Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Μένουσα τενοντίτιδα (Είμαστε όλοι εχθροί)


·       
Ήταν μεσάνυχτα, Ιούλιος, ζέστη μεγάλη. Γδύθηκα μισοκοιμισμένος, ξάπλωσα στο κρεβάτι κι έπιασα να ξεφυλλίζω αργά ένα περιοδικό μόδας με όμορφα κορίτσια, έχοντας την ελπίδα ότι κάποιο απ’ όλα θα πρωταγωνιστούσε στα όνειρά μου. Πού να φανταζόμουν αυτό που ακολούθησε;

Τρεις δυνατοί χτύποι στην πόρτα έκαναν το περιοδικό να πέσει απ’ τα χέρια μου και το κορμί μου να τιναχτεί όρθιο και φοβισμένο. «Φωτιά!» σκέφτηκα, «Θα πιάσαμε φωτιά!»

Άνοιξα τρέχοντας την πόρτα κι αμέσως εισέβαλαν στο σπίτι καμιά δεκαριά ένοπλοι άντρες. Ένας από αυτούς με ακινητοποίησε στριμώχνοντάς με στον τοίχο, όπλισε το περίστροφό του και το κόλλησε με δύναμη στον αυχένα μου. Σε αυτή την πολύ άβολη στάση είδα να μπαίνει στο σπίτι ένας κουστουμαρισμένος άνδρας προχωρημένης ηλικίας. Στάθηκε μπροστά μου κοιτώντας με με περιφρόνηση.

«Εσύ λοιπόν είσαι ο αρνητής της ανθρωπότητος;» με ρώτησε ειρωνικά. «Εσύ είσαι αυτός που όλα τα μηδενίζει;» Έκανε μερικά βήματα στο σπίτι κοιτάζοντας τα πάντα με το ίδιο περιφρονητικό βλέμμα. «Και νόμιζες ότι δε θα σε βρίσκαμε, κύριε μηδενιστά;» είπε γυρίζοντας πάλι προς εμένα, έχοντας αναμείξει σε αυτή τη φράση την ειρωνεία με την οργή. «Και τι θα ήτο ο κόσμος μας εάν όλοι μας είμεθα μηδενισταί;» φώναξε ξεσπώντας. «Πώς θα είχαν επιτευχθεί οι λαμπρότερες ανακαλύψεις της ανθρωπότητος χωρίς πίστη και όραμα στα ιδανικά της; Μίλα λοιπόν! Απάντησέ μου!»

Θέλησα να του πω ότι κάποιο λάθος είχε γίνει, ότι εγώ δεν έχω θεωρίες, ένας αποτυχημένος φτωχοδιάβολος είμαι μόνο, κι ότι κατά βάση σέβομαι τους επιτυχημένους ματσοδιαβόλους. Κάποιον άλλο θα γύρευαν.

Πάνω που, καταπίνοντας το σάλιο μου, βρήκα τη δύναμη να ανοίξω το στόμα για να μιλήσω, ακούστηκε ο ήχος από ένα καζανάκι και μια γνώριμη αποφορά διείσδυσε αργά στο σπίτι. Είχα όλα τα παράθυρα ανοιχτά και η κυρά-Μαρίκα, η γριά γειτόνισσα, έπασχε από το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου.

Ο άγνωστος άνδρας άφησε το κεφάλι του να γύρει. «Ίδε ο άνθρωπος…» είπε αδύναμα. «Είναι η κυρά-Μαρίκα» είπα δειλά, νιώθοντας με ανακούφιση το περίστροφο να απομακρύνεται απ’ τον αυχένα μου και το σώμα μου να ελευθερώνεται. Βγήκαν όλοι τους απ’ το σπίτι τρεχάτοι, κλείνοντας με το ένα χέρι τη μύτη τους και στο άλλο κρατώντας κατσαρολικά, έπιπλα, ρούχα, πετσέτες μπάνιου, ρολά υγείας… ενώ διαπερνούσε το σύμπαν το δεύτερο μέρος από την 7η του Μπετόβεν.

Κι από όλη αυτή την απίστευτη ιστορία μού έμεινε μια μένουσα τενοντίτιδα στον αριστερό, ακινητοποιημένο από τον ένοπλο άνδρα, ώμο για να με ταλαιπωρεί και η σκέψη πως είναι πολύ παράξενη η μοίρα του ανθρώπου, καμιά φορά μπορεί να βρει τη σωτηρία του ακόμη και στα σκατά. 


                                                                                                                                                                                                                                                                   Ιούλιος 2016