Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

DIMITRA



Μόνο φαινομενικά ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες. Και μόνο το αφεντικό και η Δήμητρα γνώριζαν τι θα συνέβαινε, ξέροντας παράλληλα ότι ήταν αργά για να ξεκουμπιστούν από κει μέσα. Κάθονταν κι οι δύο σιωπηλοί στο γραφείο του, αυτός πίνοντας τις τελευταίες γουλιές απ’ το ουίσκι του, αυτή καπνίζοντας τα αγαπημένα της πουράκια. Κάτω, στο μαγαζί, γινόταν το αδιαχώρητο, όπως κάθε Σάββατο. Η μουσική ξεκούφαινε τα αφτιά, τα κορίτσια στο μπαρ γέμιζαν τα ποτήρια των πελατών βάζοντάς τα στη σειρά, δέκα ή και περισσότερα με ένα γέμισμα. Τα κορίτσια στους στύλους πέταγαν τα ελάχιστα που φορούσαν στα μούτρα αυτών που τις κοίταζαν και που μια-μια τις διάλεγαν και εκείνες τούς πήγαιναν στα καμαρίνια τους, που δεν ήταν ακριβώς καμαρίνια, αλλά καμαρίνια-κρεβατοκάμαρες. Ήταν ιδέα της Δήμητρας να μπαίνει ο πελάτης όχι σε μια απλή κάμαρη μιας απλής πόρνης, αλλά στο καμαρίνι μιας αρτίστας.

Λίγο νωρίτερα είχε φύγει άπραγος απ’ το γραφείο τού αφεντικού ο μέχρι τότε συνεργάτης και «αδελφός» του, αυτός που τον προμήθευε τα ομορφότερα κορίτσια από τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία, τη Ρωσία και πού και πού και καμιά σχιστομάτα ή καμιά σοκολατένια κουβανέζα που είχαν μεγάλη πέραση. Ο Αρντάν, ο αρχιπορτιέρης, κάτι ψυλλιάστηκε από το βλέμμα του Ρώσου μάνατζερ καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό του για να φύγει και να μην ξαναγυρίσει ποτέ στο BAR DIMITRA.

Στις δύο και κάτι, ξημερώματα, ακούστηκαν μακρινές σειρήνες περιπολικών. Ο κόμπος που έσφιγγε τον λαιμό του αφεντικού σφίχτηκε περισσότερο και κόντεψε να τον πνίξει. Πρώτη φορά ακούγοντας σειρήνες περιπολικού τρόμαζε. Κοίταξε το άδειο ποτήρι στο χέρι του και το άδειο μπουκάλι δίπλα του. «Ένα… Ένα καινούργιο μπουκάλι… Θέλω ένα καινούργιο μπουκάλι…» είπε. Η Δήμητρα χαμογέλασε. «Δεν ξέρω, μωρό μου, αν θα προλάβουν να σου φέρουν» είπε. «Εγώ πάντως θα το ζητήσω». Σηκώθηκε αργά, αριστοκρατικά, όπως περπατούσε πάντα και γενικότερα πραγματοποιούσε την κάθε της κίνηση, σήκωσε το ακουστικό και κάλεσε το μπαρ. Ένας ξαφνικός θόρυβος όχλου κάλυψε τον ήχο της κλήσης.

Ο κόσμος, κάτω, προσπαθούσε να φύγει από το μαγαζί με οποιοδήποτε τρόπο, καθώς ο Αρντάν βρισκόταν κυλισμένος στην είσοδο μέσα στα αίματά του και οι τύποι που είχαν περάσει από πάνω του έσπαγαν ό,τι έβρισκαν και έριχναν καρατιές σε όποιον τυχαία βρισκόταν μπροστά τους. Μόνο τα κορίτσια δεν πείραζαν, που  έτρεχαν σχεδόν γυμνά, τρομοκρατημένα, στα καμαρίνια τους. Το μαγαζί ήταν γεμάτο καθρέφτες κι αυτοί οι καθρέφτες, όπως έσπαζαν τώρα, προκαλούσαν εκκωφαντικό θόρυβο και τρομοκρατούσαν τις καρδιές. Κάποιοι πελάτες ανακάλυψαν την πίσω έξοδο, βλέποντας το προσωπικό τού μπαρ να φεύγει από κει. Μέσα σε δέκα περίπου λεπτά ο χώρος ήταν άδειος και σμπαραλιασμένος.   

Μια ξαφνική, απόλυτη ησυχία ακολούθησε.  Κουνούπι να πετούσε θα ακουγόταν. Σε όλη τη διάρκεια του κακού, το αφεντικό είχε μείνει ακίνητο, κοιτάζοντας με σκεφτικό, φοβισμένο βλέμμα, το άδειο ποτήρι του. Η Δήμητρα είχε καθίσει ξανά στον καναπέ και είχε ανάψει νέο πουράκι. Ο ήχος των αργών βημάτων που ακούστηκαν να ανεβαίνουν την ξύλινη σκάλα, έκανε το αφεντικό να σφίξει γερά το ποτήρι στη χούφτα του. «Ένα… Ένα καινούργιο μπουκάλι…» είπε αφηρημένα. «Δε γίνεται τώρα, μωρό μου. Έπρεπε να το είχες ζητήσει νωρίτερα» του είπε η Δήμητρα. Γύρισε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της έλαμπε. Από χαρά; «Πατσαβούρα…» είπε ξανά αφηρημένα.

Η Δήμητρα. Η τρομερή σαραντάρα που όλοι γλείφονταν βλέποντάς τη, αλλά μόνο αυτός τη γευόταν. Η Δήμητρα, η πρώτη του κοπέλα της δουλειάς. Η Δήμητρα, που τη μάζεψε απ’ τον δρόμο πριν είκοσι ολόκληρα χρόνια και βάλε, κάνοντας τόπι στο ξύλο τον νταβατζή της, έναν πρεζάκια βλάκα με βαμμένα μαλλιά, σορτσάκι και σαγιονάρες. Κι από τον δρόμο, την έβαλε σε σπίτι που νοίκιασε για πάρτη της. Ήταν απλά τα πράγματα τότε. Με μια αγγελία στην εφημερίδα γίνονταν όλα. Κι από ρουμάνα την έκανε ελληνίδα, κι από Ντενίσα την έκανε Δήμητρα, γιατί το εγχώριο κρέας πουλιέται καλύτερα κι η Δήμητρα ήταν έξυπνη, είχε μάθει ελληνικά μέσα σε ένα χρόνο, κι ούτε τα μιλούσε σπαστά παρά ελάχιστα, κι ούτε και οι πελάτες ενδιαφέρονταν πολύ να επαληθεύσουν την καταγωγή της σαν έβλεπαν το κορμί της.

Κι ύστερα βρήκε κι άλλα κορίτσια. Στην αρχή από όπου να ‘ταν. Από τον δρόμο, από άλλα σπίτια που το έσκαζαν για να βρουν καλύτερο νταβατζή, από φρεσκοεισαγώμενες που αγόραζε, χρεώνοντας το κόστος αγοράς στην καρτέλα μισθοδοσίας τους. Μέχρι που άρχισε τη σταθερή συνεργασία του με τον ρώσο μάνατζερ. Έφερνε πάντα καλό εμπόρευμα ο κερατάς.

Και ήρθε η μέρα που η Δήμητρα αποσύρθηκε απ’ τη δουλειά με δόξες και τιμές, για να γίνει δική του, το κορίτσι του αφεντικού. Πάντα νόμιζε πως το μόνο που της έλειπε για να γίνει η τέλεια γκόμενα ήταν το στήθος. Του άρεσαν τα πολύ μεγάλα μεγέθη και η Δήμητρα είχε ωραίο στήθος βέβαια, αλλά όχι μεγάλο. Της έκανε δώρο στα γενέθλιά της μια αυξητική στήθους στην καλύτερη κλινική του είδους. Η πουτάνα, δεν ήθελε με τίποτα. Τι την είχε πιάσει; Κάτι άρχισε να του ξεφουρνίζει. Της είχαν πει, λέει, ότι κάνει κακό κι ότι μπορεί να νιώθει τρομερούς πονοκεφάλους, κι ότι μπορεί μέχρι και καρκίνο του μαστού να πάθει. Τι μαλακίες έλεγε η γκόμενα! Ποιος μαλάκας, ή ποια μαλακισμένη τής έβαλε στο μυαλό αυτές τις μπούρδες; Τη νάρκωσε, την πήγε ναρκωμένη στην κλινική και η Δήμητρα ξύπνησε με στήθια τέσσερα συν, κανονικές μπόμπες.

Είναι αλήθεια ότι, μετά από λίγα χρόνια, άρχισαν να τη βασανίζουν δυνατοί πονοκέφαλοι. Της έλεγε συνεχώς ότι ήταν ιδέα της, ότι της είχε μπει η ιδέα με τις μαλακισμένες ιδέες που της είχαν βάλει στο μυαλό. Μπορεί να ήταν και έτσι. Μπορεί και αλλιώς. Το πρόβλημα ήταν ότι και με τα τεράστια στήθια πάλι κάτι της έλειπε. Δεν ήταν ούτε έτσι η τέλεια γκόμενα. Μια νύχτα, σε ένα πάρτι μεταμφιεσμένων που διοργάνωνε το μπαρ, η Δήμητρα φόρεσε μια ξανθιά περούκα. Μόλις την είδε τρελάθηκε. Αυτό της έλειπε. Δεν της πήγαιναν καθόλου τα γαμημένα καστανά μαλλιά της. Και η Δήμητρα έγινε ολόξανθη. Τότε ήταν που από τον ενθουσιασμό του μετονόμασε το μπαρ από cowgirls σε DIMITRA. Ύστερα, για να τελειοποιηθεί το πράγμα, την έβαλε να πάρει λίγα κιλά για να κάνει μικρά πιασιματάκια στα μπούτια και στον κώλο. Αυτό ήταν. Η Δήμητρα είχε γίνει η τέλεια γκόμενα.  

Τα αργά βήματα στη σκάλα που οδηγούσε στο γραφείο του αφεντικού ακούγονταν όλο και κοντινότερα. Τίποτα άλλο δεν ακουγόταν. «Ένα… Ένα καινούργιο μπουκάλι…» ψέλλισε. Εξηντάρης, άνθρωπος της πιάτσας, πώς την είχε πατήσει; Τον πρόδωσε ο γαμημένος Ρώσος! Για ένα βίτσιο, για μια μαλακία, τίναξε τη συνεργασία τους στον αέρα. Άφησε το ναό της Δήμητρας, όπως τον έλεγαν οι ίδιοι οι πελάτες, για να πιάσει το κωλόμπαρο του πατριώτη του.

Οι σειρήνες των περιπολικών ακούγονταν πιο κοντά τώρα. Χαμογέλασε αμήχανα. Ένας δυνατός πόνος στο στήθος κάτι του θύμισε. Χλωμός, κιτρινισμένος, άνοιξε το πάνω συρτάρι του γραφείου του, έβγαλε ένα κουτάκι και μέσα από το κουτάκι ένα χάπι. Κοίταξε τη Δήμητρα. «Το… Το χάπι μου… Ξέχασα το χάπι μου… Αν δεν πάρω το χάπι μου… Το χάπι μου… Ένα ποτήρι νερό… Ένα ποτήρι ουίσκι… Πρέπει να προλάβω… Να πάρω το χάπι μου… Αγάπη μου… Ένα ποτήρι νερό απ’ τα χεράκια σου…»  Η Δήμητρα χαμογέλασε πλατιά. «Δεν προλαβαίνουμε, μωρό μου. Δεν τους ακούς που πλησιάζουν; Έρχονται». «Ένα… Ένα ποτήρι γαμημένο νερό…» είπε το αφεντικό. Η Δήμητρα έβαλε εντελώς αιφνιδιαστικά τα γέλια. Σίγουρα οι μπράβοι που ανέβαιναν τη σκάλα θα ένιωσαν μεγάλη έκπληξη ακούγοντας το γαργαριστό γέλιο της.

Σηκώθηκε από τον καναπέ, πλησίασε με το αριστοκρατικό βήμα της το γραφείο του αφεντικού, πήρε το ποτήρι από το χέρι του, έσκυψε, το ακούμπησε στο πάτωμα, σηκώθηκε, ανέβασε το φόρεμά της, κατέβασε την κιλότα της, έσκυψε ξανά, πάνω από το ποτήρι και το γέμισε με το κάτουρό της. Δε γελούσε πια. Σήκωσε το ποτήρι, το έβαλε στο χέρι του που όλο αυτό το διάστημα είχε μείνει ανοιχτό, ακίνητο. Ντύθηκε. Έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. Άρχισε πάλι να γελάει, δυνατά, γαργαριστά, τρελαμένα. Το αφεντικό κοίταξε το ποτήρι. Το κοίταξε σα να μην ήξερε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Άκουσε τα βήματα έξω από την πόρτα. Πέταξε το χάπι στο ανοιχτό, κατάπληκτο στόμα του και άδειασε το ποτήρι μονορούφι για να το κατεβάσει.

Με μια κλωτσιά η πόρτα του γραφείου έγινε σμπαράλια. Η Δήμητρα σταμάτησε να γελάει. Έκανε μερικά ακόμη βήματα προς τα πίσω. Και τότε είδε να τρέχουν κάτω από το γραφείο του αφεντικού ζουμιά, του καταφοβισμένου αφεντικού, του αφεντικού της, του μια ολόκληρη ζωή  αφεντικού της, του γεροδειλού αφεντικού της, που τα είχε κάνει πάνω του από τον φόβο και τα ζουμιά του κυλούσαν τώρα πλησιάζοντας τα ζουμιά της, αυτά που είχαν πέσει έξω από το ποτήρι, ενώνοντας για μια ακόμη φορά τη μοίρα τους. Γέλασε με όλη την ορμή της ευχάριστης έκπληξης που ένιωθε. Γέλασε τόσο δυνατά που οι πληρωμένοι μπράβοι την κοίταγαν ακίνητοι κι αμίλητοι. Οι σειρήνες των περιπολικών ακούστηκαν πολύ κοντά, έξω από το μπαρ θα πρέπει να ήταν.




Οι τέσσερις εποχές



Τα τρένα περνάνε από μέσα μας. Πίσω τους μένουν τα σκουπίδια των επιβατών. Και μείς, μ’ ένα σακατεμένο ψάθινο καπέλο στο κεφάλι, ανηφορίζουμε. Βλέπουμε τα πλοία να πέφτουν απ’ τον ουρανό στη θάλασσα. Στην πλάτη κουβαλάμε τις τελευταίες μας προμήθειες. Είναι φθινόπωρο και θα βρέξει. Αν ήταν χειμώνας θα έκανε κρύο. Αν ήταν άνοιξη θα δρόσιζε. Κι αν ήταν καλοκαίρι θα έκανε ζέστη.

Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού



Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού μέτραγε δύσκολα τον χρόνο. Απόμενε μόλις μια ώρα για την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας που θα με έπαιρνε μακριά. Αλλά, εγώ, γιατί να ζω αιώνες τώρα σε ένα σπίτι που το διάλεξε για κατοικία της αυτή η τεράστια αράχνη; 
Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού μέτραγε δύσκολα τον χρόνο.  Σε δυο ώρες το τρένο θα αναχωρούσε. Έζησα όλη μου τη ζωή σε κείνο το σπίτι, ζώντας τη φρίκη να βλέπω την τεράστια αράχνη να μεγαλώνει κι όλο να μεγαλώνει.  
Το γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού συνέχιζε να δείχνει την ώρα. Σε τρεις ώρες το τρένο θα αναχωρούσε κι όλα θα ήταν παρελθόν. Γιατί δεν τη σκότωσα, έστω φεύγοντας; Γιατί την άφηνα να μεγαλώνει κι όλο να μεγαλώνει, μεγαλώνοντας τον τρόμο μου; 
Ω, γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού, είμαι εδώ, κρατώ γερά τη βαλίτσα μου στο χέρι και σε έξι ώρες θα μπω στο τρένο που θα με πάρει μακριά. Γιατί δεν τη σκότωσα; Γιατί δεν κράτησα σφιχτά στα χέρια μου κείνη τη σουβλερή, σιδερένια βέργα που υπήρχε στο σπίτι, φαινομενικά χωρίς κανένα λόγο και αιτία; Γιατί δεν τη σούβλισα με όλη μου τη δύναμη, να πεταχτούν τα σιχαμερά υγρά της έξω από το σιχαμερό κορμί της κι όλα να τελειώσουν;  
Ω, γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού, ο χρόνος έστω και δύσκολα κυλάει στους σκονισμένους δείχτες σου, κι εγώ σε δώδεκα ώρες θα φύγω μακριά. Ο άνεμος θα λικνίζει τα μαλλιά μου καθώς θα στέκω στο παράθυρο του τρένου. Γιατί δεν τη σκότωσα; Τόσος καθημερινός τρόμος. Τόση καθημερινή φρίκη. Πάντα καθισμένη στο κέντρο της φωλιάς της, ακίνητη κι αμίλητη, κάθε μέρα μεγαλύτερη από την προηγούμενη.
Ω, γέρικο, βαρύ ρολόι του σταθμού, θα περάσει το τρένο και θα με πάρει. Αύριο, τέτοια ώρα, θα περάσει και θα με πάρει μακριά. Έφυγα και την άφησα εκεί, στο κέντρο της φωλιάς της, να με περιμένει…