Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Το ραντεβού




        



Συναντηθήκαμε στις σκάλες. Και οι δύο στην ώρα μας. Με χαιρέτησε με ένα ζεστό χαμόγελο. Αν και δεν είχαμε ειδωθεί ξανά, έδειξε σίγουρη ότι ήμουν το ραντεβού των δύο και μισή. 

Ήταν μια νέα ωχρή και μάλλον άσχημη, μα όχι όσο άσχημη την περίμενα έχοντας ακούσει στο τηλέφωνο την τσιριχτή φωνή της. Τα μαλλιά της κέρδιζαν τις εντυπώσεις. Κομμένα κοντά, κατσαρά και φουντωτά, πορτοκαλόξανθα.

Με πήγε πρώτα στο γραφείο του διευθυντή. Εγώ έμεινα μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Αυτή τον πλησίασε με μεγάλη οικειότητα. Κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί. Έπειτα του γέλασε κουνώντας τους ώμους. Κάθισε πάνω στο γραφείο κι άρχισε να σέρνεται με νάζι προς το μέρος του. Είδα τις κακοσχηματισμένες γάμπες της και τις σκονισμένες γόβες. Ο διευθυντής τη μάλωσε παίρνοντας ύφος πατρικό.

Φεύγοντας από τον διευθυντή περάσαμε από ένα άλλο γραφείο όπου ενημέρωσε κάποιον συνάδελφό της για το ραντεβού. Θα έπαιρνε μέρος κι αυτός στη συζήτηση.

Τέλος, μπήκαμε σε μια μεγάλη αίθουσα με ένα οβάλ τραπέζι στο κέντρο και απλά καθίσματα γύρω του. Μου πρότεινε ευγενικά να καθίσω. Με ρώτησε αν θα ήθελα καφέ ή αναψυκτικό κι όταν απάντησα αρνητικά σέρβιρε τον εαυτό της ουίσκι. Μιλήσαμε για την όμορφη θέα της αίθουσας προς την πόλη. Συμφωνήσαμε ότι η γυάλινη όψη της την αναδείκνυε με τον καλύτερο τρόπο. Στο μεταξύ ήρθε κι ο συνάδελφός της, ένας νέος συμπαθητικός στην πρώτη ματιά.

Αρχίσαμε να συζητάμε τα σχετικά με την προσφορά. Μετά και το ουίσκι έδειχνε ιδιαίτερα εύθυμη. Μιλούσε πολύ προσπαθώντας να μην αφήσει κανένα σημείο αδιευκρίνιστο. Όταν πίστεψε ότι είχε εξηγήσει τα πάντα σηκώθηκε για ένα ακόμη ουίσκι. Το ήπιε όρθια κοιτάζοντάς μας χαμογελαστή κι αμίλητη. Ύστερα έβαλε μουσική. Αφού για λίγο την άκουσε έτσι όπως στήνουμε αφτί για να ακούσουμε κάτι προσεχτικά, άρχισε να χορεύει με το άδειο ποτήρι του ουίσκι στο χέρι. Δε χαμογελούσε πια. Χόρευε με εσωτερική ένταση, έτσι όπως χόρευαν κάποτε οι απελπισμένοι το ζεμπέκικο.

Όταν σταμάτησε το χορό κάθισε στο ίδιο κάθισμα που καθόταν και πριν, αλλά με τα πόδια της ανοιχτά, τα χέρια της στα γόνατα, την πλάτη σκυφτή και το βλέμμα αφηρημένο. Πιάσαμε πάλι τη συζήτηση για την προσφορά. Μιλούσε τώρα περισσότερο ο νεαρός. Αυτή περιορίστηκε να λέει ένα ναι ή ένα όχι κι ύστερα να κουνάει μόνο το κεφάλι πάνω ή κάτω, διαφωνώντας ή συμφωνώντας, κι ύστερα σταμάτησε να κουνάει και το κεφάλι, σταμάτησε και να μας κοιτάζει. Το βλέμμα της προσηλώθηκε σε ένα κλειστό βιβλίο πάνω στο οβάλ τραπέζι. Εμείς συνεχίσαμε να μιλάμε χωρίς πια να δίνουμε σημασία στα λόγια μας.

Σταματήσαμε όταν την είδαμε να σηκώνεται από το κάθισμα, να πηγαίνει στη μεγάλη τζαμαρία και να κάθεται χάμω σταυροπόδι, με την πλάτη γυρισμένη σε μας, έχοντας μπροστά της την πόλη. Σηκωθήκαμε και ‘μεις προσέχοντας να μην κάνουν θόρυβο τα καθίσματά μας. Πήγαμε βουβοί προς την έξοδο. Δεν της είπαμε γεια. Ένα γεια θα τη σκότωνε, ή δε θα το άκουγε. 

                                                                                                         
                                                                                             
                                                                  Μάιος 2015