους του να φτιάχνουν τεράστιες μυρμηγκοφωλιές για να χωρέσουν τις απίστευτες ποσότητες τροφής. Είδε τον αήττητο μυρμηγκοστρατό του, χάρη στην άφθονη και πλούσια σε πρωτεΐνες διατροφή που θα του παρείχε, να κυριεύει όλες τις μυρμηγκοφωλιές του ως τότε γνωστού μυρμηγκοκόσμου. Κι όταν βγήκε απ’ το όραμα, ήξερε πως μονάχα μια ερώτηση έμενε αναπάντητη: «Με ποιο τρόπο θα έστελνε την τρυφερή ψυχούλα της μικρής ελεφαντίνας στον ουρανό και το τρυφερό κρεατάκι της στις υπόγειες αποθήκες του;»

Το αφηρημένο βλέμμα του Σάββα στάθηκε σ’ έναν θαλασσί φιόγκο που φορούσε η ελεφαντίνα στο κεφάλι της, περασμένο και δεμένο στον λαιμό της. «Σε τι να χρησιμεύει αυτός ο φιόγκος;» σκέφτηκε. Και ξαφνικά, στην έξαψη της στιγμής, στην ενατένιση του απέραντου μεγαλείου που τον περίμενε, μόνο αυτόν, έσφιξε τις γροθιές του με όλη τη δύναμη του γυμνασμένου από τον καθημερινό μόχθο, νεανικού κορμιού του και φώναξε θέλοντας η φωνή του ν’ ακουστεί μέχρι τ’ αστέρια: «Θα σε πνίξω!» Κι έπειτα, πιο σιγά, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του: «Εγώ, ο μέρμηγκας Σάββας» είπε, «θα σφίξω τον χαζοχαρούμενο φιόγκο γύρω απ’ τον λαιμό αυτού του τέρατος και δε θα τον αφήσω αν δε δω τα μάτια του να πετάγονται έξω απ’ τις κόγχες τους, τα πόδια του να λυγίζουν, και το σώμα του, αυτό το αχανές λουκούμι, να σωριάζεται στο χώμα!» 

Ένα όμορφο, λευκό περιστέρι, που πετούσε πάνω απ’ το δέντρο κείνη την ώρα, ξύπνιο κι αυτό εξαιτίας του προβολέα, άκουσε την κραυγή του Σάββα και παραξενεύτηκε. Προσγειώθηκε προσεχτικά δίπλα του, στο ίδιο κλαδί, τον κοίταξε πλαγιαστά με το ένα μάτι και μη διακρίνοντας τίποτα το αξιοπερίεργο, είπε μέσα του: «Σαν τι να έπαθε αυτό το σαχλοδαγκανομέρμηγκο και ουρλιάζει έτσι;»

«Τι έχεις, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, και φωνάζεις τόσο δυνατά;» ρώτησε.

Ο Σάββας εκνευρίστηκε σαν το είδε. Τα έβαλε με την τύχη του που σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, του έστειλε έναν τόσο ενοχλητικό μπελά για να τον αποσπάσει απ’ τις φλεγόμενες σκέψεις του. «Τι γυρεύει εδώ αυτό το βρομοκουτσουλοπερίστερο;» αναρωτήθηκε. Δεν είχε καμιά διάθεση ν’ αλλάξει κλαδί. Πώς, λοιπόν, θα το ξεφορτωνόταν;  Πώς… Μα ήταν στα καλά του; Η μοίρα τού έστελνε ένα τέτοιο τρανό σημάδι και έναν τόσο πολύτιμο βοηθό για το ηρωικό του τόλμημα κι αυτός θα σπαταλούσε σαν ανόητος τη μεγάλη ευκαιρία; Αν ξεκινούσε με τα πόδια, θα χρειαζόταν τέσσερις μέρες για να φτάσει στο πεδίο της μάχης κι ως τότε ο αντίπαλος θα μπορούσε να το είχε σκάσει και το σχέδιό του να είχε άδοξο τέλος. Κοίταξε το περιστέρι ερευνητικά.

«Ω, καλό μου περιστεράκι, αν ήξερες πόσο στενοχωρημένος είμαι, δε θα μ’ αδικούσες που έβαλα τις φωνές».
«Και ποια είναι η στενοχώρια σου, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού; Δεν τη λες και σε μένα; Αν δεν μπορέσω να σε βοηθήσω, τουλάχιστον θα ξαλαφρώσεις τον πόνο σου».
«Ω, καλό μου περιστεράκι, σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι για μένα, ένα μικρό, ταπεινό μυρμήγκι».
«Καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, μάθε από μένα ότι κανένα πλάσμα δεν είναι μικρό και ταπεινό στα μάτια του Θεού».
«Ω, καλό μου περιστεράκι, αφού είναι έτσι, άκουσε τον πόνο μου να με παρηγορήσεις. Γιατί δεν πιστεύω ότι μπορεί να βρεθεί κάποιος φίλος που να θελήσει να με βοηθήσει κάνοντας μια τόσο μεγάλη θυσία για μένα, τον μικρό και ταπεινό».
«Πες μου, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού και πού ξέρεις; Ο Θεός είναι μεγάλος».
«Ω, καλό μου περιστεράκι, να με λίγα λόγια τι μου συμβαίνει: Βλέπεις εκεί μακριά, κάτω από κείνον τον πολύ χαμηλό ήλιο, το όμορφο και τρισχαριτωμένο πλασματάκι με το θαλασσί φιογκάκι;»
«Και βέβαια το βλέπω, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού. Είναι η Τίνα. Η Τίνα η ελεφαντίνα».
 «Α, έτσι… Δηλαδή… Ω, καλό μου περιστεράκι, ναι, ξέρω ότι είναι η Τίνα η ελεφαντίνα. Κι ο πόνος μου, αφού θέλεις να μάθεις, είναι μεγάλος επειδή δεν μπορώ να πάω κοντά της και να παίξω μαζί της αυτά τα εξαίσια παιχνίδια που τη βλέπω από μακριά να παίζει».

Το περιστέρι τότε σκέφτηκε πως μπορούσε να γελάσει με τον Σάββα.

«Καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, αυτό είναι όλο κι όλο το πρόβλημά σου;» είπε γελώντας καλόκαρδα.
«Ω, καλό μου περιστεράκι, το ήξερα πως δε θα ένιωθες τον πόνο μου. Μα δεν κρατώ κακία σε κανέναν εγώ…»
«Καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, δε γελώ επειδή δε νιώθω τον πόνο σου. Γελώ επειδή μπορώ να σε βοηθήσω και να σε κάνω ευτυχισμένο».
«Ω, καλό μου περιστεράκι, το λες στ’ αλήθεια;»
«Καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, φυσικά και το λέω στ’ αλήθεια. Ανέβα επάνω μου κι εγώ σ’ ένα μόλις λεπτό θα σ’ έχω πάει στην αγαπημένη σου ελεφαντίνα για να παίξετε μέχρι να κουραστείτε απ’ το πολύ παιχνίδι».
«Ω, καλό μου περιστεράκι, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ απ’ τα βάθη της άδολης, μικρής και ταπεινής μυρμηγκοκαρδούλας μου».

Πράγματι, μετά από ένα λεπτό, το περιστέρι τακτοποιούσε τα φτερά του καθισμένο σ’ ένα άλλο κλαδί, αυτή τη φορά πολύ κοντά στην Τίνα την ελεφαντίνα, σχεδόν από πάνω της. Τριγύρω, σε βαθμιδωτά καθίσματα, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με τα παιδιά τους. Ένας άλλος άνθρωπος, με ψηλό καπέλο, ήταν δίπλα στην Τίνα και της έδινε εντολές. «Κάνε αυτό!» «Κάνε εκείνο!» «Κάνε το άλλο!» Οι άνθρωποι χειροκροτούσαν.

Ο Σάββας είχε κατεβεί απ’ το πόδι του περιστεριού και στεκόταν δίπλα του στο κλαδί, όχι με μεγάλη σταθερότητα. Απ’ τη στιγμή που είδε την Τίνα την ελεφαντίνα  τόσο κοντά του, τόσο πολύ κοντά του, ένας ανυπέρβλητος φόβος φώλιασε στην καρδιά του. Αυτό το πλάσμα δεν είχε αρχή και τέλος` το βάρος του θα ‘ταν δίχως άλλο μεγαλύτερο απ’ το βάρος όλων των μερμηγκιών του κόσμου` για να κάνει τον γύρο του λαιμού του θα χρειαζόταν τουλάχιστον μια ώρα, κι είχε βάλει στόχο ο απερίσκεπτος, σφίγγοντας τον φιόγκο, τον περασμένο σ’ αυτόν τον λαιμό που ήταν παχύτερος κι από κορμό αιωνόβιου δέντρου, να το πνίξει! Τι σκέψη!

«Τι έχεις, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού;» τον ρώτησε το περιστέρι που είδε με κρυφή χαρά την αλλαγή στα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
«Τιτιτίποτα…»
«Μα εσύ τρέμεις, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού!»
«Φοφοφοβάμαι λιγουλάκι. Σκεσκεσκέφτομαι μημημήπως θα ‘ταν κακαλύτερα να γυρίζαμε πίσω, ω, καλό μου περιστεράκι».
«Πίσω;» είπε με έκπληξη το περιστέρι, σφραγίζοντας παράλληλα με διακριτικό τρόπο τα ρουθούνια του, γιατί ο μέρμηγκας Σάββας τα είχε κάνει λιγουλάκι πάνω του. «Από τώρα, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού;» συνέχισε, «Δεν είπες ότι θέλεις να γίνεις φίλος της Τίνας και να παίξετε μαζί;»
«Ω, καλό μου περιστεράκι, αλήθεια, το είπα. Μα βλέπω πως είναι μάλλον επικίνδυνο».
«Επικίνδυνο; Άντε καλέ!»
«Αν κάνει καμιά άγαρμπη κίνηση, έτσι μικρούλης που είμαι, φοβάμαι μην…»
«Τι λες, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού; Άγαρμπη κίνηση η Τίνα η ελεφαντίνα; Ποτέ! Κοίταξέ την, σε παρακαλώ. Δες με τι χάρη χορεύει, πόσο ακριβή και μετρημένα είναι τα βηματάκια της, δες την πόσο ανάλαφρα στροβιλίζεται στους χορευτικούς ρυθμούς!»
«Ναι… Ναι… Δε λέω… Αλλά…»
«Δεν υπάρχει αλλά, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού. Δεν είσαι εσύ ένα κοινό μυρμήγκι να εκτελείς ολημερίς διαταγές. Εσύ είσαι γεννημένο για μεγάλα πράγματα. Είσαι φτιαγμένο για ν’ απολαύσεις τα ωραία της ζωής».
«Α, ναι… Είμαι...»
«Βλέπεις, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, που το παραδέχεσαι και ‘συ; Κάνε θάρρος και άσε τα υπόλοιπα σε μένα. Θα δεις που όλα θα πάνε καλά και σε λίγο θα παίζεις και θα γελάς με την Τίνα, τη γλυκιά ελεφαντίνα σου».

Τα λόγια του περιστεριού έκαναν τον Σάββα να αναθαρρήσει κάπως. Δεν ήταν αυτός ο Σάββας ο μέρμηγκας, ο εκλεκτός της μοίρας; Δεν είχε κατεβεί απ’ τον ουρανό ένας πρωτοφανέρωτος ήλιος μέσα στη νύχτα για να φωτίσει τον μεγάλο άθλο που ήταν προορισμένος να πετύχει; Δεν του είχε σταλεί -επίσης ουρανοκατέβατο δώρο- αυτό το χαζοπερίστερο για να του προσφέρει ολοπρόθυμο τις υπηρεσίες του, πιστεύοντας ο κουτεντές ότι ήθελε να παίξει με το θηρίο; Και να που έφτασε να του πει πως δεν είχε να κάνει άλλο απ’ το ν’ ακολουθήσει τις οδηγίες του για να φτάσει στον θρίαμβο. Α, τώρα το καταλάβαινε καλύτερα. Η μοίρα μιλούσε με το στόμα του περιστεριού. Η μοίρα!

«Ω, καλό μου περιστεράκι, πες μου, τι πρέπει να κάνω για να μπορέσω να παίξω με την Τίνα, την όμορφη ελεφαντίνα;»
«Θα πρέπει πρώτα, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, να σε δει και να σε γνωρίσει. Φώναξέ την. Πες της το όνομά σου.»
«Τι Τι Τίνα…» είπε με τρεμάμενη φωνή ο Σάββας, γιατί ο φόβος -μόλις ξανακοίταξε την ελεφαντίνα κι αναλογίστηκε τι έπρεπε να κάνει- είχε ανακτήσει πάλι τα προσωρινώς χαμένα του εδάφη. «Εί εί είμαι ο Σάββας…»
«Όχι έτσι, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού. Μιλάς πολύ σιγά. Δε σε ακούει. Να, πάρε αυτό το φυλλαράκι, κάντο χωνί, κράτα το με τα δυο μπροστινά σου πόδια στο στόμα και φώναξε όσο μπορείς πιο δυνατά».

Ο Σάββας ακολούθησε κατά γράμμα την εντολή του περιστεριού. Αισθάνθηκε έναν ίλιγγο να τον διαπερνά.

«Τι Τι Τίνααα… Εί εί είμαι ο Σάββααας…»
«Ωχ, καημένο μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, πάλι σιγανά μίλησες. Ούτε τώρα σε άκουσε».
«Ω, καλό μου περιστεράκι, τι πρέπει να κάνω;»
«Πρέπει, καλό μου μερμηγκάκι, μερμηγκάκι του Θεού, να ξαναφωνάξεις. Αλλά, αυτή τη φορά, για να σε προσέξει, σήκωσε και τα δυο μεσαία σου ποδαράκια και κούνα τα δεξιά κι αριστερά. Έτσι η κίνησή σου θα τραβήξει τη ματιά της και τότε σίγουρα θα σε δει».

Με τα δύο μπροστινά πόδια του να κρατούν το φυλλαράκι-χωνί, τα δύο μεσαία να πηγαίνουν ασταμάτητα δεξιά κι αριστερά και τα δύο πίσω να πατούν τρεμάμενα στο κλαδί, ο Σάββας δε χρειαζόταν και πολλά για να χάσει την ισορροπία του. Ένα φιλικό σπρωξιματάκι από το ράμφος του περιστεριού ήταν αρκετό.

«Τι Τι Τίναααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα…»
«Αντίο, χαζομέρμηγκο! Αντίο, μαλάκα του Θεού!» του φώναξε το περιστέρι ξελιγωμένο στα γέλια.

Όταν η φωνή του σβήστηκε στον αέρα, ο Σάββας είχε την εντύπωση πως είχαν σβήσει μαζί της όλοι οι ήχοι του κόσμου. Μια μυστηριώδη σιωπή ακολουθούσε την πτώση του. Έβλεπε το περιστέρι να γελάει από ψηλά. Έβλεπε το φυλλαράκι που του ξέφυγε απ’ τα χέρια πέφτοντας, να τον συνοδεύει, αν κι όλο απομακρυνόταν, γιατί ήταν πιο ελαφρύ απ’ αυτόν κι έπεφτε πιο αργά. Παρατήρησε ότι είχε διατηρήσει το σχήμα χωνιού που του είχε δώσει.

Το στόμα του είχε απομείνει ανοιχτό. Τα πόδια του κουνιούνταν ενστικτωδώς λες και προσπαθούσαν να κολυμπήσουν στον αέρα. Πέρασε καθαρά απ’ το μυαλό του η σκέψη πως αυτή η κάθοδος θα ήταν παντοτινή, χωρίς άνοδο. Πως ήταν το τέλος ενός δυσερμήνευτου ονείρου, της ζωής του, που την παρατηρούσε τώρα σαν θεατής, κουτρουβαλώντας μακριά της. Δε φοβόταν πια.

Ο δυνατός πόνος της πτώσης στο έδαφος τον έκανε να βογκήξει σπαραχτικά. Το κεφάλι του άνοιξε στα δύο. Αλλά αυτό που τον τυραννούσε περισσότερο ήταν το δυνατό φως του προβολέα που τον έλουζε αλύπητα, όντας πεσμένος στο κέντρο της εστίασής του.

«Θεέ μου, ας έδυε αυτός ο ήλιος…» ψέλλισε. «Δεν τον αντέχω. Με τυφλώνει… Τσουρουφλίζει τα σπασμένα ποδαράκια μου και τις στραβωμένες κεραίες μου… Ω, τι ζέστη, Θεέ μου… Τι ζέστη…»

Ξαφνικά, για μεγάλη του ανακούφιση, ένας παχύς ίσκιος κάλυψε το σαραβαλιασμένο κορμάκι του. Ένα τεράστιο βουνό είχε ορθωθεί απ’ το πουθενά και τον είχε σκεπάσει. Το κουρασμένο μυαλό του έκανε αμέσως τη σύνδεση. Αυτός ο νυχτιάτικος ήλιος φώτιζε πάντα τα πόδια της Τίνας της ελεφαντίνας. Τα ακολουθούσε σε κάθε τους βηματισμό. Ήταν, λοιπόν, κάποιο απ’ τα πόδια της Τίνας που τον σκέπαζε προστατευτικά.

«Αχ, Τίνα μου, ελεφαντίνα μου… Τίνα μου, τι καλή που είσαι, Τίνα μου, ελεφαντίνα μου… Τι ωραία δροσιά, τι όμορφη δροσιά, Τίνα μου, ελεφαντίνα μου… Τι καλή που είσαι, Τίνα μου, ελεφαντίνα μου…»

Τα μάτια του έκλεισαν. Το σώμα του αφέθηκε σαν το σώμα του μωρού στην αγκαλιά της μάνας όταν το παίρνει ο ύπνος. Η σκέψη του ταξίδεψε μακριά. Σ’ ένα ζεστό αυγουστιάτικο απόγευμα, τότε που είχε ανακαλύψει στα σκουπίδια μια ολόκληρη κατακόκκινη καρπουζόφλουδα, ζουμερή και δροσερή, και χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν είχε βουτήξει μέσα της, απολαμβάνοντας τη γλύκα και τη δροσιά της.

«Τι γλύκα!... Τι δροσιά!... Τι γλύκα!... Τι δροσιά!...»

Αλλά, να! Ήταν και η Τίνα η ελεφαντίνα πάνω στην καρπουζόφλουδα. Χόρευε ρουφώντας με την προβοσκίδα της τον χυμό της φλούδας. Πότε-πότε, για να παίξει μαζί του, τον έλουζε φυσώντας τον χυμό προς το μέρος του κι αυτός την ευχαριστούσε ευτυχισμένος.

«Σ’ ευχαριστώ, καλή μου Τίνα… Καλή μου Τίνα ελεφαντίνα…»

Κι ήταν και το περιστέρι πάνω στην καρπουζόφλουδα. Καθόταν στην μια της άκρη τσιμπολογώντας με το ράμφος του.

«Γεια σου, μερμηγκάκι του Θεού! Γεια σου, ελεφαντάκι του Θεού!» 

Κι ω, θαύμα απίστευτο! Η καρπουζόφλουδά τους πετούσε ψηλά στον ουρανό, ταξίδευε πάνω από πολιτείες, δάση, βουνά και θάλασσες. Τρυπούσε τα σύννεφα, έφτανε τ’ αστέρια, έφερνε βόλτες γύρω απ’ το φεγγάρι. Κι αυτοί δάγκωναν, ρουφούσαν και τσιμπούσαν τον υπέροχο, γλυκό καρπό!

«Τι γλυκός… Τι ζουμερός…»

 Όταν ο νυχτερινός ήλιος έσβησε, ένας άνθρωπος του τσίρκου οδήγησε την Τίνα, τη μικρή ελεφαντίνα, στο σιδερένιο κλουβί της. Ήταν το σπίτι της απ’ όταν την πήραν από τους δικούς της και την έκαναν μέλος του θιάσου. “Γκρανγκ-γκρονγκ’’ ακούστηκε βαριά η αλυσίδα που πέρασε ο υπάλληλος στην πόρτα, κλειδώνοντας το κλουβί.


Στην αριστερή πατούσα τού μπροστινού ποδιού της Τίνας υπήρχε κολλημένο σε μορφή χαλκομανίας το άψυχο σώμα ενός μυρμηγκιού. Τον λαιμό της έσφιγγε ο θαλασσί φιόγκος. Είχαν ξεχάσει να της τον βγάλουν. Ένιωθε αποκαμωμένη. Δε σκεφτόταν κι ούτε ήθελε να σκεφτεί τίποτα. Το επόμενο βράδυ θα την έβγαζαν πάλι απ’ το κλουβί για να παίξει το νούμερό της. Έπειτα θα την κλείδωναν  ξανά στο κλουβί. Αγνοούσε την αιτία. Έγειρε στο πλάι, έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε.