Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Επαγγελματικός προσανατολισμός



Όταν μεγαλώσω θα γίνω νεκρός

Περί πληρωμένων ερώτων



Σταλάζω τρυφερότητα απ’ τα κορμιά των πληρωμένων κοριτσιών

Γονατίζω, τους βγάζω τις γόβες, φυλώ τα ποδαράκια τους και ζητώ συχώρεση για την ανώφελη ζωή μου

Νιώθω το αμαρτωλό χεράκι τους να χαϊδεύει τα μαλλιά μου αίροντας τις αμαρτίες μου

Κορίτσια εξομολογητές, με την αθώωση του ενόχου στα ζεστά τους χείλη και στην καταδεχτική αγκαλιά τους

Κορίτσια νοηματοδότες της αιματοβαμμένης αποτυχίας μου

Ψυχές του παγωμένου βορρά που επιστρέφοντας στο ψύχος μού άφησαν ενθύμιο μια τούφα απ’ τα μακριά, μαύρα μαλλιά τους για να την αγκαλιάζω τον χειμώνα και να με κρατά ζεστό

…Έχω έναν πανούργο τρόπο να αποσπώ τον κρυμμένο θησαυρό τους

Είμαι μαζί τους καλός, μεσαιωνικός ιππότης, αναγεννησιακός τροβαδούρος, ρομαντικός ποιητής…

Τις βλέπω να κοιτάζονται στον καθρέφτη για ώρα παρατηρώντας απορημένες τον άγνωστο θείο εαυτό τους

Το στήθος τους γίνεται καλοκαιρινός ουρανός με δυο εκτυφλωτικούς ήλιους

Τα χέρια τους μεταμορφώνονται σε φτερούγες και βιάζονται να κρύψουν μέσα εκεί το μικρό, αδέξιο κοτοπουλάκι τους

…Είμαι στ’ αλήθεια ραδιούργος αλλά η ζωή είναι σκληρή, δε σου χαρίζει τίποτα και ‘γω έχω ματώσει πολλές φορές τα νύχια μου σκάβοντας μάταια για να ξεθάψω μια στάλα αγάπης

Εύη, Μελίνα, Βαλεντίνα, Μπιάνκα, Ρενέ…

Γκαμπριελίτσα μου, δίμετρη καλλονή των ροζ αγγελιών, σε θυμάμαι σαν τώρα να αφήνεις το μισό δωράκι σου στο κομοδίνο για να έχω και τον επόμενο μήνα δώρο να σου δώσω

Σε σκέφτομαι και δακρύζω…

Ραδιοκύματα



Ανεβαίναμε στις επάλξεις διαβάζοντας μακροσκελή ποιήματα. Απορούσαμε όχι επειδή μας σκότωναν, μα επειδή δε μας άφηναν να ολοκληρώσουμε το ποίημα. Κι όταν τα χελιδόνια τραγουδούσαν παίζοντας στον ουρανό, αυτοί ανάγγελλαν όρους ταπεινωτικής παράδοσης. Το ακρογιάλι γέμισε πτώματα ανθρώπων και πουλιών. Βλέποντας αυτά όλα, κάποιοι από μας δραπετεύσαμε από τη μυστική έξοδο στη θαλάσσια σπηλιά κι από κει ανοιχτήκαμε στο υπόγειο πέλαγος μ’ ένα μικρό βαρκάκι. Ο γηραιότερος κατεύθυνε τα χέρια μας κι εμείς τα κουπιά. Ξέραμε πως αυτοί που αφήσαμε πίσω θα μας καταχωρούσαν στη λίστα των παντοτινά αγνοούμενων.  Ύστερα από ώρες ή ίσως μέρες, κουρασμένοι, στα μέσα του απάνεμου πελάγου, είδαμε ένα εγκαταλειμμένο, παλιό πλοίο, να ταλαντεύεται από ραδιοκύματα χαράς και ηρεμίας. Αφήσαμε τα κουπιά κι αμίλητοι κοιτάξαμε τη γύρω μας ερημιά.