Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού



Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού μέτραγε δύσκολα τον χρόνο. Απόμενε μόλις μια ώρα για την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας που θα με έπαιρνε μακριά. Αλλά, εγώ, γιατί να ζω αιώνες τώρα σε ένα σπίτι που το διάλεξε για κατοικία της αυτή η τεράστια αράχνη; 
Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού μέτραγε δύσκολα τον χρόνο.  Σε δυο ώρες το τρένο θα αναχωρούσε. Έζησα όλη μου τη ζωή σε κείνο το σπίτι, ζώντας τη φρίκη να βλέπω την τεράστια αράχνη να μεγαλώνει κι όλο να μεγαλώνει.  
Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού συνέχιζε να δείχνει την ώρα. Σε τρεις ώρες το τρένο θα αναχωρούσε κι όλα θα ήταν παρελθόν. Γιατί δεν τη σκότωσα, έστω φεύγοντας; Γιατί την άφηνα να μεγαλώνει κι όλο να μεγαλώνει, μεγαλώνοντας τον τρόμο μου; 
Ω, γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού, είμαι εδώ, κρατώ γερά τη βαλίτσα μου στο χέρι και σε έξι ώρες θα μπω στο τρένο που θα με πάρει μακριά. Γιατί δεν τη σκότωσα; Γιατί δεν κράτησα σφιχτά στα χέρια μου κείνη τη σουβλερή, σιδερένια βέργα που υπήρχε στο σπίτι, φαινομενικά χωρίς κανένα λόγο και αιτία; Γιατί δεν τη σούβλισα με όλη μου τη δύναμη, να πεταχτούν τα σιχαμερά υγρά της έξω από το σιχαμερό κορμί της κι όλα να τελειώσουν;  
Ω, γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού, ο χρόνος έστω και δύσκολα κυλάει στους σκονισμένους δείχτες σου, κι εγώ σε δώδεκα ώρες θα φύγω μακριά. Ο άνεμος θα λικνίζει τα μαλλιά μου καθώς θα στέκω στο παράθυρο του τρένου. Γιατί δεν τη σκότωσα; Τόσος καθημερινός τρόμος. Τόση καθημερινή φρίκη. Πάντα καθισμένη στο κέντρο της φωλιάς της, ακίνητη κι αμίλητη, κάθε μέρα μεγαλύτερη από την προηγούμενη.
Ω, γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού, θα περάσει το τρένο και θα με πάρει. Αύριο, τέτοια ώρα, θα περάσει και θα με πάρει μακριά. Έφυγα και την άφησα εκεί, στο κέντρο της φωλιάς της, να με περιμένει… 

Επαγγελματικός προσανατολισμός



Όταν μεγαλώσω θα γίνω νεκρός

Περί πληρωμένων ερώτων



Σταλάζω τρυφερότητα απ’ τα κορμιά των πληρωμένων κοριτσιών

Γονατίζω, τους βγάζω τις γόβες, φυλώ τα ποδαράκια τους και ζητώ συχώρεση για την ανώφελη ζωή μου

Νιώθω το αμαρτωλό χεράκι τους να χαϊδεύει τα μαλλιά μου αίροντας τις αμαρτίες μου

Κορίτσια εξομολογητές, με την αθώωση του ενόχου στα ζεστά τους χείλη και στην καταδεχτική αγκαλιά τους

Κορίτσια νοηματοδότες της αιματοβαμμένης αποτυχίας μου

Ψυχές του παγωμένου βορρά που επιστρέφοντας στο ψύχος μού άφησαν ενθύμιο μια τούφα απ’ τα μακριά, μαύρα μαλλιά τους για να την αγκαλιάζω τον χειμώνα και να με κρατά ζεστό

…Έχω έναν πανούργο τρόπο να αποσπώ τον κρυμμένο θησαυρό τους

Είμαι μαζί τους καλός, μεσαιωνικός ιππότης, αναγεννησιακός τροβαδούρος, ρομαντικός ποιητής…

Τις βλέπω να κοιτάζονται στον καθρέφτη για ώρα παρατηρώντας απορημένες τον άγνωστο θείο εαυτό τους

Το στήθος τους γίνεται καλοκαιρινός ουρανός με δυο εκτυφλωτικούς ήλιους

Τα χέρια τους μεταμορφώνονται σε φτερούγες και βιάζονται να κρύψουν μέσα εκεί το μικρό, αδέξιο κοτοπουλάκι τους

…Είμαι στ’ αλήθεια ραδιούργος αλλά η ζωή είναι σκληρή, δε σου χαρίζει τίποτα και ‘γω έχω ματώσει πολλές φορές τα νύχια μου σκάβοντας μάταια για να ξεθάψω μια στάλα αγάπης

Εύη, Μελίνα, Βαλεντίνα, Μπιάνκα, Ρενέ…

Γκαμπριελίτσα μου, δίμετρη καλλονή των ροζ αγγελιών, σε θυμάμαι σαν τώρα να αφήνεις το μισό δωράκι σου στο κομοδίνο για να έχω και τον επόμενο μήνα δώρο να σου δώσω

Σε σκέφτομαι και δακρύζω…