Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Η ψίχα του ψωμιού



Πήρε απ’ το χέρι του το ψωμί, ξεχώρισε την ψίχα και τη σκόρπισε στον δρόμο, τροφή για τα περιστέρια. «Με άφησες νηστικό» της είπε, μα εκείνη είχε γίνει περιστέρι και τσιμπούσε την ψίχα της καρδιάς του.

Η Γκαμπριέλα κοιμάται στην αγκαλιά μου



Είχα κάνει το ένα μου χέρι προσκέφαλο της κοιμισμένης Γκαμπριέλας και με το άλλο χάιδευα τρυφερά τα κατάμαυρα μαλλιά της. Η απαλή ανάσα της ζέσταινε το πρόσωπό μου. Στον δρόμο, ο άνθρωπος με τη στολή και το κράνος πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή σούζα, ανέβηκε με τη μηχανή του ψηλά στον ουρανό κι έμεινε εκεί, κάνοντας βόλτες με φόντο το αιματοβαμμένο απ’ τις σφαγές δειλινό. Κι έλεγα μέσα μου: Πώς σε ξεγέλασα, Μοίρα; Πώς έγινε και σου έκλεψα αυτή τη στιγμή, εγώ που ως σήμερα δεν έκανα άλλο απ’ το κλέβω τα πεσμένα στον δρόμο ψίχουλα που προορίζονταν για τα περιστέρια; Ήσουν και σήμερα μοχθηρή, όμως σε ξεγέλασα...

Όταν ο Θεός έχει κέφια, ενώ εγώ όχι



Ήταν τόσο γυμνή εκείνη η μέρα που η νύχτα ήρθε τρέχοντας να τη σκεπάσει. Κι η άγνωστη γυναίκα στον δρόμο: «Κύριε, ποιο είναι το όνομά σας;» Δεν απάντησα. Χώθηκα στο μπαρ. Ο μπάρμαν είχε μπλεξίματα με μια δεκαεξάχρονη. «Δεν μπορώ να σε σερβίρω. Είσαι ανήλικη». «Είμαι σαραντάρα, ηλίθιε, πενηντάρα!» Κρατούσε πολύ η λογομαχία. «Για όνομα του Θεού, ένα ποτήρι κρασί!» φώναξα, «Το έχω ανάγκη». Πάνω στα νεύρα της η μικρή έριξε στο πάτωμα το βαζάκι με το ένα, μοναδικό λουλούδι που στόλιζε το τραπέζι της. Αμέσως αναγνώρισα το μαραμένο άνθος της πλανόδιας ελπίδας μου. Το σήκωσα από χάμω κι έφυγα, αφού τίποτα δε θα με έσωνε ένα τέτοιο βράδυ, μετά από μια τέτοια μέρα. Στον δρόμο συνάντησα το σκυλί με τα μεταξένια, γυναικεία μαλλιά. Το χάιδεψα. Περπατήσαμε μαζί κάμποσο. Και, Θεέ μου, έβαλα ξαφνικά τα γέλια, χάρη στην τόσο σπλαχνική, θεϊκή σου φάρσα.